Η στάση της ισπανικής κυβέρνησης ήρθε σε αντιπαραβολή με αυτή της ελληνικής και του Κυριάκου Μητσοτάκη, προκαλώντας έντονη πολιτική αντιπαράθεση.
Άλλοι συντάχθηκαν με τον Σάντσεθ, άλλοι τον ηρωοποίησαν, ενώ η αντίθετη πλευρά τον χαρακτήρισε «φιλότουρκο» που βάζει τη χώρα του σε περιπέτειες.
Στην Ισπανία ποιο είναι άραγε το κλίμα; Και φυσικά πέρα από τη στείρα αντιπαράθεση και την τοξικότητα, το ερώτημα είναι αν τελικά ο δρόμος μίας εναλλακτικής διακυβέρνησης στην Ευρώπη, αλλά και στην Ελλάδα περνά μέσα από τον αντιτραμπισμό.
Ο Κωστής Κορνέτης είναι επίκουρος καθηγητής σύγχρονης ιστορίας στο Αυτόνομο Πανεπιστήμιο της Μαδρίτης και σύμβουλος της ισπανικής κυβέρνησης σε θέματα ιστορικής μνήμης. Το Reporter ζήτησε τη δική του οπτική για το «φαινόμενο» Σάντσεθ και τον ελληνικό… εμφύλιο που προκάλεσε.
– Στην Ελλάδα η στάση Σάντσεθ απέναντι στον , με αφορμή τον πόλεμο του Ιράν, αλλά και τη Γάζα, έχει ένθερμους υποστηρικτές αλλά και πολλούς haters. Κάποιοι μάλιστα χαρακτήρισαν «καραγκιόζηδες» όσους τον στηρίζουν. Στην Ισπανία ποιο είναι το κλίμα που επικρατεί;
«Είναι αλήθεια πως η στάση του Σάντσεθ στο θέμα του πολέμου στο Ιράν, όπως πριν λίγο καιρό στο θέμα της Γάζας και της αναγνώρισης Παλαιστινιακού κράτους, έχει ένθερμους υποστηρικτές, αλλά και haters. Με έχει εκπλήξει η ευκολία με την οποία γράφονται αστήρικτα και ατεκμηρίωτα πράγματα για τον ίδιο στον ελληνικό Τύπο και τα social media. Όσο για τον χαρακτηρισμό «καραγκιόζηδες» απλά θα πω πως δε δείχνει μόνο έλλειψη ψυχραιμίας από δημοσιογράφους που θα έπρεπε να αναλύουν με την μεγαλύτερη δυνατή αντικειμενικότητα, αλλά και την τοξικότητα που χαρακτηρίζει το δημόσιο λόγο σήμερα.
Στην Ισπανία το κλίμα, που παρεμπιπτόντως δεν ήταν ιδιαίτερα ευνοϊκό για τον Σάντσεθ πριν λίγο καιρό, ανατράπηκε με την στάση του σε σχέση με τον πόλεμο, τουλάχιστον προσώρας. Σύμφωνα με μεγάλη δημοσκόπηση της El País το 70% των πολιτών συμφωνεί με αυτή την στάση και είναι ηχηρά κατά του πολέμου, χωρίς αστερίσκους. Θεωρώ πως ιδιαίτερα σημαντική είναι η επίκληση του ιστορικού συνθήματος «No a la guerra» που πατάει πάνω σε μια βαθιά μνήμη: τη μαζική κοινωνική αντίθεση στον πόλεμο του Ιράκ.
Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι υπάρχει καθολική συναίνεση. Η δεξιά και η άκρα δεξιά κατηγόρησαν εξαρχής τον Σάντσεθ ότι «παίζει μόνος του», ότι εργαλειοποιεί διεθνείς κρίσεις για εσωτερική κατανάλωση και ότι επιχειρεί να μετατραπεί σε ευρωπαϊκή νέμεση του για να ανασυγκροτήσει το προοδευτικό του ακροατήριο, απομονώνοντας τη χώρα. Όμως όσο περνάν οι ημέρες και άλλες ευρωπαϊκές φωνές μετακινήθηκαν προς πιο κριτικές θέσεις απέναντι στον πόλεμο, ενώ το επιχείρημα ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να σύρεται σε έναν πόλεμο για τον οποίο ούτε ενημερώθηκε ούτε ερωτήθηκε, βρήκε απήχηση πέρα από τον παραδοσιακό χώρο της (κεντρο)αριστεράς.
-Στην Ισπανία υπάρχει ανησυχία για επιπτώσεις στην οικονομία από τις επιλογές της κυβέρνησης;
«Η οικονομική ανησυχία είναι απολύτως υπαρκτή και μάλιστα κομβική στην ισπανική συζήτηση. Η κυβέρνηση δεν παρουσιάζει τη στάση της μόνο ως ηθική ή νομική υπεράσπιση του διεθνούς δικαίου, αλλά και ως υπεράσπιση του άμεσου συμφέροντος των Ισπανών. Αυτό φαίνεται καθαρά τόσο στις δηλώσεις του υπουργού Εξωτερικών Άλβαρες όσο και στη ρητορική του ίδιου του Σάντσεθ που μιλούν για ενεργειακές και πληθωριστικές πιέσεις, και κίνδυνο νέου προσφυγικού κύματος ακόμη μεγαλύτερου από εκείνο του 2015. Με άλλα λόγια, ο πόλεμος στο Ιράν δεν παρουσιάζεται στην Ισπανία ως κάτι μακρινό, αλλά ως σύγκρουση που χτυπά άμεσα την ευρωπαϊκή καθημερινότητα. Γι’ αυτό και το «όχι στον πόλεμο» έχει εδώ διπλή ανάγνωση: δεν είναι μόνο σύνθημα αρχών, είναι και επιχείρημα κοινωνικής προστασίας».
-Οι εν Ελλάδι επικριτές του Σάντσεθ, τον χαρακτηρίζουν υποκριτή και διπρόσωπο, καθώς όπως λένε αν και εναντιώνεται στον πόλεμο, εφοδιάζει με όπλα την Τουρκία. Θα έχετε ακούσει ότι τον αποκαλούν “τουρκόφιλο”. Πώς το σχολιάζετε αυτό;
«Ο χαρακτηρισμός «τουρκόφιλος» λέει πολύ περισσότερα για το ελληνικό πολιτικό και συναισθηματικό πλαίσιο απ’ ό,τι για την πραγματική λογική της ισπανικής εξωτερικής πολιτικής. Στην Ισπανία η σχέση με την Τουρκία γίνεται αντιληπτή πρωτίστως μέσα από ένα πλέγμα διαφορετικών στρατηγικών υπολογισμών: ΝΑΤΟ, αμυντική βιομηχανία, Μεσόγειος, μεταναστευτικές ροές, περιφερειακή σταθερότητα. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει αντίφαση ανάμεσα σε μια ρητορική υπέρ της ειρήνης και στη συνέχιση αμυντικών ή εξοπλιστικών σχέσεων με κράτη που προκαλούν ισχυρές αντιδράσεις σε άλλες ευρωπαϊκές κοινωνίες. Η αντίφαση αυτή είναι υπαρκτή και δεν αφορά μόνο την Ισπανία· είναι δομική στον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν σχεδόν όλα τα ευρωπαϊκά κράτη: υπερασπίζονται αξίες, αλλά ταυτόχρονα κινούνται μέσα σε δίκτυα συμμαχιών, αγορών και κρατικών συμφερόντων.
Από εκεί και πέρα, το να παρουσιάζεται ο Σάντσεθ ως περίπου ο αγαπημένος «σύμμαχος της Άγκυρας» είναι μια υπεραπλούστευση που περισσότερο πολώνει παρά εξηγεί. Η ισπανική κυβέρνηση δεν εμφανίζεται στην ισπανική δημόσια σφαίρα ως κυβέρνηση «φιλοτουρκική», αλλά ως κυβέρνηση που προσπαθεί να διατηρήσει ανοιχτούς διαύλους με πολλούς παίκτες και να προασπίσει τον ρόλο της Ισπανίας ως μεσαίας ευρωπαϊκής δύναμης με αυτόνομη φωνή. Η αποστολή της φρεγάτας «Cristobal Colón» στην Κύπρο το αποδεικνύει».
–Τα σοσιαλιστικά/σοσιαλδημοκρατικά κόμματα στην Ευρώπη δεν διανύουν την καλύτερή τους περίοδο. Θεωρείτε πως ο αντιτραμπισμός αποτελεί στοιχείο που θα μπορούσε να τα επαναφέρει σε τροχιά εξουσίας και σε άλλες χώρες πέραν της Ισπανίας;
«Ο αντιτραμπισμός από μόνος του δεν αρκεί, αλλά θα ήταν λάθος να υποτιμήσουμε τη σημασία του. Σήμερα ο δεν είναι απλώς ένα αμερικανικό φαινόμενο: είναι σημείο συμπύκνωσης μιας ευρύτερης αυταρχικής, εθνικιστικής και αντιφιλελεύθερης στροφής, η οποία έχει επηρεάσει βαθιά και την Ευρώπη. Υπό αυτή την έννοια, το να ορίζεται κανείς απέναντι στον τραμπισμό δεν είναι μια απλή αρνητική ταυτότητα, αλλά ένας τρόπος να ξανατεθούν μεγάλα πολιτικά διακυβεύματα: διεθνές δίκαιο ή ζούγκλα, πολυμέρεια ή μονομερής επιβολή, κοινωνική συνοχή ή κυνικός εθνικισμός, πολιτική ευθύνη ή θέαμα. Ο Σάντσεθ έχει καταλάβει ότι σε μια περίοδο αδυναμίας της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, η ανάδειξη του «όχι στον πόλεμο» και της ευρωπαϊκής αυτονομίας μπορεί να ξαναδώσει ηθικό και πολιτικό βάθος σε έναν χώρο που συχνά εμφανίζεται τεχνοκρατικός, άτονος και αμυντικός. Η συμμετοχή του αριστερού συνασπισμού Sumar υπό τη δυναμική αντιπρόεδρο Γιολάντα Ντίαθ στο κυβερνητικό σχήμα παίζει έναν κρίσιμο ρόλο σε αυτή την συνειδητοποίηση.
Όμως αυτό δεν αρκεί για να επιστρέψουν τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα στην εξουσία. Αν ο αντιτραμπισμός δεν συνδεθεί με απτές απαντήσεις για την ακρίβεια, την στέγαση, τους μισθούς, την ενεργειακή κρίση, την ανασφάλεια της μεσαίας τάξης και τις πολιτισμικές φοβίες γύρω από τη μετανάστευση και την ταυτότητα, θα παραμείνει περισσότερο ηθική χειρονομία παρά νικηφόρα στρατηγική. Το ισπανικό παράδειγμα είναι ενδιαφέρον ακριβώς επειδή ο Σάντσεθ προσπαθεί να ενώσει αυτά τα δύο επίπεδα: να μετατρέψει το «No a la Guerra» όχι μόνο σε διεθνή θέση αρχών αλλά και σε κοινωνικό μήνυμα προς τους πολίτες ότι ο πόλεμος σημαίνει ακριβότερη ενέργεια, περισσότερη ανασφάλεια και μεγαλύτερη αστάθεια για όλους. Αν κάτι μπορεί να ξαναδώσει ώθηση στη σοσιαλδημοκρατία στην Ευρώπη, δεν είναι ο αντιτραμπισμός από μόνος του, αλλά ο συνδυασμός του με την προστασία της καθημερινότητας του πολίτη».
This website uses cookies.