Ο κ. Χατζηδάκης υποστήριξε ότι, μετά την επίτευξη της δημοσιονομικής σταθερότητας και την αποκατάσταση της αξιοπιστίας της ελληνικής οικονομίας, η χώρα εισέρχεται σε μια νέα φάση, όπου οι βασικές προτεραιότητες είναι η ανταγωνιστικότητα και η παραγωγικότητα.
Όπως ανέφερε, η Ελλάδα καλείται πλέον να πραγματοποιήσει ένα «μεγάλο άλμα» ώστε να ανταποκριθεί στις προκλήσεις του διεθνούς ανταγωνισμού και της παγκόσμιας αβεβαιότητας, ακολουθώντας το παράδειγμα χωρών που κατάφεραν να μετασχηματίσουν ταχύτατα τις οικονομίες τους, όπως η Ιρλανδία.
Στο πλαίσιο αυτό, προανήγγειλε συνέχιση της πολιτικής μείωσης των φορολογικών βαρών καθ’ όλη τη διάρκεια της επόμενης τετραετίας, επισημαίνοντας ότι οι σχετικές παρεμβάσεις θα υλοποιηθούν με δημοσιονομική υπευθυνότητα και χωρίς πρακτικές παροχολογίας.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε και στον τομέα της εκπαίδευσης, υπογραμμίζοντας ότι η Ελλάδα μπορεί να εξελιχθεί σε διεθνή εκπαιδευτικό κόμβο. Όπως σημείωσε, η λειτουργία μη κρατικών πανεπιστημίων και οι συνεργασίες ελληνικών δημόσιων ιδρυμάτων με πανεπιστήμια του εξωτερικού αποτελούν βήματα προς αυτή την κατεύθυνση και μπορούν να διαμορφώσουν έναν νέο ακαδημαϊκό χάρτη στη χώρα.
Αναφερόμενος στην επιχειρηματικότητα, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης στάθηκε στην ανάγκη ενίσχυσης του μεγέθους των ελληνικών επιχειρήσεων μέσω συνεργασιών και συγχωνεύσεων. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι η Πολιτεία δεν μπορεί να επιβάλει τέτοιες κινήσεις, επισημαίνοντας πως η Ελλάδα εξακολουθεί να διαθέτει το υψηλότερο ποσοστό μικρών επιχειρήσεων στην Ευρώπη.
Κεντρική θέση στην ομιλία του κατείχε η τεχνητή νοημοσύνη, την οποία χαρακτήρισε ως μία από τις σημαντικότερες αλλαγές της σύγχρονης εποχής. Όπως τόνισε, δεν πρόκειται απλώς για μια τεχνολογική εξέλιξη, αλλά για έναν παράγοντα που μετασχηματίζει συνολικά την οικονομία και την κοινωνία.
Μάλιστα, προανήγγειλε ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα αποτελέσει βασικό πυλώνα του επόμενου οικονομικού προγράμματος της Νέας Δημοκρατίας, καθώς θεωρείται κρίσιμο εργαλείο για την αύξηση της παραγωγικότητας, της ανταγωνιστικότητας και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας.
Ο κ. Χατζηδάκης υπογράμμισε παράλληλα τη σημασία του επιστημονικού δυναμικού της χώρας, επισημαίνοντας ότι η Ελλάδα διαθέτει σημαντική παρουσία στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης σε ευρωπαϊκό επίπεδο, γεγονός που μπορεί να αποτελέσει συγκριτικό πλεονέκτημα για τη νέα αναπτυξιακή πορεία.
Στο ίδιο πλαίσιο αναφέρθηκε και στην έρευνα και την καινοτομία, παραπέμποντας στη συζήτηση που έχει ανοίξει για τη δημιουργία ξεχωριστού υπουργείου Έρευνας, Τεχνολογίας και Ανώτατης Εκπαίδευσης.
Αναφερόμενος στην οικονομική πολιτική, ξεκαθάρισε ότι η αντιμετώπιση των προβλημάτων δεν μπορεί να στηριχθεί σε αποσπασματικές παροχές ή βραχυπρόθεσμες λύσεις, αλλά απαιτεί στρατηγικό σχεδιασμό που θα λαμβάνει υπόψη τις μεγάλες αλλαγές που συντελούνται διεθνώς.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την περίοδο 2028-2034, του οποίου τον συντονισμό και τη διαπραγμάτευση παρακολουθεί εκ μέρους της κυβέρνησης.
Απαντώντας σε εκτιμήσεις περί δημοσιονομικού κενού μετά τη λήξη του Ταμείου Ανάκαμψης, υποστήριξε ότι η Ελλάδα δεν πρόκειται να βρεθεί σε κατάσταση χρηματοδοτικού κενού. Σύμφωνα με τις προτάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, οι διαθέσιμοι πόροι για τη χώρα θα μπορούσαν να φτάσουν τα 50 δισ. ευρώ την επόμενη προγραμματική περίοδο, χωρίς να υπολογίζονται τα δάνεια.
Παράλληλα, στάθηκε ιδιαίτερα στη δημιουργία του νέου Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανταγωνιστικότητας, συνολικού ύψους 410 δισ. ευρώ, το οποίο θα χρηματοδοτεί έργα έρευνας, τεχνολογίας, καινοτομίας και παραγωγικής αναβάθμισης. Όπως εξήγησε, η κατανομή των πόρων δεν θα βασίζεται σε εθνικές ποσοστώσεις αλλά στην ποιότητα και την καινοτομία των προτάσεων που θα καταθέτουν τα κράτη-μέλη.
Εκτίμησε μάλιστα ότι, με βάση πληθυσμιακά κριτήρια, η Ελλάδα θα μπορούσε να διεκδικήσει ποσά της τάξης των 8 έως 10 δισ. ευρώ από το συγκεκριμένο ταμείο, υπό την προϋπόθεση ότι θα υπάρξουν ώριμες και ανταγωνιστικές προτάσεις.
Κλείνοντας την τοποθέτησή του, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης κάλεσε σε υπέρβαση της πολιτικής πόλωσης και του λαϊκισμού, υποστηρίζοντας ότι η χώρα χρειάζεται σοβαρές πολιτικές προτάσεις, προσαρμοσμένες στις ανάγκες της νέας εποχής.
Σε πιο προσωπικό τόνο, ανέφερε ότι ένας από τους βασικούς λόγους που τον οδήγησαν στην πολιτική ήταν η αντίθεσή του στη δημαγωγία και στις εύκολες υποσχέσεις, υπογραμμίζοντας πως η Ελλάδα διαθέτει το ανθρώπινο δυναμικό, τις γνώσεις και τις δυνατότητες για να πρωταγωνιστήσει στη νέα οικονομική πραγματικότητα, αρκεί να επενδύσει στη γνώση, την καινοτομία και την παραγωγικότητα.
Νωρίτερα, σε δηλώσεις του, ο κ. Χατζηδάκης είχε επισημάνει ότι η Κρήτη διαθέτει όλα τα εφόδια για να πρωταγωνιστήσει στη νέα αναπτυξιακή πορεία της χώρας, χάρη στις σημαντικές υποδομές που υλοποιούνται, στα τρία πανεπιστημιακά ιδρύματα του νησιού και στη συμβολή του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας (ΙΤΕ), το οποίο χαρακτήρισε βασικό πυλώνα καινοτομίας και τεχνολογικής ανάπτυξης.
This website uses cookies.