Η κ. Αποστολάκη κατηγόρησε την κυβέρνηση για αδράνεια αλλά και για προσπάθεια επικοινωνιακής οικειοποίησης ευρωπαϊκών ρυθμίσεων που αφορούν την ενίσχυση των δικαιωμάτων των καταναλωτών. Όπως υπογράμμισε, η ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2225 έχει καθυστερήσει, παρότι έπρεπε να έχει ολοκληρωθεί έως τον Νοέμβριο του 2025, απορρίπτοντας παράλληλα τους ισχυρισμούς του Υφυπουργού Ανάπτυξης ότι δεν υπήρξε καθυστέρηση.
Σύμφωνα με την τοποθέτησή της, η κυβέρνηση επιχειρεί να παρουσιάσει την εφαρμογή της συγκεκριμένης Οδηγίας ως δική της μεταρρυθμιστική πρωτοβουλία, κάτι που η ίδια χαρακτήρισε παραπλανητικό.
Η ευρωπαϊκή Οδηγία προβλέπει ενίσχυση της διαφάνειας στις χρηματοπιστωτικές συναλλαγές, αυστηρότερους κανόνες υπεύθυνου δανεισμού και μέτρα για την αποτροπή της υπερχρέωσης των πολιτών. Η βουλευτής τόνισε ότι όλα αυτά κρίνονται ιδιαίτερα σημαντικά σε μια περίοδο όπου οι καταναλωτές επιβαρύνονται με χρεώσεις που χαρακτηρίζονται από αδιαφάνεια, όπως έξοδα φακέλου και προμήθειες χωρίς σαφή ανταποδοτικότητα.
Παράλληλα, επεσήμανε το υψηλό κόστος καταναλωτικής πίστης στην Ελλάδα, σημειώνοντας ότι τα επιτόκια των καταναλωτικών δανείων ανέρχονται κατά μέσο όρο στο 9,94%, έναντι 7,15% στην Ευρωζώνη, γεγονός που συνεπάγεται περίπου 40% ακριβότερο δανεισμό για τους Έλληνες πολίτες. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στις πιστωτικές κάρτες, όπου τα επιτόκια φτάνουν από 14% έως και πάνω από 18%.
Η κ. Αποστολάκη παρουσίασε επίσης τις προτάσεις του ΠΑΣΟΚ για μεγαλύτερη διαφάνεια στα επιτόκια και ενίσχυση της προστασίας των δανειοληπτών, καθώς και το πρόσφατο ολοκληρωμένο πλαίσιο που κατέθεσε το κόμμα για την κατάργηση παράνομων τραπεζικών χρεώσεων, την αυστηρότερη φορολόγηση των τραπεζών και την ταχύτερη απόσβεση του αναβαλλόμενου φόρου. Όπως ανέφερε, οι προτάσεις αυτές δεν έγιναν αποδεκτές από την κυβέρνηση.