Αναφερόμενος στον πολυετή δημοσιονομικό σχεδιασμό για το 2026–2029 είπε ότι «η χώρα μπαίνει σε ένα πλαίσιο όπου κάθε χρόνο θα καταγράφεται μικρότερη αύξηση του ΑΕΠ, ενώ και η ιδιωτική κατανάλωση θα μειώνεται ελαφρά».
Η χώρα κινείται χωρίς καμία επίγνωση της πραγματικότητας
Στη συνέχεια σημείωσε: «Το εντυπωσιακό και ταυτόχρονα ανησυχητικό στοιχείο είναι οι προβλέψεις για τον ακαθάριστο σχηματισμό παγίου κεφαλαίου. Οι επενδύσεις –συμπεριλαμβανομένων των υποδομών και των ακινήτων, όπου άλλωστε συγκεντρώνεται ο πλούτος– υπολογίζεται να αυξηθούν 10,2% το 2026, αλλά να περιοριστούν στο 4,1% το 2027, στο 0,9% το 2028 και στο 0,8% το 2029. Αυτή είναι η εκτίμηση για την πορεία των επενδύσεων. Αντιλαμβάνεστε; Η χώρα κινείται χωρίς καμία επίγνωση της πραγματικότητας».
Σχετικά με την απασχόληση ανέφερε πως «δεν προβλέπεται καμία ουσιαστική μεταβολή· η ανεργία θα παραμείνει γύρω στο 8%, πάνω-κάτω. Αυτή είναι η επίσημη και εγκεκριμένη εικόνα για το μέλλον της χώρας. Και αναρωτιέμαι: θα το αντιμετωπίσουμε έτσι; Θα συνεχίσουμε απλώς να το περιγράφουμε; Χρειάζεται πλέον συζήτηση με διαφορετικούς όρους».
Για τη λειτουργία του πολιτικού συστήματος σημείωσε: «Είχα πει πως η χώρα είναι μη διακυβερνήσιμη, όχι επειδή δεν υπάρχει κυβέρνηση –υπάρχει, και μάλιστα με άνετη κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Όμως οι δημοσκοπήσεις δεν δείχνουν ότι μετά τις επόμενες εκλογές θα υπάρξει εύκολη λύση. Πρέπει να σκεφτούμε αν το πολιτικό σύστημα μπορεί να παράξει κυβερνήσεις συνεργασίας. Το κρίσιμο, όμως, δεν είναι αυτό. Το ερώτημα είναι αν η κοινωνία θέλει και μπορεί να γίνει διακυβερνήσιμη, αν μπορεί να διατηρήσει εσωτερική συναίνεση και συμπεριληπτικότητα».
Για την ανάγκη ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου επισήμανε ότι «δεν ταυτίζεται απλώς με την επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων, ακόμη κι αν έχουν περάσει χρόνια».
Αναφερόμενος στον Τάσο Γιαννίτση είπε ότι «είναι λόγιος, διανοούμενος και αυστηρός ακαδημαϊκός, με χαρακτηριστικά σχεδόν προτεσταντικού τύπου, κάτι που τον έφερε κοντά σε νοοτροπία με τον Κώστα Σημίτη». Πρόσθεσε ότι «εισήλθε στην πολιτική ως τεχνοκράτης, χωρίς να χρειαστεί να εκτεθεί στη λαϊκή κρίση, γεγονός που του έδωσε τη δυνατότητα να αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στο δημόσιο συμφέρον και στο κυβερνητικό έργο, αποτελώντας ένα σπάνιο είδος υψηλού επιπέδου δημόσιου λειτουργού, που σε χώρες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο είναι συνηθισμένο, αλλά στην Ελλάδα δυσεύρετο».
Γιαννίτσης: Δεν είμαι αισιόδοξος, καθώς δεν διακρίνω όραμα
Ο Τάσος Γιαννίτσης υπογράμμισε πως «δεν μπορεί να δηλώσει αισιόδοξος για το παρόν και το μέλλον της Ελλάδας, καθώς ζούμε σε μια εποχή μεγάλων αβεβαιοτήτων και πολλαπλών κινδύνων, ενώ η χώρα παραμένει αδύναμη και η κοινωνία δυσκολεύεται να χαράξει πορεία». Προσέθεσε όμως ότι «ελπίζει πως θα καταβληθεί συλλογική προσπάθεια ώστε να αποφευχθούν νέα μεγάλα προβλήματα, αφού μέχρι τώρα έχουμε βιώσει αρκετά». Τόνισε ότι «αυτή τη στιγμή δεν διακρίνεται κάποιο ιδιαίτερο όραμα που να εμπνέει και να καθοδηγεί τη χώρα».
Σχετικά με τη σύγκλιση των προοδευτικών δυνάμεων είπε ότι «σε ένα τόσο ρευστό και ασαφές πολιτικό σκηνικό, όπου κανείς δεν γνωρίζει το αποτέλεσμα των εκλογών, είναι προτιμότερο να αναμένει κανείς να δει πώς θα διαμορφωθούν οι πολιτικές συνθήκες και οι ισορροπίες πριν ληφθούν αποφάσεις». Πρόσθεσε ότι «το κρίσιμο δεν είναι το πριν ή το μετά τις εκλογές, αλλά το να υπάρχει ένα κοινό σχέδιο για το πού θέλουμε να πάμε. Χωρίς αυτό, οι όποιες συμπράξεις κινδυνεύουν να διαλυθούν αμέσως μετά». Τόνισε επίσης ότι «οι πολιτικές δυνάμεις που θα συνεργαστούν πρέπει να αποφασίσουν πως δεν θα υπονομεύουν η μία την άλλη την επόμενη των εκλογών».
Για την πολιτική αλλαγή ανέφερε ότι «θα προκύψει εξελικτικά, μέσα από την πορεία των κομμάτων, την εξέλιξη των ιδεών και τον καθορισμό των πραγματικών προβλημάτων που πρέπει να αντιμετωπιστούν ως κοινωνία. Αυτά θα δείξουν αν μπορεί να υπάρξει σοβαρή αλλαγή και προς ποια κατεύθυνση. Μια αλλαγή απλώς για την εξουσία δεν είναι αυτή που θα λύσει τα προβλήματα της χώρας».