Στις εμπειρίες της από την αποστολή της στο Ιράν, αναφέρθηκε η δημοσιογράφος Κάτια Αντωνιάδη, μιλώντας στο ΕΡΤnews και την εκπομπή «Συνδέσεις» με τους δημοσιογράφους Κ. Παπαχλιμίντζο και Κ. Δούκα. Η απεσταλμένη της ΕΡΤ ήταν η μοναδική δημοσιογράφος από την Ευρώπη που βρέθηκε στο Ιράν, μαζί με ακόμα μια από την Μεγάλη Βρετανία, που ήταν αυτόνομη, δεν ήταν για λογαριασμό κάποιου μέσου και εργάζονταν ως freelancer.
Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά: «Το Ιράν είναι μια παρεξηγημένη χώρα, αυτό έχω καταλάβει. Είναι μια χώρα όπως η δική μας, είναι οι άνθρωποι όπως είμαστε εμείς, είμαστε πάρα πολύ κοντά σε ιδιοσυγκρασία, σε νοοτροπία, στον τρόπο ζωής, είναι μια χώρα που όπως ξέρουμε 47 χρόνια υφίσταται κυρώσεις.
Θεοκρατικό καθεστώς, αλλά το Ιράν όπως περιγράφεται τέλος πάντων στα βιβλία της, στα βιβλία πολιτικής, στα βιβλία ιστορίας, είναι ένας συνδυασμός θεοκρατικής δημοκρατίας, ένα υβρίδιο που όμοιό του δεν υπάρχει σε όλον τον υπόλοιπο κόσμο, οπότε είναι και πάρα πολύ δύσκολο να το συλλάβουμε εμείς οι υπόλοιποι που ζούμε στις δυτικές δημοκρατίες.
Αυτό που πάντα συνηθίζω να λέω για το Ιράν είναι ότι δεν μπορούμε να το εξηγήσουμε με βάση τα δικά μας τα βιώματα.
Το Ιράν για τη Δυτική Ασία είναι μία χώρα όπως οι υπόλοιπες, πολύ πιο προοδευτική σε σχέση με τις υπόλοιπες γύρω-γύρω.
Οπότε αυτό που έχουμε στο μυαλό μας για δημοκρατία, δεν αντιστοιχεί στο Ιράν.
Έχει καταργηθεί η αστυνομία ηθών, εδώ και κάποια χρόνια μετά τα μετά τα τελευταία γεγονότα του 2022, αποφάσισε τέλος πάντων το κράτος να αφουγκραστεί την κοινωνία σε ένα βαθμό.
Οι γυναίκες του Ιράν εδώ και πάρα πολλά χρόνια επιδιώκουν να αποκτήσουν την ελευθερία έτσι όπως την ορίζουν, έτσι όπως αυτές θέλουν και το είδα κι εγώ ότι τουλάχιστον σε ότι αφορά την ενδυμασία, το κάλυμμα του κεφαλιού έχει χαλαρώσει πάρα πολύ, όμως εξακολουθεί να υφίσταται ο νόμος παρόλα αυτά έχει χαλαρώσει.
Δεν υπάρχει αστυνομία ηθών πια να σε παρακολουθεί, να δει αν το φόρεσες σωστά, αν εξέχουν τούφες κλπ.
Εγώ τα live μου τα έκανα ούτως ή άλλως χωρίς μαντήλα και αυτό μου έλεγαν και οι άνθρωποι εκεί».
Για τις πρόσφατες εξεγέρσεις και την καταστολή τους, ανέφερε πως: «Δεν έχει να κάνει, με την μαντίλα. Είχαν να κάνουν για την οικονομική κατάσταση, για τον πληθωρισμό και για όλα αυτά που περνάει η χώρα, ακριβώς επειδή υφίσταται κυρώσεις και πολύ περισσότερες τώρα».
Συνέχισε λέγοντας πως: «Παντού κυριαρχεί η μορφή του ηγέτη, σε γιγαντοαφίσες σε τοιχογραφίες του Χαμενεΐ, του εκλιπόντος και εσχάτως και του γιου του. Αυτό πια που βλέπουμε στους δρόμους, όχι μόνο της Τεχεράνης. Όλων των πόλεων, Είναι σαν κιόσκια, σαν περίπτερα σκεφτείτε τα, στα οποία προσφέρουν τσάι και νερό στους πολίτες, στους περαστικούς και στους τουρίστες.
Και αυτά ουσιαστικά γεμίζουν με κόσμο κατά τη διάρκεια της ημέρας, οι οποίοι είναι και οι άνθρωποι που συμμετέχουν και στις διαδηλώσεις το βράδυ, που γίνονται σχεδόν σε κάθε πλατεία κάθε πόλης, κατά του πολέμου και υπέρ του, για να ενθαρρύνουν τους πολίτες της χώρας να μην το βάλουν κάτω».
Αναφερόμενη στο πολιτικό κλίμα που επικρατεί στο Ιράν, σχολίασε ότι: «Μέσα σε δύο βδομάδες δεν μπορώ να έχω και πλήρη εικόνα όλης της πολιτικής κατάστασης, δεν μεταφέρω την άποψη μου, μεταφέρω αυτά που μου είπαν.
Δεν μίλησα ούτε με έναν άνθρωπο, ο οποίος να μου πει ότι ναι, ευτυχώς που μας βομβάρδισε ο Τραμπ μπας και αλλάξει η κατάσταση. Δεν υπήρχε άνθρωπος που να πει τι ωραία που βομβαρδίζουν τη χώρα μου. Όλοι μου έλεγαν, υπήρχαν άνθρωποι οι οποίοι ήταν υπέρ της συγκεκριμένης κυβέρνησης. Υπήρχαν άνθρωποι πιο λίγοι, που έλεγαν δεν θέλω την κυβέρνηση, θέλω να γυρίσει ο Σάχης.
Και υπήρχαν και άνθρωποι που έλεγαν εντάξει, δεν τρελαίνομαι κιόλας για αυτή την κυβέρνηση, αλλά δεν βλέπω και εναλλακτική. Αν θέλει ο λαός αλλαγή καθεστώτος, είναι στο χέρι του λαού να επιδιώξει αλλαγή του καθεστώτος.
Ξεκίνησα από την Ταμπρίζ, μια πόλη στα βορειοδυτικά, πήγαμε Τεχεράνη και λέω πήγαμε γιατί δεν ήμουν μόνη μου.
Είχα και ανθρώπους που με συνόδευαν, από την ιρανική τηλεόραση συναδέλφους, γιατί ένιωθαν ότι για λόγους ασφαλείας πρέπει να βρίσκεται πάντα και κάποιος μαζί μου.
Από την Ταπριζ, στην Τεχεράνη, από εκεί στο Ισφαχάν και μετά στο Μανταραμπάς κάτω στο νότιο άκρο και το οποίο ουσιαστικά είναι το λιμάνι των Στενών του Ορμούζ και στην πόλη Μινάμπ, την πόλη η οποία είχε βομβαρδιστεί στην αρχή του πολέμου, 28 Φεβρουαρίου και μετά πίσω Τεχεράνη. Πήγαμε σε αρκετές πόλεις, κάναμε καταγραφή των καταστροφών και των βομβαρδισμών. Δεν υπήρχε χρόνος για οποιαδήποτε άλλη μελέτη της κατάστασης, οπότε μείναμε εκεί ούτως ή άλλως».
Τέλος επισήμανε πως: «Επειδή εγώ βρέθηκα στο Ιράν τις ημέρες της εκεχειρίας, οπότε υπήρχε μία σχετική ασφάλεια. Έβλεπα τους συναδέλφους ότι ήταν προβληματισμένοι. Ειδικά όταν πήγαμε στη Μινάμπ, μας σταμάτησαν κάποια στιγμή στον δρόμο πολιτοφύλακες και μας είπαν κινητά σε κατάσταση πτήσης για να μην δίνεται σήμα πουθενά.
Εκεί λίγο δεν σας κρύβω ότι κάπως ταράχτηκα, αλλά εν πάση περιπτώσει όλοι κράτησαν την ψυχραιμία τους.
Άλλη μία φορά που έβγαζα live το κεντρικό δελτίο στις 6 και προφανώς είχα επιλέξει ένα κεντρικό σημείο, αλλά είχα επιλέξει ένα κεντρικό σημείο το οποίο σε ένα δρόμο από πίσω ήταν σε σημείο ενδιαφέροντος.
Δηλαδή είχε βομβαρδιστεί κάποιο δημόσιο κτίριο, κάποιο κτήριο, κάποια κατοικία ανθρώπου της κυβέρνησης και μας σταμάτησαν εκεί, κατά τη διάρκεια μας ζήτησαν στοιχεία ποιοι είστε, τι κάνετε, γιατί εδώ, γιατί επιλέξατε αυτό το σημείο;
Δηλαδή υπήρξε ένας τέτοιος έλεγχος. Λύθηκε πάρα πολύ γρήγορα η παρεξήγηση, μας άφησαν να φύγουμε».