Ο Υπουργός ανέφερε ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν πρόκειται να διαμορφώνει πολιτική με βάση δημοσιεύματα του τουρκικού Τύπου και σημείωσε πως το διεθνές δίκαιο προβλέπει συγκεκριμένη μεθοδολογία για τις θαλάσσιες οριοθετήσεις. Όπως τόνισε, οποιαδήποτε μονομερής πράξη ενός κράτους δεν μπορεί να παράγει νομικά αποτελέσματα ούτε να δημιουργήσει διεθνές προηγούμενο.
Την ίδια στιγμή, όμως, αναγνώρισε ότι κάθε προσπάθεια δημιουργίας νέων δεδομένων από οποιαδήποτε χώρα μπορεί να οδηγήσει σε αναβάθμιση της έντασης, στέλνοντας μήνυμα ότι η Αθήνα παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις.
Ο κ. Γεραπετρίτης υπογράμμισε ότι η Ελλάδα επιδιώκει τη διατήρηση της ηρεμίας και των ανοιχτών διαύλων επικοινωνίας με την Τουρκία, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι αυτό δεν συνεπάγεται καμία αλλαγή στις πάγιες ελληνικές θέσεις. Παράλληλα, τόνισε πως η χώρα διαθέτει σήμερα ισχυρό διεθνές αποτύπωμα και σημαντικές συμμαχίες, οι οποίες της δίνουν τη δυνατότητα να λειτουργεί τόσο προληπτικά όσο και αποτρεπτικά.
Επισήμανε επίσης ότι η προσέγγιση με την Άγκυρα δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση εγκατάλειψη θέσεων ή παραχώρηση δικαιωμάτων. Αναφερόμενος στις συνομιλίες με τον κ. Φιντάν, σημείωσε ότι η τουρκική πλευρά εξακολουθεί να εμμένει στις πάγιες θέσεις της σχετικά με τις θαλάσσιες ζώνες και συνολικά τις ελληνοτουρκικές σχέσεις.
«Δεν είμαι τόσο αφελής ώστε να πιστεύω ότι οι θέσεις αυτές θα αλλάξουν από τη μια μέρα στην άλλη», τόνισε, περιγράφοντας το πλαίσιο μέσα στο οποίο εξελίσσεται ο διάλογος μεταξύ των δύο χωρών.
Όπως εξήγησε, βασικός στόχος δεν είναι η άμεση σύγκλιση στις θεμελιώδεις διαφωνίες, αλλά η διαμόρφωση ενός λειτουργικού τρόπου συνύπαρξης που θα μειώνει τις εντάσεις και θα συμβάλλει στη σταθερότητα της περιοχής.
Ως θετικά αποτελέσματα αυτής της πολιτικής ανέφερε τη μείωση των παραβιάσεων, τη σημαντική πτώση των μεταναστευτικών ροών προς τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου και την αύξηση των επισκέψεων Τούρκων πολιτών στην Ελλάδα.
Παράλληλα, σημείωσε ότι το διεθνές δίκαιο είναι ενιαίο και δεν μπορεί να εφαρμόζεται κατά περίπτωση, αφήνοντας σαφείς αιχμές για τις τουρκικές θέσεις.
Απαντώντας σε ερώτηση σχετικά με τις εκλογές σε Ελλάδα και Τουρκία και την πιθανή επίδρασή τους στα εθνικά ζητήματα, ο υπουργός Εξωτερικών ανέφερε αρχικά ότι οι εκλογές στη χώρα μας αναμένονται σε περίπου έναν χρόνο, ενώ στην Τουρκία σε δύο. Προειδοποίησε, ωστόσο, ότι η εργαλειοποίηση θεμάτων εξωτερικής πολιτικής στο πλαίσιο προεκλογικών αντιπαραθέσεων μπορεί να αποδειχθεί επικίνδυνη, υπογραμμίζοντας πως η απλοποίηση σύνθετων γεωπολιτικών ζητημάτων δεν εξυπηρετεί την εθνική στρατηγική.
«Ο λαϊκισμός στην οικονομία είναι επιζήμιος για την πατρίδα. Ο λαϊκισμός στα εθνικά θέματα είναι καταστροφικός», τόνισε.
Στο δεύτερο μέρος της τοποθέτησής του, ο κ. Γεραπετρίτης αναφέρθηκε στη Λιβύη και στις προσπάθειες της Αθήνας να αποκαταστήσει τις σχέσεις που είχαν ουσιαστικά διαρραγεί μετά το τουρκολιβυκό μνημόνιο του 2019.
Χαρακτήρισε τη Λιβύη μία από τις σημαντικότερες εκκρεμότητες της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής τα προηγούμενα χρόνια και ανέφερε ότι η Ελλάδα έχει επενδύσει συστηματικά στην αποκατάσταση επαφών τόσο με την κυβέρνηση της Τρίπολης όσο και με την πλευρά της Βεγγάζης.
Τόνισε ότι η χώρα μας συνομιλεί πλέον σε υψηλό επίπεδο και με τις δύο πλευρές της λιβυκής κρίσης, κάτι που, όπως είπε, δεν έχουν καταφέρει πολλές άλλες χώρες.
Σε αυτό το πλαίσιο ενέταξε και την επίσκεψη της υφυπουργού Εξωτερικών, Αλεξάνδρας Παπαδοπούλου, στην Τρίπολη, στο πλαίσιο συνομιλιών για την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών.
Ο υπουργός χαρακτήρισε τη διαδικασία ιδιαίτερα σημαντική, επισημαίνοντας ότι η Μεσόγειος αποκτά όλο και μεγαλύτερη γεωπολιτική και ενεργειακή βαρύτητα.
Εξέφρασε συγκρατημένη αισιοδοξία για την πορεία των συνομιλιών, σημειώνοντας ότι υπάρχει περιθώριο για εξεύρεση κοινού σημείου.
Ταυτόχρονα επανέλαβε ότι το τουρκολιβυκό μνημόνιο παραμένει, κατά την ελληνική θέση, ανυπόστατο και χωρίς νομική ισχύ με βάση το διεθνές δίκαιο.
Αναφερόμενος στις αυξημένες μεταναστευτικές ροές από τη Λιβύη προς την Κρήτη, ο υπουργός περιέγραψε με ιδιαίτερα έντονους όρους την κατάσταση στην Υποσαχάρια Αφρική και κυρίως στο Σουδάν.
Έκανε λόγο για τη σοβαρότερη ανθρωπιστική κρίση των τελευταίων δεκαετιών, υπογραμμίζοντας ότι δεκάδες εκατομμύρια άνθρωποι έχουν εκτοπιστεί ή βρίσκονται σε οριακές συνθήκες επιβίωσης.
Όπως ανέφερε, μόνο στη Λιβύη βρίσκονται περίπου 500.000 Σουδανοί, ενώ στην Αίγυπτο υπολογίζονται περίπου 1,5 εκατομμύριο.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η διεθνής κοινότητα πρέπει να εστιάσει στα βαθύτερα αίτια της μετανάστευσης, διαφορετικά οι πιέσεις προς την Ευρώπη θα συνεχιστούν.
Παραδέχθηκε ότι υπάρχει αύξηση των ροών από τη Λιβύη, διευκρινίζοντας όμως ότι προς το παρόν δεν έχουν λάβει ανησυχητικές διαστάσεις.
Η Αθήνα, όπως είπε, βρίσκεται σε συνεχή επαφή τόσο με την Τρίπολη όσο και με τη Βεγγάζη και συνεργάζεται με τις τοπικές αρχές για την ενίσχυση της επιτήρησης και των περιπολιών.
Αναφερόμενος στο ουκρανικό θαλάσσιο drone που εντοπίστηκε στη Λευκάδα, ο κ. Γεραπετρίτης το χαρακτήρισε «εξαιρετικά σοβαρό περιστατικό», το οποίο θα μπορούσε να προκαλέσει κινδύνους για την ασφάλεια στη Μεσόγειο αλλά και για την οικονομική δραστηριότητα των νησιών.
Αποκάλυψε ότι επικοινώνησε προσωπικά με τον Ουκρανό ομόλογό του και μετέφερε τις ελληνικές ανησυχίες.
Παράλληλα ξεκαθάρισε ότι η Ελλάδα δεν πρόκειται να αποδεχθεί καμία επέκταση του πολέμου στη Μεσόγειο, σημειώνοντας ότι την ίδια στάση συμμερίζονται και τα υπόλοιπα παράκτια κράτη της περιοχής.
Την ίδια στιγμή υπερασπίστηκε τη διαχρονική στήριξη της Ελλάδας προς την Ουκρανία, λέγοντας ότι αποτελεί στάση αρχής απέναντι σε κάθε μορφή αναθεωρητισμού και παραβίασης του διεθνούς δικαίου.
Σε ό,τι αφορά το εσωτερικό πολιτικό σκηνικό, ο υπουργός απέρριψε τα σενάρια περί κυβερνητικής αστάθειας.
Παραδέχθηκε ότι υπάρχει κοινωνική δυσαρέσκεια και δυσπιστία, επισημαίνοντας όμως ότι αυτό είναι αναμενόμενο μετά από μια περίοδο διαδοχικών κρίσεων, από την πανδημία έως την ενεργειακή κρίση.
Αναγνώρισε ότι δεν έχουν επιτευχθεί όλοι οι κυβερνητικοί στόχοι, τόνισε όμως ότι έχουν σημειωθεί σημαντικά βήματα, όπως ο ψηφιακός μετασχηματισμός και η ενίσχυση της διεθνούς θέσης της χώρας.
Κλείνοντας, υπογράμμισε ότι το διεθνές αποτύπωμα της Ελλάδας αποτελεί σημαντική παρακαταθήκη της τελευταίας επταετίας και προειδοποίησε για τους κινδύνους που, όπως είπε, μπορεί να προκύψουν από επιλογές χωρίς στρατηγικό σχεδιασμό στην εξωτερική πολιτική.
This website uses cookies.