Ο Κιρ Στάρμερ βρέθηκε αντιμέτωπος με μια από τις δυσκολότερες κοινοβουλευτικές δοκιμασίες της πρωθυπουργίας του, παραδεχόμενος ότι ο διορισμός του Πίτερ Μάντελσον ήταν σφάλμα κρίσης, δηλώνοντας ότι δεν έπρεπε να τον είχε διορίσει, και ζητώντας συγγνώμη — ιδίως, όπως είπε, προς τα θύματα του Τζέφρι Έπστιν.
Ανταπόκριση – Λονδίνο
Η βασική γραμμή υπεράσπισής του ήταν ότι δεν ενημερώθηκε ποτέ για την αρνητική σύσταση του ενισχυμένου ελέγχου ασφαλείας, υποστηρίζοντας ότι η πληροφορία μπορούσε και όφειλε να του είχε κοινοποιηθεί. Επέμεινε ότι αν το γνώριζε, δεν θα είχε προχωρήσει στον διορισμό. Παράλληλα, υπερασπίστηκε την απόλυση του Σερ Όλι Ρόμπινς, λέγοντας ότι έχασε την εμπιστοσύνη του σε εκείνον επειδή δεν του διαβίβασε κρίσιμες πληροφορίες.
Σημαντική θεσμική παραδοχή αποτέλεσε η περιγραφή του μηχανισμού με τον οποίο το Foreign Office μπορούσε να παρακάμπτει αρνητικές συστάσεις της αρμόδιας υπηρεσίας ελέγχου ασφαλείας — εξουσία που, όπως είπε, έχει πλέον ανασταλεί. Επιβεβαίωσε επίσης ότι ο Μάντελσον είχε πρόσβαση σε απόρρητο υλικό υψηλότατης διαβάθμισης μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, ανακοινώνοντας αναθεώρηση για τυχόν επιπτώσεις εθνικής ασφάλειας.
Η αντιπολίτευση άσκησε σφοδρή πίεση, με αιτήματα ακόμη και παραίτησης, αλλά το πιο δύσκολο πολιτικό ερώτημα της ημέρας δεν ήρθε μόνο από τα έδρανα απέναντι. Ήρθε και από βουλευτές των Εργατικών: όχι πλέον «γιατί δεν του το είπαν», αλλά γιατί δεν ρώτησε ο ίδιος περισσότερο.
Και αυτό φάνηκε να είναι το σημείο που ο πρωθυπουργός δεν απήντησε επαρκώς. Γιατί αν η Βουλή έδειξε να αποδέχεται σε σημαντικό βαθμό ότι ίσως πράγματι δεν γνώριζε, η αμφισβήτηση μετατοπίστηκε στο κριτήριό του, στην επιμονή του να αναζητήσει απαντήσεις, και τελικά στην ίδια την πολιτική του κρίση.
Ο Στάρμερ βγήκε τραυματισμένος, όχι όμως απομονωμένος. Και το κέντρο βάρους της υπόθεσης μεταφέρεται τώρα στην αυριανή κατάθεση του Σερ Όλι Ρόμπινς, όπου πολλά από τα ερωτήματα που έμειναν ανοιχτά αναμένεται να επιστρέψουν.