Από το ενδεχόμενο ενός «δεύτερου casus belli» από την Άγκυρα και το αφήγημα των «ήρεμων νερών», μέχρι το σκάνδαλο των υποκλοπών, αλλά και τη στρατηγική ασφάλειας της ΕΕ, ο κ. Φαραντούρης περιγράφει την ανάγκη για μια πιο ενεργητική εθνική και ευρωπαϊκή στρατηγική, τονίζοντας πως η εξωτερική και εθνική ασφάλεια είναι πεδίο θεσμικής ευθύνης και πως η διακυβέρνηση – ιδιαίτερα σε τόσο κρίσιμα ζητήματα – θα πρέπει να ασκείται σε πολλά επίπεδα· από το διπλωματικό και το κυβερνητικό έως και το ευρωπαϊκό.
– Χαρακτηρίσατε το νομοσχέδιο της Άγκυρας για το Αιγαίο ως ένα δεύτερο «casus belli». Με ποιον τρόπο μπορεί η ΕΕ να «μπλοκάρει» αυτό που κυοφορείται στην Τουρκία, για το οποίο βέβαια δεν έχουμε ακόμη όλα τα στοιχεία;
Δεν μιλάμε απλώς για μία ακόμη τουρκική πρόκληση τύπου NAVTEX. Μιλάμε για μια κυοφορούμενη θεσμοθέτηση και μονιμοποίηση της απειλής στο Αιγαίο. Η Τουρκία ετοιμάζεται, μέσω εσωτερικής νομοθεσίας, να αμφισβητήσει εμπράκτως τα κυριαρχικά δικαιώματα των ελληνικών νησιών σε ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα, κάτι που ουσιαστικά αποτελεί ένα δεύτερο και ενδεχομένως ακόμη σοβαρότερο «casus belli».
Ούτε η Ελλάδα ούτε η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να περιμένουν να δουν το τελικό κείμενο και να αντιδράσουν κατόπιν εορτής. Οφείλουμε από τώρα να στείλουμε ξεκάθαρο μήνυμα αποτροπής προς την Άγκυρα.
Αυτό σημαίνει συγκεκριμένα πράγματα: προειδοποίηση για στοχευμένες κυρώσεις, πάγωμα κάθε συζήτησης για αναβάθμιση της τελωνειακής ένωσης, σαφή πολιτικά και θεσμικά διαβήματα προς τους διεθνείς οργανισμούς και αντίστοιχα διαβήματα από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς προς την Τουρκία και ξεκάθαρη σύνδεση της ευρωτουρκικής ατζέντας με τον σεβασμό του διεθνούς δικαίου και την αρχή της καλής γειτονίας. Οι ελληνοτουρκικές διαφορές δεν έχει νόημα να διολισθαίνουν σε ένα στενά διμερές πλαίσιο στη λογική «βρείτε τα».
Όταν ένα κράτος απειλεί κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το ζήτημα είναι ευρωτουρκικό, όχι απλώς ελληνοτουρκικό. Το ΠΑΣΟΚ και οι ευρωβουλευτές του προειδοποιήσαμε εγκαίρως τόσο την Αθήνα όσο και τις Βρυξέλλες. Πριν από λίγες ημέρες και της εξέθεσα την κατάσταση. Αυτό που χρειάζεται τώρα είναι ενιαία, εθνική και ευρωπαϊκή στάση, χωρίς αμηχανία, ολιγωρία και καθυστερήσεις. Η σιωπή δεν είναι στρατηγική. Και όταν μιλάμε για απειλές πολέμου, το «κατόπιν εορτής» δεν έχει καμία αξία.
– Την Πέμπτη (14/5) ακούσαμε τον κ. Γεραπετρίτη να λέει πως καμία μονομερής ενέργεια δεν θα γίνει δεκτή. Το ίδιο περίπου επανέλαβαν και «κύκλοι» του ΥΠΕΞ λίγο αργότερα την ίδια μέρα. Ωστόσο, της σηκώσατε το θέμα στο Ευρωκοινοβούλιο, πριν τοποθετηθεί το ελληνικό ΥΠΕΞ. Πολλοί θα πουν πως προτρέξατε για αντιπολιτευτικούς λόγους. Είναι, λοιπόν, αυτή μία ακόμη ευκαιρία για κριτική κατά της κυβέρνησης;
Η εξωτερική πολιτική και η εθνική ασφάλεια δεν είναι πεδίο μικροκομματικού ανταγωνισμού. Είναι πεδίο θεσμικής ευθύνης. Και η διακυβέρνηση, ιδιαίτερα σε τόσο κρίσιμα εθνικά ζητήματα, ασκείται σε πολλά επίπεδα: στο διπλωματικό, στο κυβερνητικό, αλλά και στο ευρωπαϊκό και κοινοβουλευτικό επίπεδο.
Ο ρόλος μας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν είναι να περιμένουμε παθητικά τις εξελίξεις ούτε να τοποθετούμαστε κατόπιν εορτής. Αντιθέτως, σε ένα τέτοιο περιβάλλον, όπου διαμορφώνονται συσχετισμοί, αντιλήψεις και συχνά το πολιτικό κλίμα απέναντι σε κρίσιμα γεωπολιτικά ζητήματα, και λαμβάνονται αποφάσεις, έχουμε καθήκον να κινηθούμε έγκαιρα, να ενημερώσουμε τους συναδέλφους μας και τα θεσμικά όργανα της ΕΕ και να προλάβουμε δυσμενείς εξελίξεις πριν αυτές παγιωθούν. Αυτό ακριβώς κάναμε. Οι παρεμβάσεις, τόσο προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή όσο και στις αρμόδιες επιτροπές για την Ασφάλεια, την Άμυνα και τις Εξωτερικές Υποθέσεις, έχουν ήδη συμβάλει στο να υπάρχει αυξημένη ευρωπαϊκή εγρήγορση σε ζητήματα που αφορούν άμεσα την Ελλάδα και την Ανατολική Μεσόγειο.
Αν κάποιοι στην εσωτερική πολιτική σκηνή ενοχλούνται από αυτή τη θεσμική κινητικότητα, τότε το πρόβλημα δεν είναι η πρωτοβουλία μας. Το πρόβλημα είναι μια ξεπερασμένη αντίληψη που αντιμετωπίζει την πολιτική με όρους πολιτικής ιδιοκτησίας ή κομματικής αποκλειστικότητας. Σε εθνικά ζητήματα τέτοιες λογικές δεν έχουν θέση. Εμείς ευχόμαστε η κυβέρνηση να πράξει όλα όσα απαιτούνται και να ακολουθήσει το παράδειγμά μας. Και όπου χρειαστεί, θα είμαστε εκεί, βάζοντας πλάτη στα δύσκολα. Διαπιστώνω, ωστόσο, ότι δεν υπάρχει ούτε αφήγημα ούτε στρατηγική. Ο Υπουργός Άμυνας δήλωσε ότι δεν πιστεύει στη λογική των «ήρεμων νερών» που ήταν κεντρικό αφήγημα του Πρωθυπουργού την τελευταία διετία. Αποδεικνύεται σήμερα ότι δεν υπάρχει ούτε αφήγημα ούτε στρατηγική της κυβέρνησης για τα εθνικά θέματα.
– Γιατί δεν έλαβαν όλοι οι Έλληνες ευρωβουλευτές μία κοινή πρωτοβουλία;
Δεν σχολιάζω ποτέ επιλογές άλλων συναδέλφων, με τους οποίους άλλωστε συνεργαζόμαστε όταν το εθνικό συμφέρον το απαιτεί. Αυτό που μπορώ να πω με βεβαιότητα είναι ότι η ομάδα ευρωβουλευτών του ΠΑΣΟΚ θεωρήσαμε θεσμικό μας καθήκον να κινηθούμε από κοινού, με αίσθημα ευθύνης και χωρίς καθυστέρηση, να ενημερώσουμε τους συναδέλφους μας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα θεσμικά όργανα της ΕΕ και να προλάβουμε δυσμενείς εξελίξεις πριν βρεθούμε πάλι να τρέχουμε «κατόπιν εορτής». Και είμαι σίγουρος ότι αυτό το συμμερίζονται και άλλοι Έλληνες συνάδελφοι από διαφορετικές πολιτικές ομάδες. Το ουσιαστικό είναι ότι υπήρξε μια συντεταγμένη, θεσμική παρέμβαση για την προστασία των εθνικών συμφερόντων. Από εκεί και πέρα, οφείλει και η Κυβέρνηση να δράσει αντί να σιωπά, προχωρώντας στα απαραίτητα διπλωματικά και πολιτικά διαβήματα στις Ευρώπη και τους διεθνείς οργανισμούς.
– Στην υπόθεση των υποκλοπών, οι ευρωβουλευτές του ΠΑΣΟΚ, επίσης, ενεργοποιήθηκαν και κατέθεσαν δύο ερωτήσεις προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Στη δεύτερη, μάλιστα, καλείτε την Κομισιόν να ερευνήσει ενδεχόμενη παγίδευση Ευρωπαίων αξιωματούχων, ζήτημα πολύ σοβαρό αν αποδειχτεί ότι υπάρχει τέτοιο ενδεχόμενο. Ποιο είναι το κλίμα στις Βρυξέλλες σχετικά με την υπόθεση και ποια βήματα προσδοκάτε ότι θα κάνει η ΕΕ από εδώ και πέρα;
Ας βγούμε για λίγο από τα στενά όρια του εγχώριου ανταγωνισμού για να καταλάβουμε τις διαστάσεις που έχει πάρει το θέμα πανευρωπαϊκά. Το κλίμα στις Βρυξέλλες είναι σαφές: δεν αντιμετωπίζεται ως ένα εσωτερικό πολιτικό επεισόδιο της Ελλάδας, αλλά ως ζήτημα που αγγίζει τον πυρήνα του κράτους δικαίου, της δημοκρατικής λογοδοσίας και της θεσμικής αξιοπιστίας ενός κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η δεν έγινε για λόγους εντυπώσεων. Αποτελεί πράξη θεσμικής ευθύνης απέναντι στη δημοκρατία και στους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Ιδιαίτερα μετά τις τελευταίες δικαστικές εξελίξεις στην Ελλάδα, και την απόφαση να παραμείνει στο αρχείο μια υπόθεση με τόσο σοβαρές προεκτάσεις. Εάν επιβεβαιωθεί έμμεση παρακολούθηση και Ευρωπαίων αξιωματούχων, τότε δεν μιλάμε μόνο για ελληνικό σκάνδαλο — μιλάμε για ζήτημα ευρωπαϊκής θεσμικής ασφάλειας.
Αυτό που προκαλεί έντονο προβληματισμό είναι ότι αντί να υπάρξει πλήρης διαλεύκανση, παρατηρούμε τη σπουδή του αρμόδιου εισαγγελέα, να βάλει «ταφόπλακα» στην υπόθεση, παρά το γεγονός ότι προκύπτει ζήτημα σύγκρουσης συμφερόντων και η απόφαση εκδίδεται λίγο πριν τη συνταξιοδότησή του. Όλα αυτά, πάνω απ’ όλα πλήττουν την εμπιστοσύνη των πολιτών στη Δικαιοσύνη και τραυματίζουν συνολικά τη θεσμική εικόνα της χώρας. Αυτό που προσδοκούμε από εδώ και πέρα από την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι σαφές: πλήρη διερεύνηση, διαφάνεια και εφαρμογή των ευρωπαϊκών κανόνων για την προστασία της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου, χωρίς πολιτικές εκπτώσεις και χωρίς δύο μέτρα και δύο σταθμά.
– Ο Μάριο Ντάγκι, σε μία ακόμη προειδοποίησή του, είπε πως η Ευρώπη πρέπει να ανασυνταχθεί και να προσαρμοστεί σε μια πραγματικότητα όπου οι ΗΠΑ έχουν γίνει «πιο αντιφατικές και απρόβλεπτες». Ποια είναι η δική μας Στρατηγική Ευρωπαϊκής Ασφαλείας που θα μπορούσε να ανταποκριθεί σε αυτές τις ρευστές συνθήκες;
Ο Μάριο Ντράγκι λέει κάτι που αρκετοί στην Ευρώπη αποφεύγουν να παραδεχθούν: ότι έχει έρθει η ώρα για γεωπολιτική αφύπνιση και ενεργοποίηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σήμερα είμαστε απόντες από σχεδόν όλα τα μεγάλα θέατρα κρίσης και μάλιστα στη γειτονιά μας — από τη Μέση Ανατολή μέχρι την Ασία και την Αφρική — αλλά υφιστάμεθα καθημερινά τις συνέπειες αποφάσεων που λαμβάνουν άλλοι. Αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί. Με ενοχλεί ότι η Ευρώπη αυτοπαγιδεύεται σε μια εσωστρεφή περιδίνηση, διακινδυνεύοντας ιστορικές κατακτήσεις των τελευταίων δεκαετιών, όπως η κοινωνική συνοχή, η περιφερειακή σύγκλιση και η αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών-μελών. Αντί να ηγηθεί μιας στρατηγικής ειρήνης και σταθερότητας στη γειτονιά της, συχνά αναζητά διέξοδο μέσα από τη λογική της πολεμικής οικονομίας. Αντί να ενισχύσει τη συνοχή της και να αρχίσει να μιλά με μία φωνή στις διεθνείς της σχέσεις, υποκύπτει σε εσωτερικούς διαγκωνισμούς και ανταγωνισμούς κύρους.
Και εδώ ο Θουκυδίδης, ο οποίος ήρθε στην επικαιρότητα κατά τη συνάντηση των ηγετών της Κίνας και των ΗΠΑ, έχει κάτι εξαιρετικά επίκαιρο να μας διδάξει: η ιστορία δεν είναι προδιαγεγραμμένη και οι εξελίξεις δεν είναι μοιραίες. Οι εξελίξεις διαμορφώνονται από πολιτικές αποφάσεις, στρατηγική βούληση και ηγεσία. Η Ευρώπη μπορεί να συνομιλήσει με συμμάχους, ανταγωνιστές ή ακόμη και εχθρούς, να αναλάβει πρωτοβουλίες και να διαπραγματευτεί λύσεις χωρίς ιδεοληψίες, με ρεαλισμό και αυτοπεποίθηση.
– Όπως είπατε κι εσείς, συχνά σήμερα η Ευρώπη πέφτει θύμα των εσωτερικών της ανταγωνισμών, ενώ ταυτόχρονα έχει αναγάγει το θέμα της άμυνας στο σημαντικότερο, ίσως, διακύβευμά της. Πώς, όμως, μπορεί να ενισχύσει τη συνοχή και την ανταγωνιστικότητά της – ζητήματα για τα οποία, επίσης, γίνεται πολλή συζήτηση, συνήθως με ανησυχία;
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι «μαζέψτε περισσότερα χρήματα για όπλα» χωρίς στρατηγική και καθαρούς στόχους. Αν η Ευρωπαϊκή Ένωση θέλει πραγματικά να ενισχύσει τη συνοχή, την ανταγωνιστικότητα και τη στρατηγική της παρουσία, χρειάζεται πρωτίστως περισσότερη πολιτική εμβάθυνση και εξωτερικό αποτύπωμα. Εξηγούμαι: πρέπει να ανοίξουμε τη συζήτηση για μια πιο ομοσπονδιακή Ευρώπη, με ισχυρότερα κοινά εργαλεία και λιγότερους διακυβερνητικούς κατακερματισμούς. Με κοινές πολιτικές σε κρίσιμους τομείς όπως η βιομηχανία, η υγεία, η ενέργεια, η άμυνα και βεβαίως η εξωτερική πολιτική.
Γιατί σήμερα βλέπουμε το εξής παράδοξο: η Ευρώπη θέλει να λειτουργήσει ως γεωπολιτική δύναμη, αλλά συχνά εξακολουθεί να αποφασίζει με εργαλεία μιας άλλης εποχής. Δεν μπορούμε να μιλάμε για κοινή άμυνα χωρίς κοινή εξωτερική πολιτική. Δεν μπορούμε να μιλάμε για ανταγωνιστικότητα χωρίς κοινή βιομηχανική στρατηγική. Και δεν μπορούμε να ζητάμε συνοχή όταν αφήνουμε τις ανισότητες μεταξύ των κρατών-μελών να βαθαίνουν.
– Αφήσαμε για το τέλος την ένταξή σας στο ΠΑΣΟΚ στα τέλη Απριλίου, μία επιλογή που – όπως είπατε – συνδέεται με την ανάγκη «επείγουσας πολιτικής αλλαγής». Ωστόσο, παρά και τη φθορά της ΝΔ, η δημοσκοπική «βελόνα» δεν έχει ξεκολλήσει ακόμη…
Πρώτα απ’ όλα, να συμφωνήσουμε ότι οι δημοσκοπήσεις συμφωνούν όλες σε ένα κυρίαρχο αίτημα: να αλλάξει τόσο η κυβέρνηση όσο και συνολικά η εφαρμοζόμενη πολιτική. Η κυβέρνηση αποδοκιμάζεται από τη μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών, όχι απλώς για επιμέρους αστοχίες, αλλά για ένα συνολικό μοντέλο διακυβέρνησης που έχει αποτύχει. Ο κύβος έχει ήδη ριφθεί στην κοινωνία. Και απέναντι σε αυτό, το ΠΑΣΟΚ δεν κάνει απλώς αντιπολίτευση· διαμορφώνει ατζέντα, ανοίγει δύσκολες συζητήσεις, φέρνει στο προσκήνιο τα πραγματικά προβλήματα της χώρας — από την ακρίβεια και τη στέγη μέχρι τους θεσμούς, την περιφέρεια και τα εθνικά θέματα.
Σήμερα η Ελλάδα βρίσκεται σε μια κρίσιμη καμπή. Η επιλογή μου στο ΠΑΣΟΚ δεν είναι συγκυριακή· είναι βαθιά πολιτική. Το ΠΑΣΟΚ είναι ο μόνος πολιτικός χώρος που συνδυάζει θεσμική αξιοπιστία, κυβερνητική ετοιμότητα, κοινωνικές αναφορές και ευρωπαϊκό προσανατολισμό. Είναι η αξιωματική αντιπολίτευση, έχει σαφές και αναλυτικό πρόγραμμα, έχει στελέχη με εμπειρία αλλά και μια νέα γενιά ανθρώπων που βγαίνουν μπροστά με αυτοπεποίθηση, σοβαρότητα και διάθεση προσφοράς.
Ο κόσμος βλέπει πλέον ότι υπάρχει ένας υπεύθυνος, πατριωτικός και ευρωπαϊκός πόλος σταθερότητας και προοπτικής. Και γύρω από αυτόν τον πόλο, η κοινωνική και πολιτική συσπείρωση θα μεγαλώνει. Εγώ δηλώνω παρών όχι από προσωπική φιλοδοξία — άλλωστε έχω ξεκαθαρίσει ότι δεν θα είμαι υποψήφιος στις επόμενες εθνικές εκλογές — αλλά από αίσθημα ευθύνης. Γιατί πιστεύω ότι η χώρα χρειάζεται μια νέα προοδευτική πλειοψηφία για την πολιτική αλλαγή. Και αυτή η αλλαγή κοντοζυγώνει.
This website uses cookies.