Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) δικαίωσε ομόφωνα έναν νεαρό Τούρκο εισαγγελέα, ο οποίος έχασε τη δουλειά του για λόγους ψυχικής υγείας, χωρίς να έχει το δικαίωμα να προσφύγει σε δικαστήριο για να αμφισβητήσει την απόφαση. Το Στρασβούργο έκρινε ότι με αυτόν τον τρόπο παραβιάστηκε το δικαίωμά του να έχει πρόσβαση σε δίκαιη δίκη.
Η υπόθεση ξεκινά τον Νοέμβριο του 2018, όταν ο Σαμέτ Καγιά, σε ηλικία 25 ετών, διορίστηκε εισαγγελέας στην πόλη Karabük. Λίγους μήνες μετά, αντιμετώπισε ένα δύσκολο διαζύγιο, το οποίο του προκάλεσε σοβαρά ψυχιατρικά προβλήματα. Διαγνώστηκε με κατάθλιψη και στη συνέχεια με «οξεία ψυχωτική διαταραχή», με αποτέλεσμα να νοσηλευτεί. Όταν βγήκε από το νοσοκομείο, οι γιατροί βεβαίωσαν ότι είχε ξεπεραστεί το πρόβλημα και ο εισαγγελέας επέστρεψε στα καθήκοντά του, αναλαμβάνοντας μάλιστα θέσεις σε άλλες πόλεις.
Ωστόσο, το Ανώτατο Συμβούλιο Δικαστών και Εισαγγελέων της Τουρκίας (HSK) άνοιξε φάκελο για την καταλληλότητά του. Παρά το γεγονός ότι οι επόμενες εξετάσεις έδειχναν ότι η υγεία του ήταν σε ύφεση, το Ιατροδικαστικό Ινστιτούτο της χώρας εξέδωσε πόρισμα που στηρίχθηκε στο ιστορικό του και στον κίνδυνο να υποτροπιάσει λόγω στρες. Με βάση αυτή την έκθεση, το Συμβούλιο αποφάσισε να τον απολύσει οριστικά.
Ο εισαγγελέας προσκόμισε νέα έκθεση από Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο που έλεγε ότι είναι εντελώς καλά και ζήτησε να επανεξεταστεί η υπόθεσή του. Το Συμβούλιο όμως απέρριψε τα αιτήματά του. Σύμφωνα με το Σύνταγμα της Τουρκίας, οι αποφάσεις του Συμβουλίου είναι αμετάκλητες και απαγορεύεται ρητά να ελεγχθούν από οποιοδήποτε κανονικό δικαστήριο.
Το Στρασβούργο αποφάνθηκε ότι δεν θα κρίνει αν ο προσφεύγων ήταν ιατρικά ικανός ή όχι να κάνει τη δουλειά του. Αυτό που εξέτασε ήταν αν επιτρέπεται μια τόσο σοβαρή απόλυση να μένει εντελώς στο απυρόβλητο, χωρίς καμία δικαστική εποπτεία.
Το ΕΔΔΑ τόνισε ότι το Συμβούλιο που τον απέλυσε είναι ένα διοικητικό όργανο και δεν λειτουργεί σαν πραγματικό δικαστήριο (δεν γίνονται δημόσιες συνεδριάσεις, ούτε υπάρχει μια κανονική δίκη με δικηγόρους).
Στο σκεπτικό της απόφασης αναφέρεται χαρακτηριστικά: «Δεδομένης της βαρύτητας των συνεπειών της απόλυσης για τον προσφεύγοντα, οι οποίες πρακτικά ισοδυναμούσαν με εκείνες μιας απόλυσης από το επάγγελμα για λόγους πειθαρχικού παραπτώματος -για την οποία προβλέπεται δικαστικός έλεγχος κατά το εσωτερικό δίκαιο-, το Δικαστήριο δεν εντοπίζει κανέναν εξαιρετικό ή επιτακτικό λόγο ικανό να δικαιολογήσει τον αποκλεισμό της διαφοράς από μεταγενέστερη δικαστική εποπτεία. Ο ίδιος ο πυρήνας του δικαιώματος του προσφεύγοντος για πρόσβαση σε δικαστήριο προσβλήθηκε με τον τρόπο αυτό».
Τελικά, το Δικαστήριο επιδίκασε στον εισαγγελέα 9.000 ευρώ για ηθική βλάβη.
Η απόφαση αυτή θεωρείται σημαντική καθώς αναλύει ότι καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να κρύβεται πίσω από «ιατρικές δικαιολογίες» για να διώχνει δικαστές και εισαγγελείς χωρίς εκείνοι να μπορούν να αμυνθούν δικαστικά.
Ωστόσο, αρκετοί νομικοί αναλυτές ασκούν κριτική στο Δικαστήριο του Στρασβούργου για μια σημαντική παράλειψη. Το Δικαστήριο επέλεξε να σταθεί μόνο στο διαδικαστικό κομμάτι (στο ότι δεν υπήρχε δικαστήριο να ελέγξει την απόλυση) και απέφυγε να εξετάσει την ουσία της ιδιωτικής ζωής του εισαγγελέα. Αν το είχε κάνει, θα μπορούσε να πάρει θέση σε ένα πολύ ευαίσθητο κοινωνικό ζήτημα: στο αν είναι σωστό και δίκαιο να απολύεται οριστικά ένας εργαζόμενος που έχει γίνει καλά, μόνο και μόνο επειδή είχε ένα παλιό ιατρικό ιστορικό ή επειδή υπάρχει μια υποθετική υποψία ότι μπορεί κάποτε να αρρωστήσει ξανά. Έτσι, λένε οι επικριτές, χάθηκε μια ευκαιρία να… χτυπηθεί το κοινωνικό στίγμα γύρω από τα προβλήματα ψυχικής υγείας.
Πηγή: echrcaselaw.com Προσθέστε το anticorr.gr ως
προτεινόμενη πηγή στην Google
Ακολουθήστε το anticorr.gr στο Google News και δείτε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Διαβάστε όλες τις τελευταίες ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο anticorr.gr
,© 2018 – 2026 Anticorr- Τα μάτια της Δικαιοσύνης
This website uses cookies.