Στο «μακεδονικό ζήτημα», αναφέρθηκε η Καθηγήτρια κα. Μαριλένα Κοππά, η οποία ανέφερε ότι αντικατοπτρίζει πολλές από τις δυσκολίες της περιόδου εκείνης, καθώς εξελίχθηκε σε μακροχρόνιο πρόβλημα που τελικά επιλύθηκε το 2018. Επιπλέον, σημείωσε ότι η συμφωνία των Πρεσπών επιδεχόταν βελτίωσης, καθώς υπογράμμισε ότι «το να πετύχεις το 100% των επιδιώξεών σου γίνεται μόνο με πόλεμο». Επεσήμανε, ωστόσο, ότι η ευφυΐα της συμφωνίας είναι ότι έχει μετατρέψει ένα ταυτοτικό ζήτημα σε πρακτικούς όρους.
Παράλληλα, η Καθηγήτρια επισήμανε ότι σημειώθηκαν καθυστερήσεις στα εφαρμοστικά πρωτόκολλα στη Βουλή και σημειώθηκε παρακώλυση των διαδικασιών για τις επιτροπές που αφορούν τα σήματα και τα βιβλία, και συνεπώς το 70% της συμφωνίας, παρά τον θετικό της χαρακτήρα, παραμένει ανενεργό. Όπως σημείωσε υπήρξε απροθυμία για καταγγελία της συμφωνίας αλλά και για την πλήρη αξιοποίησή της. Για το ίδιο θέμα ο κ. Σωτήρης Ριζάς, υπογράμμισε ότι, ανεξάρτητα από το αν είναι μια καλή ή κακή συμφωνία αυτή των Πρεσπών, είναι μια ισχύουσα συμφωνία που πρέπει να τη σεβαστεί η άλλη πλευρά. Όπως αναφέρθηκε, έλυσε το ζήτημα της ονομασίας, όχι όμως και αυτό της ταυτότητας ή της γλώσσας. Για τη μη κύρωση των πρωτοκόλλων, υπογράμμισε ότι ήταν ελάσσων σημασίας, καθώς η επικύρωσή τους δεν έχει την ίδια βαρύτητα με αυτό που προσπαθεί να κάνει το VMRO στη Βόρεια Μακεδονία.
Η κα. Κοππά χαρακτήρισε απόλυτη ανάγκη να προχωρήσει η ένταξη των Δυτικών Βαλκανίων καθώς δεν μπορεί να υφίσταται κενό στην καρδιά της Ευρώπης. Σημείωσε ότι η μη ένταξη επιτρέπει σε Τρίτες χώρες να προωθούν τα δικά τους συμφέροντα, ενώ μίλησε για θετικό μομέντουμ, καθώς οι γεωπολιτικές εξελίξεις δημιουργούν μια νέα πραγματικότητα. Μάλιστα, υπογράμμισε ότι η Ελλάδα μπορεί να παίξει καθοριστικό ρόλο, βοηθώντας τις γραφειοκρατίες αυτών των χωρών.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο κ. Ριζάς δηλώνοντας ότι η σταθεροποίηση στα Δυτικά Βαλκάνια δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς ένταξη της Σερβίας. Επεσήμανε, ωστόσο, ότι η θέση της Αθήνας είναι σύνθετη, γιατί υπάρχουν ανοιχτά θέματα στην περιοχή, όπως η ισότιμη μεταχείριση της ελληνικής μειονότητας στο αλβανικό κράτος και η πλήρης εφαρμογή της συμφωνίας των Πρεσπών.
Ο κ. Ριζάς συνέχισε σχετικά με το Κόσοβο λέγοντας ότι «είμαστε στην ομάδα των χωρών που δεν έχουν το έχουν αναγνωρίσει», ενώ η κυρία Κοππά προσέθεσε: «Κατά τη γνώμη μου εσφαλμένα ακολουθήσαμε την Κύπρο, γιατί η Κύπρος ταύτισε μια κατάσταση εισβολής και κατοχής που βιώνει με μια κατάσταση απόσχισης συμπαγούς πληθυσμού, η οποία ιστορικά ήταν μια αυτόνομη περιοχή. Δεν είχαμε λόγο να μπούμε σε αυτό το γκρουπ. Δεν μπορώ να φανταστώ ότι μια ελληνική κυβέρνηση θα προχωρήσει μονομερώς στην αναγνώριση».
Τέλος, για ένα σύνθετο θέμα μίλησε ο κ. Ριζάς αναφέροντας ότι μια αναγνώριση από την Αθήνα θα δημιουργούσε περισσότερα προβλήματα από αυτά που δημιουργεί η μη αναγνώριση. Κατέληξε, μάλιστα, λέγοντας ότι «θα έλεγα ότι είναι ένα είδος παγωμένης διαμάχης αυτή η υπόθεση μεταξύ Σερβίας και Κοσσυφοπεδίου που πρέπει κάποια στιγμή να επιλυθεί».