Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ ξεκίνησε την ομιλία του αναφέροντας πως «στον δημόσιο διάλογο επανέρχεται συχνά η συζήτηση για το αν η Ελλάδα είναι σήμερα καλύτερα απ’ ό,τι ήταν πριν από μια δεκαετία» και σημειώνοντας ότι η απάντηση είναι προφανής, αφού «η χώρα έχει ανακτήσει την επενδυτική βαθμίδα, οι τράπεζες έχουν ενισχύσει τους ισολογισμούς τους, αν και τα αρρύθμιστα χρέη που ανήκουν πλέον στα funds, παραμένουν βραχνάς για νοικοκυριά και επιχειρήσεις» και «η οικονομία αναπτύσσεται ως αποτέλεσμα της ανάκαμψης που ακολούθησε τη βαθιά οικονομική κρίση», ενώ «ο λόγος του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ μειώνεται σταθερά, εξέλιξη που οφείλεται σε σημαντικό βαθμό και στην ονομαστική μεγέθυνση της οικονομίας και στον πληθωρισμό».
Όλα τα παραπάνω είναι – όπως σημείωσε – αποτέλεσμα των θυσιών της ελληνικής κοινωνίας και της αντοχής που επέδειξαν πάρα πολλές επιχειρήσεις. Ωστόσο, τόνισε πως «η πρόκληση για μια κοινωνία είναι αν προετοιμάζεται για το μέλλον. Αν είναι έτοιμη να αντιμετωπίσει τις αδυναμίες της».
Τα βασικά διλήμματα, λοιπόν, που κατά τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ οφείλουμε να δούμε καθώς βαδίζουμε προς το 2030 βασίζονται στο εάν η Ελλάδα του 2030 θα είναι μια χώρα ευρωπαϊκής σύγκλισης ή μια χώρα που απλώς διαχειρίζεται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τις αδυναμίες της.
«Πολλές εκθέσεις διεθνών και ευρωπαϊκών οργανισμών επισημαίνουν ότι παραμένουν σοβαρές διαρθρωτικές αδυναμίες. Άρα, καλό θα είναι να συζητήσουμε για το αύριο και όχι να επιλέγουμε τη σύγκριση με το παρελθόν. Αυτό, λοιπόν, που λένε όλα αυτά τα reports, πρέπει να μας προβληματίσει, γιατί οι προκλήσεις που έχουμε μπροστά μας και ως Ελλάδα και ως Ευρώπη είναι πολλαπλές», σημείωσε πριν αναπτύξει τους άξονες που θα πρέπει να λάβουν ιδιαίτερη προσοχή.
Οι βασικοί άξονες, στους οποίους αναφέρθηκε ο κ. Ανδρουλάκης, είναι οι εξής:
Ο ίδιος τόνισε, μεταξύ άλλων, πως βασικό «στοίχημα» είναι ότι σήμερα «παράγουμε λιγότερη αξία ανά εργαζόμενο και ανά ώρα εργασίας από πολλές ανταγωνιστικές οικονομίες», κάτι που σημαίνει ότι η Ελλάδα του 2030 θα πρέπει να είναι «μια ανθεκτική οικονομία που δημιουργεί περισσότερο πλούτο, περισσότερη αξία και κατανέμει τα οφέλη της ανάπτυξης με πιο δίκαιο τρόπο».
Παράλληλα, υπογράμμισε πως η χώρα μας «συνεχίζει να καταναλώνει και να επενδύει περισσότερο από όσο παράγει για τις διεθνείς αγορές», πράγμα που περιέγραψε όχι ως έναν ακόμη τεχνικό δείκτη, αλλά ως ζήτημα εθνικής ανθεκτικότητας, τονίζοντας ότι χρειάζονται περισσότερες εξαγωγές, ισχυρότερη μεταποίηση, μεγαλύτερη συμμετοχή στις ευρωπαϊκές αλυσίδες αξίας, παραγωγή προϊόντων και υπηρεσιών με υψηλότερη προστιθέμενη αξία.
«Δεν μπορούμε να μιλάμε για ισχυρή οικονομία, όταν η παραγωγική μας βάση παραμένει στενότερη από τις ανάγκες της χώρας σε έναν πολύ μεγάλο βαθμό», επεσήμανε.
«Η Ελλάδα του 2030 πρέπει να είναι μια χώρα που επενδύει συστηματικά στη γνώση, στην κατάρτιση, στην έρευνα και στη δημιουργία ποιοτικών θέσεων εργασίας», υπογράμμισε σε άλλο σημείο της ομιλίας του, ενώ υποστήριξε ότι «η μάχη της επόμενης δεκαετίας θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό από το αν θα μπορέσουμε να δώσουμε πραγματική προοπτική στους νέους ανθρώπους της χώρας».
Όσον αφορά το κράτος δικαίου και τη Δικαιοσύνη, ο κ. Ανδρουλάκης τάχθηκε υπέρ των «ποιοτικών θεσμών», της διαφάνειας και της αξιοκρατίας και εξήγησε πως «η ταχύτητα απονομής δικαιοσύνης, ο σεβασμός της λειτουργίας των ανεξάρτητων αρχών, η αποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης, η σταθερότητα των κανόνων και η ποιότητα της διακυβέρνησης αποτελούν πλέον κρίσιμους παράγοντες ανταγωνιστικότητας».
Υπογράμμισε, παράλληλα, αφήνοντας σαφείς αιχμές πως η Δικαιοσύνη είναι ένας τομέας, στον οποίο η Ελλάδα «έχει οδηγηθεί σε πισωγύρισμα τα τελευταία χρόνια», ενώ έκανε λόγο για αδιαφάνεια στη διαχείριση του δημόσιου, η οποία – όπως είπε – έχει γιγαντωθεί «με τα ρεκόρ σε απευθείας αναθέσεις, τις στρατιές των μετακλητών και τις υποτυπώδεις διαγωνιστικές διαδικασίες». Στο ίδιο πλαίσιο, επεσήμανε και τις καθυστερήσεις, τα γραφειοκρατικά εμπόδια και τις θεσμικές αδυναμίες που περιορίζουν την ταχύτητα με την οποία οι επενδύσεις μετατρέπονται σε παραγωγική δραστηριότητα.
«Η χώρα, λοιπόν, χρειάζεται ένα κράτος πιο αξιοκρατικό, πιο διαφανές, πιο αποτελεσματικό, πιο αποκεντρωμένο με μεγαλύτερη αξιοπιστία και λογοδοσία. Και αυτό δεν μπορεί να είναι το σημερινό επιτελικό κράτος», τόνισε.
Όσον αφορά την οικονομική ανάπτυξη, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ σημείωσε την , οι οποίοι περιγράφουν την καθημερινότητά τους ως ολοένα επιδεινούμενη, ενώ σημείωσε πως η επίμονη ακρίβεια αποτελεί ίσως τη μεγαλύτερη κοινωνική πρόκληση.
«Το ζήτημα δεν είναι μόνο ο γενικός πληθωρισμός. Είναι το κόστος στέγασης. Είναι το κόστος ενέργειας. Είναι το κόστος βασικών υπηρεσιών. Είναι η πίεση που δέχονται τα μεσαία και χαμηλότερα εισοδήματα», είπε χαρακτηριστικά, τονίζοντας ότι μία οικονομία «δεν μπορεί να θεωρείται πραγματικά επιτυχημένη, όταν οι ανισότητες μεγαλώνουν, όταν σημαντικό μέρος της κοινωνίας βλέπει το διαθέσιμο εισόδημά του να συρρικνώνεται».
Υπογράμμισε, δε, πως η ανάπτυξη οφείλει να μεταφράζεται σε βελτίωση του βιοτικού επιπέδου και αναρωτήθηκε «πώς μπορεί να έχει επιτύχει μια οικονομική πολιτική, όταν ο λαός μας έχει τη χαμηλότερη αγοραστική δύναμη μεταξύ των 27 ευρωπαϊκών χωρών;».
Όσον αφορά τις τράπεζες, σημείωσε πως «έχουν μειώσει θεαματικά τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια στους ισολογισμούς τους, όμως το πρόβλημα δεν έχει εξαφανιστεί», αφού «μεγάλο μέρος των κόκκινων δανείων έχει μεταφερθεί εκτός τραπεζικού συστήματος και εξακολουθεί να βαραίνει νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις».
Έκανε λόγο, λοιπόν, για μία ολοκληρωμένη στρατηγική για την επόμενη μέρα, που θα επιτρέπει στις βιώσιμες επιχειρήσεις και στα νοικοκυριά να επιστρέψουν πλήρως στην οικονομική δραστηριότητα.
Μερικά σημεία της στρατηγικής αυτής, προκειμένου οι πολίτες να μην είναι εγκλωβισμένοι σε ένα «ωκεανού ιδιωτικού χρέους», θα πρέπει να είναι, σύμφωνα με τον ίδιο η προστασία της πρώτης κατοικίας, αυστηρό πλαίσιο λειτουργίας των funds, και 120 δόσεις για χρέη προς το Δημόσιο.
Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, περιέγραψε το Ταμείο Ανάκαμψης ως τη «μεγάλη σύγχρονη χαμένη ευκαιρία», λέγοντας πως οι πόροι του «δυστυχώς αξιοποιήθηκαν, χωρίς προτεραιοποίηση, χωρίς συνεκτικό σχέδιο, και όλα αυτά θα τα βρούμε μπροστά μας».
«Μετά το 2029, τα πράγματα θα είναι πάρα μα πάρα πολύ δύσκολα. Δεν θα αφήσουν, λοιπόν, αυτοί οι πόροι μία μόνιμη και σταθερή δυναμική», ανέφερε.
Ωστόσο, αναφέρθηκε στο «παράθυρο» που άνοιξε η Κομισιόν μετά το τέλος του ΤΑΑ να αναγνωριστεί πως οι αναξιοποίητοι και εναπομείναντες πόροι μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως κεφαλαιακές εισφορές προς τις εθνικές αναπτυξιακές τράπεζες για κοινωνικούς σκοπούς, όπως η προσιτή στέγη, χαρακτηρίζοντας την απόφαση αυτή ως ένα «σοβαρό παράθυρο ευκαιρίας για τη χώρα».
«Με απλά λόγια, δίνει τη δυνατότητα στα κράτη-μέλη να μετατρέψουν προσωρινούς ευρωπαϊκούς πόρους σε μόνιμα κοινωνικά και οικονομικά αναπτυξιακά εργαλεία», ανέφερε εξηγώντας την απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και συμπλήρωσε πως κατά το ΠΑΣΟΚ θα πρέπει αυτή η ευκαιρία να αξιοποιηθεί και να ενισχυθεί κεφαλαιακά η ελληνική αναπτυξιακή τράπεζα, προκειμένου «να δημιουργηθεί ισχυρός δημόσιος χρηματοδοτικός πυλώνας για την προσιτή κατοικία, για προγράμματα κοινωνικών κατοικιών».
«Γιατί κάθε ευρώ κεφαλαίου που τοποθετείται στην αναπτυξιακή τράπεζα, μπορεί να μοχλεύσει πολλαπλάσιους πόρους», ανέφερε χαρακτηριστικά.
«Το πραγματικό, λοιπόν, ερώτημα είναι: όχι μόνο πόσα θα απορροφήσουμε έως το 2026, αλλά αν οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης θα γίνουν το θεμέλιο ενός μόνιμου εργαλείου στεγαστικής πολιτικής για τους νέους ανθρώπους και τα μεσαία στρώματα», είπε ακόμη, ενώ, κάνοντας λόγο για «μία Ελλάδα που θα κοιτάξει με αξιοπρέπεια και προοπτική το μέλλον», τόνισε πως είναι αναγκαίες οι μακροπρόθεσμες πολιτικές προτάσεις για όλες τις προκλήσεις και ένα σαφές σχέδιο «για ανθεκτική, παραγωγική, ανταγωνιστική, οικονομική ανάπτυξη, αλλά και για κοινωνική δικαιοσύνη».
This website uses cookies.