Συγκεκριμένα :
«Δεν τις κλείσαμε εμείς τις τράπεζες. Μας τις κλείσανε. Τις τράπεζες έπρεπε να τις κλείσουμε εμείς την επόμενη μέρα των εκλογών. Και όχι να αφήσουμε να μας εκβιάζουν μέσα από τη διαρροή των καταθέσεων, μέσα από τις κινήσεις “με το σταγονόμετρο” — σας δίνουμε, δεν σας δίνουμε ρευστότητα. Και να πάμε να κάνουμε τη διαπραγμάτευση έχοντας ένα μικρό υφεσιακό κόστος από το κλείσιμο των τραπεζών και τα capital controls».
Σε follow up ερώτηση αν πράγματι έπρεπε η κυβέρνησή του να τις κλείσει, απάντησε: «Βεβαίως. Και να κάνουμε μια ουσιαστική διαπραγμάτευση».
Μάλιστα, η συγκεκριμένη πτυχή δεν αναφέρθηκε στο, επιτυχημένο σε εμπορικό επίπεδο, βιβλίο του «Ιθάκη».
Ένα υποθετικό σενάριο
Η ιστορία δεν γράφεται φυσικά με το «αν», αλλά ας εξετάσουμε το υποθετικό σενάριο κατά το οποίο η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ έκλεινε τις τράπεζες μετά την εκλογική της επικράτηση. Θα μετακινούνταν οι Ευρωπαίοι; Πιθανότατα όχι. Για τον απλούστατο λόγο ότι η ελληνική οικονομία είχε πάψει να αποτελεί συστημικό κίνδυνο για τη βιωσιμότητα της Ευρωζώνης. Οι γραφειοκράτες των Βρυξελλών είχαν φροντίσει να πάρουν τα μέτρα τους μετά την ταραχώδη περίοδο 2010-2012.
Απεναντίας, μια τέτοια κίνηση θα έδινε ώθηση στους πιο ακραίους και συντηρητικούς κύκλους του μπλοκ, που επεδίωκαν την αποπομπή της χώρας από το ευρώ, να πιέσουν προς αυτή την κατεύθυνση. Θα υποστήριζαν, μεταξύ άλλων, ότι το εκλογικό αποτέλεσμα της Ελλάδας είναι σεβαστό, αλλά ότι οι επιλογές συνεπάγονται με την ανάλογη ανάληψη ευθυνών. Θα τόνιζαν ακόμη ότι επιβεβαιώνεται η έλλειψη διάθεσης των Αθηνών να συμμορφωθούν με το ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο.
Ταυτόχρονα, οι πιο μετριοπαθείς δυνάμεις δεν θα ήταν σε θέση να προσφέρουν πολλά, καθώς η τότε κυβέρνηση δεν θα έστελνε απαραίτητα σήμα καλής θέλησης στις διαπραγματεύσεις. Παράλληλα, θα κατέρρεε το ήδη λαβωμένο χρηματιστήριο Αθηνών.
Επιπλέον, θα άνοιγαν πιθανότατα ευρύτερα πολιτικά ζητήματα. Ο ίδιος ο Τσίπρας δεν είχε θέσει ποτέ τέτοιο ζήτημα στην προεκλογική του εκστρατεία. Υπενθυμίζεται ότι στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ κατηγορούσαν τότε τη Νέα Δημοκρατία του Αντώνη Σαμαρά για κινδυνολογία. Συνεπώς, μια τέτοια κίνηση ούτε τη νομιμοποίηση των ψηφοφόρων θα είχε, αλλά και θα επιβεβαίωνε, σε έναν βαθμό, το αφήγημα Σαμαρά ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ωθεί τη χώρα σε GREXIT.
Εν ολίγοις, η κίνηση αυτή θα ήταν μια κίνηση πανικού και είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν θα μπορούσε να δημιουργήσει καλύτερες προϋποθέσεις για επαναδιαπραγμάτευση των πράγματι προβληματικών πακέτων διάσωσης.
Ερωτήματα για το πολιτικό comeback
Από εκεί και ύστερα, η συγκεκριμένη αποστροφή του πρώην πρωθυπουργού (την οποία έσπευσε να αναδείξει ο γνωστός φιλοκυβερνητικός μηχανισμός) δεν τον βοηθά ιδιαίτερα στο πολιτικό του comeback. Οι πολιτικοί του αντίπαλοι τον εγκλωβίζουν διαρκώς σε συζητήσεις για τα γεγονότα του 2015 και ο ίδιος αδυνατεί να απελευθερωθεί από αυτή τη θεματολογία, αναδεικνύοντας άλλες πτυχές της διακυβέρνησής του που θα μπορούσαν ενδεχομένως να λειτουργήσουν υπέρ του.
Επίσης, κατά τη διάρκεια των δημόσιων παρεμβάσεών του τους τελευταίους μήνες, λείπει ένα αφήγημα για το πώς οραματίζεται το μέλλον της χώρας. Αυτό σχετίζεται με το γεγονός ότι ο ίδιος δεν έχει κατασταλάξει ποια γραμμή θα επιχειρήσει να υπηρετήσει: τη μετριοπαθή σοσιαλδημοκρατία ή την πιο ριζοσπαστική.
Στην πρώτη περίπτωση έχει το πρόβλημα ότι δεν είναι σε θέση να πείσει πιο κεντρογενή ακροατήρια, στη δεύτερη ότι ο αντισυστημισμός του – όποτε επιλέγει να τον προβάλλει – δεν πείθει όπως την εποχή των μνημονίων. Η στρατηγική που ακολουθείται στην Αμαλίας αναδιαμορφώνεται συνεχώς, ωστόσο τα περιθώρια για ένα επιτυχημένο εγχείρημα αρχίζουν να στενεύουν επικίνδυνα.
Ως εκ τούτου, φαίνεται ότι σε πρώτη φάση ο στόχος είναι η διασφάλιση του 17% των ψηφοφόρων που τον στήριξαν στις εκλογές του Ιουνίου του 2023, με το σκεπτικό ότι υπάρχει η δυνατότητα για περαιτέρω δημοσκοπική ενίσχυση όσο η κυβέρνηση εγκλωβίζεται ολοένα και περισσότερο στη σκανδαλολογία.
Από εκεί και πέρα, εφόσον ο Αλέξης Τσίπρας επιδιώκει να διεκδικήσει εκ νέου τη διακυβέρνηση της χώρας, οφείλει πρώτα να διαμορφώσει την ατζέντα του δημόσιου διαλόγου με τους δικούς του όρους. Διαφορετικά, προτάσεις όπως η παραπάνω για τις τράπεζες προσφέρουν στους αντιπάλους του το πλεονέκτημα να ορίζουν εκείνοι το πλαίσιο της συζήτησης για το πρόσωπό του και τον ρόλο του στα κοινά.