Στην πράξη όμως, η εικόνα αυτή απέχει από το κλίμα που βιώνει η κοινωνία. επιμένει σε μια γνώριμη επικοινωνιακή τακτική. Την επίκληση διεθνών δεικτών και στατιστικών, ως ένδειξη θεσμικής κανονικότητας. Όμως τα δεδομένα αυτά, όσο κι αν έχουν τη σημασία τους, δεν αρκούν από μόνα τους για να απαντήσουν στα συγκεκριμένα ερωτήματα που έχουν τεθεί δημόσια.
Υποθέσεις όπως ο ΟΠΕΚΕΠΕ, οι υποκλοπές και μια σειρά ζητημάτων διαφάνειας και λειτουργίας του κράτους, έχουν διαμορφώσει ένα βαρύ κλίμα δυσπιστίας. Και όσο κι αν επιχειρείται η μετάθεση της συζήτησης σε «διαχρονικές παθογένειες», το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Η ευθύνη χάνεται μέσα στη γενικότητα, ενώ τα προβλήματα παραμένουν.
Μετά από σχεδόν 7 χρόνια διακυβέρνησης, δεν πείθει πλέον το αφήγημα ότι όλα είναι αποτέλεσμα ενός «παλιού» συστήματος. Η διακυβέρνηση κρίνεται από τις επιλογές της παρούσας εξουσίας, από τα πρόσωπα που τοποθετεί, από τους ελέγχους που κάνει, από τις υποθέσεις που αφήνει να εξελίσσονται χωρίς καθαρή απάντηση.
Και όταν η συζήτηση για το κράτος δικαίου περιορίζεται σε γενικές διαβεβαιώσεις, χωρίς καθαρές απαντήσεις στα επιμέρους ζητήματα, το πρόβλημα δεν αντιμετωπίζεται, αλλά μετατίθεται.
Σε αυτό το πλαίσιο, η αποδυνάμωση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς και το πολιτικό σύστημα, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με επικοινωνιακή διαχείριση, αλλά με καθαρές απαντήσεις, σύγκρουση με τις πρακτικές που παράγουν αδιαφάνεια και πραγματική λογοδοσία, ακόμα κι αν αυτή φέρει σε άβολη θέση την «παράταξη».