Κατά τη διάρκεια της κοινής συνέντευξης Τύπου με τον Έλληνα ομόλογό του, Γιώργο Γεραπετρίτη, ο Γερμανός ΥΠΕΞ αναγνώρισε τη σημασία της ελληνόφωνης υπηρεσίας της Deutsche Welle ως ιστορικού διαύλου επικοινωνίας — ιδίως σε περιόδους όπως η δικτατορία —, απέφυγε ωστόσο να διατυπώσει κάποιου είδους δέσμευση ότι θα εξετάσει το θέμα ο ίδιος.
Όπως σημείωσε, το ζήτημα τέθηκε στη συνάντησή του με τον Έλληνα ομόλογό του, υπογραμμίζοντας ότι κατανοεί τις αντιδράσεις που έχουν εκδηλωθεί. Παρά ταύτα, ξεκαθάρισε ότι η Deutsche Welle λειτουργεί ως ανεξάρτητος οργανισμός και ότι ο ίδιος δεν έχει αρμοδιότητα να παρέμβει ή να επηρεάσει τις αποφάσεις της διοίκησής της.
Επιχείρησε, δε, να υποβαθμίσει τις ανησυχίες ότι το κλείσιμο του προγράμματος θα αποδυναμώσει τις ελληνογερμανικές σχέσεις, επισημαίνοντας ότι υπάρχουν και άλλα γερμανικά ιδρύματα στη χώρα που ενισχύουν τους πολιτισμικούς δεσμούς, όπως το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο.
Υπενθυμίζεται ότι η νέα διοίκηση της Deutsche Welle έχει αποφασίσει το κλείσιμο του ελληνόφωνου προγράμματος το 2027, επικαλούμενη οικονομικούς λόγους και το επιχείρημα ότι η Ελλάδα αποτελεί πλέον μια σταθερή δημοκρατία. Στη θέση αυτή επέμεινε η επικεφαλής του Ομίλου Μπάρμπαρα Μάσινγκ
Ωστόσο, όπως είχε αναφερθεί σε σχετικό ου «R», το κόστος της υπηρεσίας ανέρχεται περίπου στις 700.000 ευρώ ετησίως – ποσό που, σύμφωνα με γνώστες της κατάστασης, θεωρείται διαχειρίσιμο. Παράλληλα ασκείται έντονη κριτική στη διοίκηση της Deutsche Welle ότι η απόφαση για το κλείσιμο δεν έλαβε υπόψη τις αυτής της κίνησης.
Την ίδια στιγμή, εντείνονται οι αντιδράσεις για τα κριτήρια της απόφασης, καθώς πρόκειται για το μοναδικό ξενόγλωσσο πρόγραμμα που οδηγείται σε πλήρη κατάργηση, χωρίς ομοφωνία (αλλά μόνο κατά πλειοψηφία) στο εσωτερικό της Deutsche Welle και χωρίς προηγούμενη διαβούλευση με τους εργαζομένους της ελληνόφωνης υπηρεσίας.
Σε αυτό το πλαίσιο, βρίσκονται σε εξέλιξη πολιτικές με στόχο την ανατροπή της απόφασης, με το επόμενο διάστημα να θεωρείται κρίσιμο. Ωστόσο, οι δηλώσεις του Γιόχαν Βάντεφουλ δεν κατέδειξαν κάποιο συγκεκριμένο σχέδιο αποτροπής του «λουκέτου», με αποτέλεσμα το ενδιαφέρον να στρέφεται πλέον σε ενδεχόμενες πρόσθετες κινήσεις σε πολιτικό και διπλωματικό επίπεδο.