Οριστικό τέλος στη δικαστική διένεξη μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και ιδιώτη για την κυριότητα οικοπέδου στον Γέρακα Αττικής έθεσε το Γ’ Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, απορρίπτοντας την αίτηση αναίρεσης που είχε καταθέσει το Δημόσιο κατά της προγενέστερης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Η υπόθεση αφορά γεωτεμάχιο επιφάνειας 490,60 τετραγωνικών μέτρων, επί του οποίου έχει ανεγερθεί ισόγεια κατοικία, στην περιοχή Γαργηττός του Δήμου Παλλήνης. Κατά την έναρξη λειτουργίας του Εθνικού Κτηματολογίου στην περιοχή, το έτος 2004, το εν λόγω ακίνητο είχε συμπεριληφθεί στις εγγραφές με την ένδειξη «αγνώστου ιδιοκτήτη» κατά ποσοστό 100%.
Η δικαστική διαδικασία ξεκίνησε το 2018 με την κατάθεση αγωγής από την πλευρά του ιδιώτη, ο οποίος ζητούσε τη διόρθωση της πρώτης κτηματολογικής εγγραφής και την αναγνώριση της αποκλειστικής κυριότητάς του.
Δικαίωση ιδιώτη έναντι Δημοσίου: Το σκεπτικό του Ανώτατου Δικαστηρίου
Σύμφωνα με το σκεπτικό της δικαστικής απόφασης, το ανώτατο δικαστήριο επικύρωσε τις κρίσεις των δικαστηρίων ουσίας, βάσει των οποίων αποδείχθηκε η εικοσαετής νομή του ιδιώτη. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά, ο ενάγων κατέστη κύριος του επιδίκου γεωτεμαχίου με πρωτότυπο τρόπο «με την άσκηση εμφανών υλικών πράξεων φυσικής εξουσίασης με διάνοια κυρίου επ’ αυτού πλέον της εικοσαετίας από το 1980 και εντεύθεν».
Αρχικά, από το 1980 «η Φ. Κ. ασκούσε με διάνοια κυρίου στο εν λόγω ακίνητο όλες τις διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζαν στη φύση του», ενώ από το 1991 ο ιδιώτης κατοικούσε εκεί, καθώς η δικαιοπάροχός του «του το μεταβίβασε άτυπα λόγω δωρεάς, προκειμένου να στεγάσει την οικογένεια του». Κατά τη διάρκεια της διαμονής του, προέβη σε επισκευή και επέκταση της οικίας, ενώ «ποτέ έως το χρόνο έναρξης του Κτηματολογίου, αλλά και έως τη συζήτηση της αγωγής, δεν έχει ενοχληθεί ποτέ από κανέναν αναφορικά με τη νομή του ως άνω ακινήτου».
Το Ελληνικό Δημόσιο, από την πλευρά του, προέβαλε σειρά ισχυρισμών με σκοπό την απόδειξη ιδίας κυριότητας. Μεταξύ αυτών, υποστήριξε ότι το ακίνητο περιήλθε στην κατοχή του ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου δυνάμει της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, καθώς και ότι επρόκειτο για δημόσιο κτήμα, χαρακτηρισμένο ως λιβάδι ή βοσκότοπο βάσει των βασιλικών διαταγμάτων του 1833 και του 1837.
Ωστόσο, ο Άρειος Πάγος έκρινε τους ισχυρισμούς αυτούς ως νομικά και ουσιαστικά αβάσιμους. Ειδικότερα, για την περιοχή της Αττικής διευκρινίστηκε ότι «δεν μπορεί να γίνει λόγος για περιέλευσή τους στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου με το δικαίωμα του πολέμου, αφού η Αττική δεν κατακτήθηκε με όπλα, αλλά παραχωρήθηκε στο Ελληνικό Κράτος την 31-3-1833». Παράλληλα, το δικαστήριο απέρριψε τις ενστάσεις του Κράτους, επισημαίνοντας ότι «το εκκαλούν δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο, από το οποίο να προκύπτει ότι το επίδικο ακίνητο δημεύτηκε από το ίδιο ή ότι αποτελούσε πράγματι λιβάδι ή βοσκότοπο κατά τον επίμαχο έτος 1833», ενώ «δεν αποδείχθηκε καμία διακατοχική πράξη των οργάνων του επί του επιδίκου».
Κατόπιν αυτών, το ανώτατο δικαστήριο απεφάνθη ότι «το επίδικο ακίνητο υπήρξε ανέκαθεν ιδιωτικό κτήμα και δη οικόπεδο εντός εγκεκριμένου σχεδίου πόλης» και ως εκ τούτου «είναι δεκτικό εξουσίασης με έκτακτη χρησικτησία».
Με την έκδοση της απόφασης, η αίτηση αναίρεσης του Δημοσίου απορρίφθηκε στο σύνολό της, η πρωτόδικη και εφετειακή κρίση κατέστησαν αμετάκλητες, ενώ επιβλήθηκαν σε βάρος του Δημοσίου τα δικαστικά έξοδα του ιδιώτη, τα οποία ορίστηκαν «στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ». Προσθέστε το anticorr.gr ως
προτεινόμενη πηγή στην Google
Ακολουθήστε το anticorr.gr στο Google News και δείτε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Διαβάστε όλες τις τελευταίες ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο anticorr.gr
,© 2018 – 2026 Anticorr- Τα μάτια της Δικαιοσύνης