Ο κ. Καραμανλής έκανε λόγο για μια «εξαιρετικά δύσκολη, αν όχι ανυπόφορη πραγματικότητα» που αντιμετωπίζει τα τελευταία χρόνια ο αγροτικός κόσμος τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Ελλάδα, αποδίδοντας την κατάσταση στον συνδυασμό έκτακτων διεθνών εξελίξεων και χρόνιων διαρθρωτικών αδυναμιών.
Αναφερόμενος στις διεθνείς συνθήκες, στάθηκε στις επιπτώσεις της πανδημίας Covid-19 και του πολέμου στην Ουκρανία, καθώς και στο αυξημένο κόστος που, όπως υποστήριξε, προκάλεσαν για τους μικρομεσαίους αγρότες οι πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ενεργειακή μετάβαση, τις οποίες χαρακτήρισε «βεβιασμένες, απερίσκεπτες και άκαιρες».
Σε εθνικό επίπεδο, ο πρώην πρωθυπουργός περιέγραψε μια ακόμη πιο επιβαρυμένη εικόνα, επισημαίνοντας τη ραγδαία αύξηση του κόστους παραγωγής, τη μείωση των τιμών παραγωγού και τη συρρίκνωση του αγροτικού εισοδήματος. Παράλληλα, έκανε λόγο για εκτεταμένες ζημιές σε υποδομές, καλλιέργειες και ζωικό κεφάλαιο λόγω φυσικών καταστροφών, ασθενειών και ζωονόσων, καθώς και για καθυστερήσεις στις αποζημιώσεις.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε επίσης σε ζητήματα διαχείρισης των κοινοτικών ενισχύσεων, κάνοντας λόγο για «αδιαφανείς, ενίοτε σκανδαλώδεις και πελατειακής αντίληψης πρακτικές», αλλά και για ελλιπή στρατηγικό σχεδιασμό στην κατανομή των ευρωπαϊκών πόρων, που –όπως είπε– οδηγεί σε χαμηλή αποδοτικότητα.
Σύμφωνα με τον ίδιο, τα παραπάνω προβλήματα επιβαρύνουν ήδη υπάρχουσες παθογένειες του πρωτογενούς τομέα, οι οποίες παραμένουν άλυτες επί χρόνια και πλέον συνιστούν σοβαρή απειλή για τη βιωσιμότητα της αγροτικής παραγωγής και την προοπτική της ελληνικής περιφέρειας.
Ο κ. Καραμανλής τόνισε ότι οι βασικές διαρθρωτικές αδυναμίες περιλαμβάνουν τον μικρό και κατακερματισμένο κλήρο, τη γήρανση του αγροτικού πληθυσμού και την ανεπαρκή ανανέωσή του, το χαμηλό επίπεδο κατάρτισης των αγροτών, καθώς και τη συνεχή αύξηση του κόστους παραγωγής.
Υπό αυτό το πρίσμα, υπογράμμισε την ανάγκη εκπόνησης ενός ολοκληρωμένου και επαρκώς χρηματοδοτημένου σχεδίου για τη στήριξη του αγροτικού κόσμου και τη βιώσιμη ανάπτυξη της υπαίθρου, με στόχο την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας του πρωτογενούς τομέα.
Έμφαση έδωσε στη δημιουργία ενός πιο σταθερού και φιλικού περιβάλλοντος για τη νέα γενιά της περιφέρειας, μέσα από επενδύσεις στην εκπαίδευση, την κατάρτιση και τη συνεχή επιστημονική υποστήριξη των νέων αγροτών. Παράλληλα, πρότεινε την αξιοποίηση περίπου 6 εκατομμυρίων στρεμμάτων ανεκμετάλλευτων εκτάσεων και τη χορήγηση χαμηλότοκων δανείων σε νέους αγρότες χωρίς αυστηρές εγγυήσεις.
Κλείνοντας την τοποθέτησή του, ο πρώην πρωθυπουργός επισήμανε ότι οι προκλήσεις είναι ήδη παρούσες και απαιτούν άμεση και ουσιαστική ανταπόκριση, υπογραμμίζοντας ότι η αντιμετώπισή τους συνιστά, όπως είπε, «πατριωτικό καθήκον».