Χατζηδάκης: Χρωστάει μια απάντηση ο κ. Τσίπρας για τη ΔΕΗ

Και συνεχίζει στην ανάρτηση του στο Facebook ο κ. Χατζηδάκης: «Με συνολικές προσφορές που έφτασαν τα 18 δισ. ευρώ για άντληση 4,25 δισ. ευρώ. Το καλοκαίρι του 2019 η ήταν στα πρόθυρα της χρεοκοπίας. Ανάμεσα στα άλλα, είχε υποχρεωθεί από την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, μέσω των περιβόητων δημοπρασιών ΝΟΜΕ, να πουλάει ρεύμα κάτω του κόστους στους ανταγωνιστές της! Στις Ευρωεκλογές του 2019, ένα μήνα πριν αναλάβω το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, η αξία της ήταν κάτω από 300 εκατ. ευρώ. Και σήμερα, πριν από την συμπερίληψη της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου, 7,9 δις. ευρώ. Το Δημόσιο τότε κατείχε 51%, σήμερα 35%. Το 35% που κατέχει σήμερα έχει ήδη 18 φορές μεγαλύτερη αξία από το 51% που κατείχε το 2019. Κι αυτό χωρίς να υπολογίσουμε τη νέα πολύ σημαντική αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου.

Διερωτώμαι: Αν ίσχυε η εικόνα καταστροφής που συστηματικά παρουσιάζουν ο κ. Τσίπρας και άλλα κόμματα της αντιπολίτευσης, θα υπήρχε άραγε τέτοια κοσμοσυρροή σοβαρών διεθνών και Ελλήνων επενδυτών; Θα έβαζαν κορυφαία επενδυτικά funds 18 δισ. ευρώ προσφορές σε μια ελληνική επιχείρηση, αν πίστευαν ότι επενδύουν σε μια οικονομία χωρίς προοπτική και σε μια εταιρεία χωρίς μέλλον; Ενοχλεί άραγε όσους υποστηρίζουν τη χρεοκοπημένη του ΣΥΡΙΖΑ ότι μετατρέπεται σήμερα σε εθνικό και περιφερειακό ενεργειακό πρωταθλητή; Τους ενοχλεί ότι η είναι ένας όμιλος που διεκδικεί ρόλο στην Κεντρική και στην Νοτιοανατολική Ευρώπη; Θα προτιμούσαν μια που χάνει ευκαιρίες αντί να επενδύει στις ΑΠΕ, στην αποθήκευση ενέργειας και στα data centers;

Ας δούμε, όμως, με την ευκαιρία, μια συνολικότερη εικόνα για την αγορά ενέργειας. Στηρίζομαι γι’ αυτό και σε στοιχεία που παρουσίασε ο Υφυπουργός Νίκος Τσάφος. Από το 2019 μέχρι το 2025, η Ελλάδα κατόρθωσε να αυξήσει σε τέτοιο βαθμό τη διείσδυση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, ώστε, με βάση το μέγεθός της, να είναι πλέον 3η στον κόσμο σε διείσδυση από φωτοβολταϊκά και 9η από αιολικά. Η χώρα μας, από καθαρός εισαγωγέας ηλεκτρικής ενέργειας επί ΣΥΡΙΖΑ (εισάγαμε το 18% των αναγκών μας), έχει εξελιχθεί από το 2024 σε καθαρό εξαγωγέα ηλεκτρικής ενέργειας και το 2026 είμαστε ο 4ος μεγαλύτερος εξαγωγέας ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη. Κέρδος προφανώς για την εθνική οικονομία.

Πάμε τώρα στο πιο κρίσιμο ερώτημα που το άφησα για το τέλος: «Και τι μας νοιάζουν εμάς όλα αυτά; Αυτά είναι για τους επενδυτές και τους παραγωγούς ενέργειας, δεν είναι για τον λαό. Τον λαό τον νοιάζουν οι τιμές της ενέργειας». Απαντώ, λοιπόν: Αν είχε χρεοκοπήσει η στις 23 Σεπτεμβρίου 2019, με βάση τις προειδοποιήσεις του ορκωτού ελεγκτή, θα τον ένοιαζε και θα τον παραένοιαζε τον λαό φυσικά. Διότι αυτή ήταν η «φιλολαϊκή» πολιτική που παραλάβαμε. Πιο συγκεκριμένα, στην αγορά χονδρικής ηλεκτρικής ενέργειας, είχαμε την ακριβότερη τιμή σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση! Σήμερα έχουμε την 7η φθηνότερη. Αλλά ακόμα σημαντικότερο, ας δούμε τις τιμές της λιανικής: Επί ΣΥΡΙΖΑ, οι τιμές λιανικής στην Ελλάδα ήταν -19% από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, επί Νέας Δημοκρατίας είναι -20%! Επίσης, το β’ εξάμηνο του 2025, είχαμε την 10η φθηνότερη τιμή ρεύματος σε όλη την ΕΕ. Τα στοιχεία είναι επίσημα και δεν αμφισβητούνται. Τι έχει συμβεί στην πραγματικότητα; Ο ΣΥΡΙΖΑ, προσπαθώντας όπως όπως να συγκρατήσει τις τιμές, έφτασε τη στα όρια της χρεοκοπίας, ενώ η Νέα Δημοκρατία συγκρατεί τις τιμές περισσότερο από τον ΣΥΡΙΖΑ, αφήνοντας παράλληλα περιθώρια τόσο στη όσο και στο σύνολο των επενδυτών στην αγορά ενέργειας να επενδύσουν περαιτέρω, να εκσυγχρονιστούν, να δώσουν έμφαση στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας. Με αυτή την πολιτική, την πολιτική δηλαδή της προώθησης των επενδύσεων στα δίκτυα και στις Ανανεώσιμες Πήγες Ενέργειας, η αγορά ενέργειας εκσυγχρονίζεται και με αυτό τον τρόπο μπαίνουν γερές βάσεις, μέσω των οποίων, θα υπάρχει σταθερό κέρδος στις τσέπες τόσο των επιχειρήσεων όσο και των νοικοκυριών. Πάντοτε λαμβάνοντας υπόψη το περιβάλλον και τις γενικότερες τάσεις στις διεθνείς ενεργειακές αγορές.

Ακόμα μια φορά, από τη μια πλευρά ο λαϊκισμός, αλλά και η εξυπηρέτηση τελικά συμφερόντων ανταγωνιστικών προς τη δημόσια και από την άλλη μια σύγχρονη πολιτική που, παρά τα επιπόλαια και αδίστακτα συνθήματα, υπηρετεί τόσο τη όσο και τους καταναλωτές».

This website uses cookies.