Πιο αναλυτικά, κατά το χαιρετισμό του στην έναρξη των εργασιών του συνεδρίου CNN Greece Insights, που πραγματοποιήθηκε στην Αίγλη Ζαππείου με θέμα «Defense Tech: Δημιουργώντας το ελληνικό οικοσύστημα αμυντικών ψηφιακών τεχνολογιών», ο υπουργός υπογράμμισε ότι το βασικό ζητούμενο της εποχής είναι η μετατροπή της τεχνολογικής προόδου σε απτή αμυντική ισχύ. Όπως τόνισε, σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου η ασφάλεια και η ειρήνη δε θεωρούνται πλέον δεδομένες, η χώρα πρέπει να ενισχύσει τις δυνατότητές της, τόσο αυτόνομα, όσο και μέσω συνεργασιών με φιλικά κράτη που συμμερίζονται κοινές ανησυχίες και στρατηγικές προσεγγίσεις.
Ανατρέχοντας στο παρελθόν, ο κ. Δένδιας σημείωσε ότι η Ελλάδα δεν αξιοποίησε επαρκώς τους τεράστιους πόρους που διέθεσε για εξοπλισμούς, καθώς για δεκαετίες αντιμετώπιζε τις αμυντικές προμήθειες ως απλές αγορές προϊόντων, χωρίς να αναπτύξει ένα εγχώριο οικοσύστημα καινοτομίας και παραγωγής. Όπως είπε, παρά τις δαπάνες που ξεπέρασαν τα 300 δισ. ευρώ σε σημερινές τιμές, δεν δημιουργήθηκε μια ισχυρή βάση αμυντικής τεχνολογίας.
Στο πλαίσιο αυτό, παρουσίασε τη νέα στρατηγική που υιοθετεί το υπουργείο, η οποία στηρίζεται στη δημιουργία Διεύθυνσης Καινοτομίας στις Ένοπλες Δυνάμεις. Η Διεύθυνση αυτή έχει διττό ρόλο: αφενός συντονίζει τα ερευνητικά εργαστήρια των κλάδων των Ενόπλων Δυνάμεων, αφετέρου λειτουργεί ως «γέφυρα» μεταξύ στρατού, οικοσυστήματος καινοτομίας και Ελληνικού Κέντρου Αμυντικής Καινοτομίας. Κύρια αποστολή της είναι να μετατρέπει τις επιχειρησιακές ανάγκες σε σαφή ερωτήματα προς την αγορά και την έρευνα, αντί της παραδοσιακής πρακτικής της απευθείας αγοράς εξοπλισμού.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στον ρόλο του ΕΛΚΑΚ, το οποίο, όπως εξήγησε ο υπουργός, λειτουργεί για να καλύψει ένα «κενό της αγοράς» (market failure). Ο οργανισμός συλλέγει τα αιτήματα των Ενόπλων Δυνάμεων και τα προωθεί σε νεοφυείς επιχειρήσεις και εταιρείες τεχνολογίας, χρηματοδοτώντας –μέσω ειδικών επενδυτικών εργαλείων– την ανάπτυξη καινοτόμων λύσεων που μπορούν να μετατραπούν σε επιχειρησιακά προϊόντα.
Ως παράδειγμα ανέφερε τον διαγωνισμό για την ανάπτυξη μη επανδρωμένου σκάφους επιφανείας (USV), με στόχο την κάλυψη αναγκών του Πολεμικού Ναυτικού. Μέσω τέτοιων πρωτοβουλιών, ενισχύεται η συμμετοχή ελληνικών επιχειρήσεων στην άμυνα και προωθείται η εγχώρια καινοτομία.
Παράλληλα, επισήμανε ότι ήδη υλοποιούνται προγράμματα –ορισμένα δημόσια και άλλα εμπιστευτικά– που απαντούν σε πραγματικές ανάγκες των Ενόπλων Δυνάμεων, με τη συμμετοχή ελληνικών εταιρειών ή συνεργασιών με επιχειρήσεις από φιλικές χώρες.
Ο κ. Δένδιας ανέδειξε τρία βασικά οφέλη της νέας προσέγγισης:
- την κάλυψη αμυντικών αναγκών χωρίς υπερβολική εξάρτηση από το εξωτερικό,
- την αξιοποίηση του εγχώριου ανθρώπινου δυναμικού για την ανάπτυξη της οικονομίας,
- και τη βελτίωση του εμπορικού ισοζυγίου μέσω αύξησης της εγχώριας παραγωγής και των εξαγωγών.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στη σημασία των τεχνολογιών «διπλής χρήσης», οι οποίες μπορούν να αξιοποιηθούν τόσο στην άμυνα όσο και σε άλλους τομείς της οικονομίας, ενισχύοντας περαιτέρω την αναπτυξιακή δυναμική.
Στόχος, όπως τόνισε, είναι η καθιέρωση ελάχιστης εγχώριας συμμετοχής 25% σε κάθε εξοπλιστικό πρόγραμμα, όχι μόνο σε επίπεδο κατασκευής αλλά και μεταφοράς τεχνογνωσίας. Ως παραδείγματα ανέφερε τη συνεργασία για τις φρεγάτες Belharra, όπου προβλέπεται σημαντική ελληνική συμμετοχή, καθώς και το πρόγραμμα «Ασπίδα του Αχιλλέα».
Ο υπουργός χαρακτήρισε τη μετάβαση αυτή ως μέρος της «Ατζέντας 2030», που αποσκοπεί σε συνολική αναμόρφωση της αμυντικής λειτουργίας της χώρας. Όπως υπογράμμισε, απαιτούνται βαθιές αλλαγές σε όλα τα επίπεδα – από τον εξοπλισμό και τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων έως τον τρόπο αντίληψης και διαχείρισης των απειλών.
Κλείνοντας, αναφέρθηκε στη σημασία των διεθνών συνεργασιών, κάνοντας ιδιαίτερη μνεία στη στρατηγική σχέση με τη Γαλλία, την οποία χαρακτήρισε ουσιαστική και πολυδιάστατη, εκφράζοντας την προσδοκία για περαιτέρω ενίσχυσή της στο άμεσο μέλλον.