Ο κ. Γεωργιάδης ξεκαθάρισε ότι υπερψηφίζει την άρση ασυλίας «μόνο για έναν λόγο», όπως είπε, επειδή το ζητούν οι ίδιοι οι εμπλεκόμενοι βουλευτές, ωστόσο προειδοποίησε για τον κίνδυνο θεσμικών παρενεργειών.
«Ψηφίζω σήμερα υπέρ της άρσης των ασυλιών μόνο για έναν λόγο. Διότι το ζητούν οι ίδιοι», δήλωσε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας: «σήμερα ανοίγει μία πολύ επικίνδυνη πόρτα για το πολίτευμα».
Ο υπουργός υποστήριξε ότι οι συγκεκριμένες υποθέσεις αφορούν πράξεις που σχετίζονται με την άσκηση κοινοβουλευτικών καθηκόντων και άρα, κατά την άποψή του, εμπίπτουν στη λογική της βουλευτικής ασυλίας. «Κατά τη γνώμη μου, όλοι αυτοί οι φάκελοι αποτελούν ποινικά ελεγκτέες υποθέσεις που όμως έχουν συμβεί κατά την άσκηση της πολιτικής δραστηριότητας των βουλευτών και κατά την έννοια αυτή αποτελούν τον ορισμό της βουλευτικής ασυλίας», ανέφερε.
Παράλληλα, εξέφρασε τον φόβο ότι η συγκεκριμένη πρακτική μπορεί να οδηγήσει σε υπερβολική ποινικοποίηση της πολιτικής ζωής. «Πιστεύω ότι σήμερα ανοίγουμε μία πολύ επικίνδυνη πόρτα για το πολίτευμα», σημείωσε, εξηγώντας ότι ακόμη και η απλή επικοινωνία βουλευτών με πολίτες θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο ποινικής διερεύνησης.
«Αν για κάθε συμπολίτη μου που με παίρνει τηλέφωνο πρέπει ένας εισαγγελέας να ασκεί δίωξη σε εμένα και σε αυτόν… αν για κάθε email που προωθεί ένας βουλευτής σε δημόσια υπηρεσία πρέπει να ασκηθεί ποινική δίωξη, τότε θα είμαστε όλοι στα δικαστήρια», ανέφερε, προσθέτοντας: «Αυτό ψηφίζουμε σήμερα».
Αναφερόμενος στον ρόλο του βουλευτή, διερωτήθηκε: «Ποιος είναι ο ρόλος του βουλευτή; Να παρατηρεί απλώς τα γεγονότα ή να παρεμβαίνει ενεργά για την επίλυση προβλημάτων των πολιτών; Δεν μπορεί ο βουλευτής να είναι απαθής».
Σε ερώτηση για τη στάση του πρωθυπουργού στην υπόθεση, ο κ. Γεωργιάδης απάντησε ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης έπρεπε να σταθμίσει πολιτικές και θεσμικές παραμέτρους. «Έπρεπε να διαχειριστεί τη βλάβη που θα πάθαινε η κυβέρνηση αν δεν αντιδρούσε, αφήνοντάς μας εκτεθειμένους σε μια καχυποψία για συγκάλυψη», είπε, υποστηρίζοντας ότι η κυβερνητική επιλογή ήταν ορθή.
Στο σκέλος της αντιπαράθεσης με το ΠΑΣΟΚ, ο υπουργός κατηγόρησε την αξιωματική αντιπολίτευση για υποκριτική στάση, αναφερόμενος σε παλαιότερες υποθέσεις. «Μου αρέσει να αναδεικνύω την υποκρισία και την ψευτιά», σημείωσε, φέρνοντας ως παράδειγμα τη στάση του κόμματος στην υπόθεση Βενιζέλου και τον ρόλο της εισαγγελέως Παπανδρέου το 2014.
«Το ΠΑΣΟΚ τότε είχε ζητήσει ακόμη και πειθαρχική δίωξη της εισαγγελέως, ενώ σήμερα κατηγορεί τη Νέα Δημοκρατία για παρόμοιες διαδικασίες», ανέφερε, θέτοντας το ερώτημα: «Όταν έχεις κάνει αυτό στο παρελθόν, έχεις το ηθικό δικαίωμα να κουνάς το δάχτυλο;».
Αναφορικά με την Ευρωπαία εισαγγελέα, ο κ. Γεωργιάδης υπογράμμισε ότι σέβεται απόλυτα τον θεσμικό της ρόλο, αλλά τόνισε το δικαίωμα της δημόσιας κριτικής. «Δεν στοχοποιώ καμία εισαγγελέα. Όμως στις δημοκρατίες κανείς δεν είναι ανέλεγκτος. Η κριτική είναι η πεμπτουσία της δημοκρατίας», είπε.
Για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, ανέφερε ότι μελέτησε τον φάκελο και εκτίμησε πως τα στοιχεία δεν συνιστούν σοβαρή ποινική βάση. «Σας μιλάω στον λόγο της τιμής μου, είναι τρίχες. Αυτή τη στιγμή θα αθωωθούν», δήλωσε, προσθέτοντας ότι η υπόθεση θα αποσαφηνιστεί δικαστικά.
Ο υπουργός προχώρησε και σε προσωπική εκτίμηση για τη χρονική συγκυρία αποστολής του φακέλου στη Βουλή, συνδέοντάς την με θεσμικές εξελίξεις, λέγοντας ότι «κακώς ή ίσως όχι κακώς» έκανε τη σχετική σύνδεση.
Στο οικονομικό πεδίο, τόνισε ότι η κυβέρνηση δεν προχωρά σε υπερβολικές παροχές. «Δεν θα ανοίξουμε τα πουγκιά. Όσα μέτρα δίνουμε είναι όσα αντέχει ο προϋπολογισμός», ανέφερε, υπογραμμίζοντας ότι βασικός στόχος παραμένει η μείωση του χρέους.
Τέλος, εμφανίστηκε αισιόδοξος για την πορεία της Νέας Δημοκρατίας και της οικονομίας, εκτιμώντας ότι η κυβέρνηση θα παραδώσει «μια πολύ καλύτερη Ελλάδα» και ότι θα επανεκλεγεί με αυτοδυναμία, ενώ επανέλαβε ότι οι εκλογές θα διεξαχθούν το 2027.
Στον τομέα της Υγείας, αναφέρθηκε σε παρεμβάσεις στο νοσοκομείο «Αττικόν», στη μείωση των ράντζων, στις προσλήψεις προσωπικού και στη διεύρυνση της πρόσβασης σε φάρμακα υψηλού κόστους, σημειώνοντας ότι «αυτές είναι πραγματικές αλλαγές στην καθημερινότητα των πολιτών».