Ο Μάριαν Βεντ, πρώην βουλευτής για το CDU στην γερμανική Ομοσπονδιακή Βουλή, που διετέλεσε επί τέσσερα χρόνια επικεφαλής του Konrad Adenauer Stiftung στην Αθήνα και πλέον αναλαμβάνει αντίστοιχα καθήκοντα στην Ιερουσαλήμ, μιλά στο «R» για τη νέα φάση των ελληνογερμανικών σχέσεων, τις προκλήσεις στην Ευρώπη και τα μηνύματα που στέλνουν οι πρόσφατες εξελίξεις σε πολιτικό και γεωπολιτικό επίπεδο.
Μεταξύ άλλων, χαρακτηρίζει «λάθος μήνυμα» το ενδεχόμενο κλείσιμο του ελληνόφωνου προγράμματος της Deutsche Welle, προειδοποιεί για τον κίνδυνο αναζωπύρωσης παλιών στερεοτύπων στις ελληνογερμανικές σχέσεις, ενώ για την Κύπρο υπογραμμίζει την ανάγκη ισχυρότερου ευρωπαϊκού συντονισμού σε ένα ασταθές περιβάλλον ασφάλειας. Την ίδια ώρα, βλέπει τη Γερμανία ικανή να αναλάβει έναν ουσιαστικό και ηγετικό ρόλο στην Ευρώπη.
Ακολουθεί ολόκληρη η συνέντευξη του Μάριαν Βεντ στο «R»:
Οι ελληνογερμανικές σχέσεις έχουν πολλές πτυχές και χαρακτηρίζονται τόσο από συνεργασία όσο και από προκλήσεις. Διευθύνατε για τέσσερα χρόνια το γραφείο του Ιδρύματος Konrad Adenauer στην Αθήνα. Σε ποιο σημείο βρίσκονται σήμερα οι σχέσεις των δύο χωρών και τι σας εξέπληξε περισσότερο τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα, τόσο πολιτικά όσο και κοινωνικά;
«Είχα την τιμή να διευθύνω για τέσσερα χρόνια το γραφείο του Ιδρύματος Konrad Adenauer στην Αθήνα για την Ελλάδα και την Κύπρο. Ήταν η πρώτη μου μακροχρόνια αποστολή στο εξωτερικό για το Ίδρυμα και είμαι ιδιαίτερα ευγνώμων γι’ αυτή την εμπειρία.
Στην αρχή, η οπτική μου ήταν ακόμη επηρεασμένη από τις συζητήσεις γύρω από την κρίση χρέους της Ευρωζώνης. Οι σχέσεις τότε μου φαίνονταν μάλλον αποστασιοποιημένες και επιβαρυμένες από εντάσεις. Τόσο περισσότερο με εξέπληξε πόσο πολύ άλλαξε αυτή η εικόνα τα τελευταία χρόνια.
Η ελληνική κοινωνία μου προκάλεσε ιδιαίτερη εντύπωση: παρά τις βαθιές περικοπές και τις επιβαρύνσεις της δεκαετίας του 2010, οι οποίες είναι ακόμη αισθητές, υπάρχει μια αξιοσημείωτη αισιοδοξία. Σε πολλούς τομείς – όπως ο τουρισμός, η ψηφιοποίηση και η εφοδιαστική αλυσίδα – διακρίνεται μια σαφής βούληση για ανανέωση και μια πραγματική δυναμική επανεκκίνησης.
Σε πολιτικό επίπεδο, με εξέπληξε κυρίως ο ισχυρός ρόλος των αρχηγών των κομμάτων. Αυτή η κεντρική θέση δεν χαρακτηρίζει μόνο την κυβέρνηση, αλλά διατρέχει ολόκληρο το πολιτικό σύστημα. Δημιουργεί σαφείς ιεραρχικές δομές, αλλά ταυτόχρονα θέτει υψηλές απαιτήσεις στις εσωκομματικές διαδικασίες και στον πολιτικό ανταγωνισμό.
Μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις παραμένει, κατά την άποψή μου, η ικανότητα συμβιβασμού. Ιδίως όσον αφορά τη κοινωνική συνοχή, θα είναι καθοριστικό να συνδυαστούν διαφορετικές οπτικές και να αναπτυχθούν βιώσιμες λύσεις. Διότι στο τέλος, μια εποικοδομητική πολιτική συνύπαρξη αποτελεί τη βάση για σταθερότητα και πρόοδο – τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη συνολικά».
Τα τελευταία χρόνια, μετά την κρίση του ευρώ, παρατηρούμε ότι η Ελλάδα δεν αποτελεί πλέον κορυφαία προτεραιότητα για τη γερμανική πολιτική – για παράδειγμα σε σχέση με το σχεδιαζόμενο κλείσιμο του ελληνικού προγράμματος της Deutsche Welle. Έχετε ήδη τοποθετηθεί υπέρ της διατήρησής του. Είστε αισιόδοξος;
«Καταρχάς, είναι θετική εξέλιξη ότι σήμερα η Ελλάδα στη Γερμανία δεν συνδέεται πλέον πρωτίστως με την κρίση χρέους της Ευρωζώνης. Αντίθετα, στο προσκήνιο έρχονται ολοένα και περισσότερο οι πρόοδοι της χώρας – όπως η οικονομική ανάκαμψη, η δυναμική στην ψηφιοποίηση, αλλά και η ελκυστικότητά της ως τόπος διαβίωσης και προορισμός ταξιδιού. Έρευνες δείχνουν ότι μόνο ένα σχετικά μικρό ποσοστό των Γερμανών συνδέει πλέον την Ελλάδα με την κρίση. Πρόκειται για μια σημαντική αλλαγή εικόνας.
Ταυτόχρονα, βλέπω με ανησυχία τη σχεδιαζόμενη διακοπή του ελληνόφωνου προγράμματος της Deutsche Welle. Ανεξάρτητα από τις δημοσιονομικές παραμέτρους, υπάρχει ο κίνδυνος να αναζωπυρωθούν παλιά αφηγήματα – δηλαδή η αίσθηση ότι η Γερμανία αποσύρεται και αφήνει την Ελλάδα μόνη της. Τέτοιες αντιλήψεις είναι πολιτικά ευαίσθητες και μπορούν να ενισχύσουν προϋπάρχουσες επιφυλάξεις, ακόμη κι αν δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.
Ακριβώς γι’ αυτό με εντυπωσίασε η ευρεία υποστήριξη υπέρ της διατήρησης του προγράμματος στην Ελλάδα και την Κύπρο. Η δημόσια ανταπόκριση, η κριτική και η κινητοποίηση δείχνουν πόσο σημαντική είναι αυτή η υπηρεσία για τους ανθρώπους. Γι’ αυτό είμαι συγκρατημένα αισιόδοξος ότι αυτά τα μηνύματα θα εισακουστούν και θα βρεθεί μια αποδεκτή λύση για τη διατήρηση του ελληνόφωνου προγράμματος. Ιδίως σε περιόδους γεωπολιτικών εντάσεων, η αξιόπιστη και ανεξάρτητη ενημέρωση παραμένει βασικός πυλώνας εμπιστοσύνης και κατανόησης μεταξύ των χωρών μας».
Στο πλαίσιο των καθηκόντων σας στην Αθήνα, ήσασταν υπεύθυνος και για την Κύπρο. Το νησί βρέθηκε πρόσφατα ξανά στο επίκεντρο λόγω της έντασης στη Μέση Ανατολή και της επίθεσης στη βρετανική βάση στο Ακρωτήρι. Πώς κρίνετε την ευρωπαϊκή αντίδραση;
«Ειλικρινά, με εξέπληξε θετικά η ταχεία και συντονισμένη αντίδραση των ευρωπαϊκών κρατών-μελών. Υπήρξε άμεσα στενός συντονισμός και σαφείς εκφράσεις αλληλεγγύης, κάτι που αποτελεί σημαντικό μήνυμα σε μια τέτοια κατάσταση ασφάλειας. Φαίνεται πως η Ευρώπη έχει πράγματι μάθει αρκετά τα τελευταία τέσσερα χρόνια μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Για κάποιον που ζει στην Ελλάδα, δεν αποτέλεσε έκπληξη ότι η χώρα αντέδρασε γρήγορα και συγκεκριμένα. Σε πολύ σύντομο χρόνο προσφέρθηκαν στρατιωτικές δυνατότητες, μεταξύ άλλων τέσσερα μαχητικά F-16 και δύο φρεγάτες. Αυτό δείχνει ότι η Ελλάδα είναι ικανή να ενεργεί και να αναλαμβάνει ευθύνη στον τομέα της ασφάλειας και της άμυνας. Παρά την όποια κριτική μπορεί να ασκηθεί σε επιμέρους δομές, αυτό πρέπει να αναγνωρίζεται. Σε ζητήματα άμεσης επιχειρησιακής ετοιμότητας, και άλλα ευρωπαϊκά κράτη – συμπεριλαμβανομένης της Γερμανίας – μπορούν να αντλήσουν διδάγματα από την Ελλάδα.
Ταυτόχρονα, η κατάσταση αναδεικνύει την ανάγκη για ακόμη ισχυρότερο ευρωπαϊκό συντονισμό σε θέματα ασφάλειας. Μόνο μια ενωμένη και αποτελεσματική Ευρώπη μπορεί να ανταποκριθεί στον ρόλο της σε μια ολοένα πιο ασταθή γειτονιά».
Πώς σχολιάζετε τη δυναμική στην Ανατολική Μεσόγειο, ιδίως σε σχέση με τις ελληνοτουρκικές διαφορές και το Κυπριακό;
«Η δυναμική στην Ανατολική Μεσόγειο παραμένει τεταμένη, ακόμη κι αν αυτή τη στιγμή διανύουμε μια περίοδο σχετικής ύφεσης μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Πρόκειται για μια πολιτικά επιθυμητή αλλά εύθραυστη κατάσταση, καθώς οι βασικές γραμμές σύγκρουσης – όπως οι θαλάσσιες ζώνες, η ενέργεια και η κυριαρχία – παραμένουν άλυτες.
Το Κυπριακό αποτελεί τον κεντρικό γεωπολιτικό κόμβο της περιοχής. Το γεγονός ότι ένα κράτος-μέλος της ΕΕ παραμένει de facto διχοτομημένο δεν είναι μόνο περιφερειακό ζήτημα, αλλά στρατηγική πρόκληση για ολόκληρη την Ευρώπη. Θετικό είναι ότι και οι δύο πλευρές δείχνουν αυτή τη στιγμή διάθεση για διάλογο. Ωστόσο, αυτή η διαδικασία χρειάζεται περαιτέρω στήριξη, και τα ευρωπαϊκά κράτη θα πρέπει – προς ίδιον συμφέρον – να αναλάβουν πιο ενεργό ρόλο.
Είναι σαφές ότι η σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο αποτελεί θεμελιώδες συμφέρον της Ευρώπης – πολιτικά, οικονομικά και σε επίπεδο ασφάλειας».
Η Ευρώπη βρίσκεται σε περίοδο βαθιών αλλαγών: οι διατλαντικές σχέσεις είναι τεταμένες, ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται και στη Μέση Ανατολή δεν διαφαίνεται αποκλιμάκωση. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Φρίντριχ Μερτς υποσχεθεί να επαναφέρει τη Γερμανία σε ηγετικό ρόλο στην Ευρώπη. Πόσο ρεαλιστικός είναι αυτός ο στόχος, δεδομένων των εσωτερικών πιέσεων που δέχεται η γερμανική κυβέρνηση και της ανόδου της AfD;
«Ήδη διακρίνονται τα πρώτα στοιχεία αυτού του ηγετικού – ή καλύτερα συντονιστικού – ρόλου. Ιδίως στη διαχείριση των σχέσεων με τις ΗΠΑ και τον Ντόναλντ για παράδειγμα σε ζητήματα δασμών και οικονομικής πολιτικής, ο καγκελάριος Μερτς και η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον Ντερ Λάειεν κατάφεραν να παρουσιάσουν μια ενιαία ευρωπαϊκή στάση. Αυτό δείχνει ότι η Γερμανία μπορεί να διαδραματίσει συντονιστικό και ηγετικό ρόλο.
Συνολικά, ο στόχος είναι ρεαλιστικός, αλλά υπό προϋποθέσεις. Η ηγεσία σήμερα δεν προκύπτει από δηλώσεις, αλλά από αξιοπιστία, ικανότητα δράσης και τη δυνατότητα ενσωμάτωσης των ευρωπαίων εταίρων, με σεβασμό και ισοτιμία, τόσο προς τα μεγάλα όσο και προς τα μικρά κράτη.
Οι διεθνείς προκλήσεις το επιβάλλουν: ο πόλεμος στην Ουκρανία, η αστάθεια στη Μέση Ανατολή και η αβεβαιότητα στις διατλαντικές σχέσεις. Σε αυτό το περιβάλλον, η Ευρώπη χρειάζεται προσανατολισμό και η Γερμανία μπορεί να συμβάλει σε αυτόν.
Υπό το πρίσμα της γερμανικής ιστορίας, είναι επίσης κατανοητό ότι προκαλείται ανησυχία στην Ευρώπη όταν ένα ακροδεξιό κόμμα όπως η AfD ενισχύεται δημοσκοπικά. Αυτή η ευαισθησία είναι δικαιολογημένη και πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη.
Ταυτόχρονα, είναι σημαντικό να κατανοήσουμε τα κίνητρα των ψηφοφόρων με μεγαλύτερη διαφοροποίηση. Οι περισσότεροι δεν ψηφίζουν τέτοια κόμματα από ιδεολογική ταύτιση με τον εξτρεμισμό, αλλά ως ένδειξη διαμαρτυρίας – λόγω της αίσθησης ότι δεν ακούγονται, ότι απογοητεύονται από το κράτος ή ότι δεν ωφελούνται επαρκώς οικονομικά. Αυτό αποτελεί σαφές μήνυμα προς τα παραδοσιακά κόμματα.
Είμαι πεπεισμένος ότι αυτή η τάση μπορεί να αντιστραφεί. Αλλά αυτό απαιτεί πολιτική ηγεσία που να προσφέρει προσανατολισμό, να ονομάζει τα προβλήματα με σαφήνεια και να προτείνει λύσεις που γίνονται αισθητές στην καθημερινότητα των πολιτών – όχι μόνο στη Γερμανία, αλλά σε ολόκληρη την Ευρώπη».