Το Συμβούλιο της Επικρατείας είναι, κατά το Σύνταγμα και την ιστορική του αποστολή, δικαστής της νομιμότητας της κρατικής δράσης. Δεν είναι όργανο δημοσιονομικής διαχείρισης, ούτε μηχανισμός απορρόφησης κρατικών αποτυχιών. Και όμως, σε ορισμένες κατηγορίες υποθέσεων, γεννάται ένα αναπόφευκτο και βαρύ θεσμικό ερώτημα : Ως παράρτημα τίνος λειτουργεί η δικαστική κρίση, όταν εξιλεώνει το κράτος από τις ίδιες του τις ευθύνες και μετατοπίζει την ευθύνη σε τρίτους;
Το ερώτημα αυτό δεν τίθεται ρητορικά, αλλά λειτουργικά.
Η εξιλέωση του κράτους ως νομολογιακό αποτέλεσμα
Όταν το κράτος αποτυγχάνει να ελέγξει τον ίδιο του τον μηχανισμό, παραλείπει επί δεκαετίες υποχρεωτικές νόμιμες ενέργειες, ή ζημιώνεται από πράξεις προσώπων εντός της διοίκησης, η συνταγματική αποστολή του ανώτατου ακυρωτικού δικαστηρίου είναι να αναδείξει τα όρια της κρατικής ευθύνης, όχι να τα εξαλείψει.
Και όμως, παρατηρείται το εξής φαινόμενο. Μέσω ντελικάτων σκέψεων , μέσω ερμηνευτικών σχημάτων που αναχρονιστικά «θεραπεύουν» διοικητικές παραλείψεις ή αποσιωπούν κρίσιμα πραγματικά δεδομένα, το κράτος απαλλάσσεται θεσμικά από τις συνέπειες της ίδιας του της αδράνειας.
Αυτό δεν είναι ουδέτερη ερμηνεία. Είναι εξιλεωτική λειτουργία.
Η μετατόπιση της ευθύνης ως υποκατάστατο ελέγχου
Ακόμη σοβαρότερο είναι όταν, αντί η ευθύνη να αναζητείται εκεί όπου τελέστηκαν οι πράξεις ή οι παραλείψεις, μετατοπίζεται σε πρόσωπα χωρίς καμία συμμετοχή, σε παράνομες πράξεις δημοσιων λειτουργών και έρχεται το Κράτος να επιρρίψει ευθύνες γιατί οι τρίτοι δεν άφησαν την δουλειά τους για να προστατέψουν το Κράτος από τους λειτουργούς του.
Όταν η νομολογία επικυρώνει αυτή τη μετατόπιση, τότε το δικαστήριο παύει να λειτουργεί ως ανάχωμα της κρατικής ισχύος και αρχίζει να λειτουργεί ως ρυθμιστής της ευθύνης με γνώμονα τη σκοπιμότητα.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν το ΣτΕ λειτουργεί ως «παράρτημα» κάποιου συγκεκριμένου κέντρου. Το ερώτημα είναι βαθύτερο και θεσμικό. Λειτουργεί ως θεματοφύλακας της νομιμότητας, ή ως θεσμικός μηχανισμός απορρόφησης του κόστους των κρατικών αποτυχιών;
Όταν η δικαστική κρίση προστατεύει συστηματικά το κράτος από τις ίδιες του τις παραλείψεις, και μεταφέρει το βάρος αλλού, τότε, ανεξαρτήτως προθέσεων, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: Η δικαιοσύνη δεν ελέγχει την εξουσία, τη σταθεροποιεί.
Η λειτουργία αυτή εγκυμονεί σοβαρό κίνδυνο. Αλλοιώνεται η αρχή της διάκρισης των εξουσιών, αποδυναμώνεται η έννοια της κρατικής ευθύνης, και η δικαστική ανεξαρτησία μετριέται όχι από την τυπική αυτονομία, αλλά από το πραγματικό αποτέλεσμα των αποφάσεων.
Η δικαστική εξουσία δεν κρίνεται από τις διακηρύξεις της, αλλά από το αν οι αποφάσεις της παράγουν όρια στην κρατική ισχύ ή αν την αφήνουν ανεμπόδιστη.
Όταν ένα ανώτατο δικαστήριο, με αντιθετες μεταξύ δικαστών κρίσεις εξιλεώνει το κράτος από τις ευθύνες του, μετατοπίζει την ευθύνη σε τρίτους, και αδρανοποιεί θεσμικές εγγυήσεις όπως η παραγραφή,τότε το ερώτημα δεν είναι πια νομικό. Είναι θεσμικό και δημοκρατικό.
Διότι ένα δικαστήριο που δεν ελέγχει το κράτος, δεν λειτουργεί εναντίον του κράτους δικαίου.
Λειτουργεί εντός του προβλήματος.
Εκεί όπου η νομοθετική εξουσία οφείλει να παρεμβαίνει, να θέτει όρια και να αναλαμβάνει το πολιτικό κόστος των επιλογών της, επιδεικνύει αδράνεια.
Και εδώ ακριβώς γεννάται το πρόβλημα. Οταν οι πολιτικοί δεν νομοθετούν, και οι δικαστές υπερβαίνουν τον ρόλο τους για να καλύψουν το κενό, τότε δεν έχουμε κράτος δικαίου αλλά μετατόπιση εξουσίας χωρίς δημοκρατική νομιμοποίηση.
Η επιλεκτική νομοθέτηση –μόνο όταν πιέζουν ή ωφελούνται τα μεγάλα συμφέροντα– αποκαλύπτει ότι η αδράνεια δεν είναι ανικανότητα, αλλά συνειδητή επιλογή. Το αποτέλεσμα είναι διπλά επιζήμιο:
-
Για τον πολίτη, διότι ζει σε καθεστώς ανασφάλειας δικαίου:
δεν γνωρίζει ποιοι κανόνες ισχύουν, ούτε αν αύριο θα «ανακαλυφθεί» μια νέα ερμηνεία εις βάρος του. -
Για τη Δικαιοσύνη, διότι εξαναγκάζεται –ή επιλέγει– να λειτουργεί ως υποκατάστατο του νομοθέτη, με ερμηνευτικές κατασκευές που δεν εδράζονται σε σαφή δημοκρατική βούληση.
Όταν οι Πολιτικοι νομοθετούν, το κάνουν συχνά φωτογραφικά, θεραπεύοντας συγκεκριμένα οικονομικά συμφέροντα ή «σβήνοντας» συνέπειες που θα έπρεπε να αναλάβει το ίδιο το Κράτος. Εκεί η ταχύτητα είναι εντυπωσιακή. Εκεί η αδράνεια εξαφανίζεται. Το πιο επικίνδυνο όμως είναι το εξής:
η διαρκής αδράνεια της πολιτικής εξουσίας κανονικοποιεί τη δικαστική υπέρβαση. Και τότε η εξαίρεση γίνεται κανόνας. Η ερμηνεία γίνεται υποκατάστατο της νομοθεσίας. Και η δικαιοσύνη, αντί να ελέγχει την εξουσία, καταλήγει –έστω και άθελά της– να τη νομιμοποιεί.
Σε ένα υγιές κράτος δικαίου οι πολιτικοί νομοθετούν εγκαίρως και καθαρά, οι δικαστές εφαρμόζουν και ελέγχουν, και τα μεγάλα συμφέροντα υπόκεινται στον νόμο, δεν τον υπαγορεύουν.
Όταν αυτή η ισορροπία ανατρέπεται, δεν μιλάμε για αστοχία.
Μιλάμε για δομική αλλοίωση της δημοκρατικής λειτουργίας.
«Η Δικαιοσύνη είναι εξ ορισμού στοχαστική» Όμως ο στοχασμός αυτός έχει σαφή κατεύθυνση και όρια . Να υπηρετεί την απονομή του δικαίου, όχι την κατασκευή του αδίκου.
Ο μέχρι πρότινος αρχαιότερος Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας Ιωάννης Γράβαρης , μέσα από μια εκ βαθέων συνάντηση, ξεδιπλώνει μνήμες, πρόσωπα, θεσμικές τομές και υπαρξιακές ανησυχίες από τη διαδρομή του στο ΣΤΕ. Μιλά για την κρίση εμπιστοσύνης στους θεσμούς, για τα όρια του «ποσοτικού» δικαστικού έργου, για την ανάγκη διατήρησης της ανεξαρτησίας του Δικαστηρίου μέσα σε ένα περιβάλλον που αλλάζει.
Σε συνέντευξή του ανέφερε : “Μια ορισμένη αντίληψη που άρχισα να διακρίνω σε αρκετούς δικαστές (σε κάποιους έντονα), να δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στη σημασία της νομολογίας για την κρίση μιας υπόθεσης, μου φαινόταν πως ενείχε κάτι αγκυλωτικό για την ελευθερία της σκέψης ˙ και με ενοχλούσε. Αργότερα βέβαια θα μάθαινα πως το πράγμα είναι πολύ πιο σύνθετο, και πως η στάθμιση της ανάγκης σταθερότητας της νομολογίας με την ανάδειξη λόγων μεταβολής της, όταν γίνεται καλά, αποτελεί μια από τις πιο ντελικάτες πνευματικές διεργασίες για ένα δικαστή – και δη ανωτάτου δικαστηρίου
ΟΜΩΣ :
Στοχασμός που οδηγεί συνειδητά ή συστηματικά στην πρόκληση ζημίας, μέσω ερμηνευτικών κατασκευών χωρίς νομοθετικό έρεισμα και χωρίς πραγματική συμπεριφορά καταλογιστέα στον πολίτη, δεν είναι δικαστικός στοχασμός. Είναι μεταμφιεσμένη αυθαιρεσία. Είναι χρήση της ερμηνείας ως εργαλείου εξουσίας και όχι ως λειτουργίας δικαιοσύνης.
Η γνήσια στοχαστική λειτουργία της δικαιοσύνης περιορίζεται από την αρχή της νομιμότητας, σέβεται την προβλεψιμότητα του δικαίου, και απορρίπτει την κατασκευή ευθύνης εκ των υστέρων για να «σωθεί» το κράτος ή η διοίκηση.
Αντίθετα, ο στοχασμός που επινοεί «εν σπερματί», «οιωνεί» ή δυνητικές μορφές ευθύνης, εκεί όπου ο νόμος σιωπά ή αποκλείει ρητά τον καταλογισμό, δεν απονέμει δικαιοσύνη. Δημιουργεί άδικο. Και μάλιστα άδικο με θεσμική σφραγίδα, που είναι και το πιο επικίνδυνο είδος.
Η δικαιοσύνη δεν στοχάζεται για να παράγει ζημία. Στοχάζεται για να αποτρέψει την αυθαιρεσία, να περιορίσει την ισχύ και να προστατεύσει τον άνθρωπο από την εξουσία. Όταν ο στοχασμός χάνει αυτόν τον προσανατολισμό, τότε δεν έχουμε υπέρβαση σκέψης, αλλά εκτροπή ρόλου. Και εκεί ακριβώς παύει να υφίσταται η δικαστική αρετή.
Υπάρχει ένα σημείο στο οποίο η δημόσια ρητορική περί «υψηλού δικαστικού ήθους» και «γερού νομικού στοχασμού» παύει να είναι απλώς υπερβολική και καθίσταται θεσμικά προσβλητική για το κράτος δικαίου.
Όταν δικαστικές κρίσεις παρακάμπτουν δεσμευτικούς κανόνες, και οδηγούν σε απαλλαγή του κράτους από τις ίδιες του τις ευθύνες, τότε η επίκληση του «δικαστικού ήθους» δεν λειτουργεί ως τιμή.
Η Δικαιοσύνη δεν κρίνεται από τον τρόπο που περιγράφει τον εαυτό της ή από τις τιμητικές διακρίσεις που απονέμονται εντός κλειστών κύκλων. Κρίνεται αποκλειστικά από το αποτέλεσμα της δικανικής της λειτουργίας με το αν δηλαδή περιορίζει την εξουσία ή αν τη σταθεροποιεί εις βάρος των ατομικών εγγυήσεων.
Όταν η νομολογία μετατοπίζει την ευθύνη του ίδιου του Κράτους σε τρίτους, τότε δεν πρόκειται για απλή ερμηνευτική επιλογή. Πρόκειται για δομική εκτροπή της δικαστικής λειτουργίας.
Η ακαδημαϊκή και θεσμική αποδοχή τέτοιων πρακτικών , μέσω επαίνων, βραβεύσεων ή αβασάνιστων χαρακτηρισμών περί «νομικής αρτιότητας» , δημιουργεί ένα εξαιρετικά επικίνδυνο προηγούμενο που δεν είναι άλλο από την κανονικοποίηση της αδικίας ως έντιμης δικανικής στάσης, αρκεί να είναι τεχνικά καμουφλαρισμένη.
Το πρόβλημα δεν είναι η ύπαρξη σκληρής νομολογίας. Το πρόβλημα είναι η απουσία αυτοκριτικής.
Σε ένα ώριμο κράτος δικαίου, το δικαστικό ήθος δεν ταυτίζεται με την προστασία του κράτους από τις αποτυχίες του. Ταυτίζεται με το θάρρος της σύγκρουσης με την κρατική αυθαιρεσία, ακόμη κι όταν αυτή είναι δημοσιονομικά ή πολιτικά «άβολη».
Όταν, αντιθέτως, επιβραβεύεται μια δικαστική πρακτική που παράγει αδικία, συντηρεί νομική ομηρία, και αδρανοποιεί θεμελιώδεις εγγυήσεις, τότε η συζήτηση δεν αφορά πρόσωπα. Αφορά την ποιότητα του θεσμικού μας πολιτισμού.
Και το ερώτημα που τίθεται προς την ακαδημαϊκή και δικαστική κοινότητα δεν είναι αν οι κρίσεις αυτές είναι «καλοδουλεμένες». Είναι αν είναι θεσμικά ανεκτές. Διότι η δικαστική αδικία που επαναλαμβάνεται, παύει να είναι σφάλμα. Γίνεται μέθοδος.
Η δικαστική αρετή απέναντι στο «ντελικάτο και κάθε δικαστικό στοχασμό»
Υπάρχει ένα όριο που, όταν ξεπεραστεί, η δικαστική σκέψη παύει να είναι αρετή και μετατρέπεται σε θεσμικό πρόβλημα. Δεν είναι όριο νομικής τεχνικής· είναι όριο ηθικό και δημοκρατικό. Και αυτό το όριο παραβιάζεται όταν ο λεγόμενος «ντελικάτος δικαστικός στοχαστής» καταλήγει να λειτουργεί ως παραγωγός κράτους ανασφάλειας δικαίου και ως διανομέας μοχθηρότητας εις βάρος των πολιτών.
Η δικαστική αρετή δεν μετριέται με την πρωτοτυπία των συλλογισμών ούτε με την αφαιρετική κομψότητα των θεωρητικών κατασκευών. Μετριέται με το αν ο δικαστής, έχοντας στα χέρια του την εξουσία της κρίσης, στέκεται φραγμός στην αυθαιρεσία ή αν, αντιθέτως, τη νομιμοποιεί. Όταν η ερμηνεία του νόμου αποκόπτεται από το πραγματικό του περιεχόμενο και χρησιμοποιείται για να «θεραπεύσει» εκ των υστέρων κρατικές παρανομίες, τότε δεν έχουμε στοχασμό. Έχουμε αλλοίωση του δικαίου.
Ιδίως όταν οι πολιτικοί αδρανούν εκεί που οφείλουν να νομοθετήσουν –και ενεργοποιούνται μόνο όταν πιέζονται από μεγάλα συμφέροντα– δημιουργούνται κενά. Τα κενά αυτά, όμως, δεν νομιμοποιούν τον δικαστή να τα καλύπτει με δογματικές ακροβασίες. Ο δικαστής δεν είναι υποκατάστατο του νομοθέτη ούτε θεσμικός σωτήρας της Διοίκησης. Ο ρόλος του είναι ελεγκτικός, όχι εξιλεωτικός.
Όταν επινοούνται «εν σπερματί», «οιωνεί» ερμηνείες ή δυνητικές καταστάσεις ευθύνης, χωρίς σαφές νομοθετικό έρεισμα και χωρίς πραγματική συμπεριφορά καταλογιστέα στον πολίτη, τότε κάτι έχει πάει βαθιά στραβά. Αυτά δεν είναι στοχασμός. Ο δικαστής που σέβεται τη δικαστική αρετή γνωρίζει ότι δεν του επιτρέπεται να κατασκευάζει ενοχή. Η αποστολή του είναι να ελέγχει την εξουσία, όχι να την εξυπηρετεί. Και όταν η ερμηνεία παύει να βασίζεται σε νόμο και πραγματικά περιστατικά, τότε αυτό που καταρρέει δεν είναι μια θεωρία, αλλά η ίδια η έννοια του κράτους δικαίου.
Η ανασφάλεια δικαίου δεν είναι αφηρημένη έννοια είναι καθημερινή εμπειρία για όσους βλέπουν περιουσίες, επαγγελματικές ζωές και αξιοπρέπεια να συνθλίβονται από ερμηνείες που αλλάζουν αναδρομικά τους κανόνες του παιχνιδιού.
Η δικαιοσύνη δεν υπάρχει για να προσφέρει υπηρεσίες που δικαιώνουν παρακρατικού χαρακτήρα ενέργειες δημόσιων λειτουργών. Δεν υπάρχει για να μετακυλίει το κόστος της κρατικής αυθαιρεσίας στον πολίτη. Υπάρχει για να την περιορίζει. Όταν αυτό αντιστρέφεται, τότε ο δικαστής –όσο «ντελικάτη» κι αν εμφανίζεται η σκέψη του– παύει να εκπροσωπεί τη δικαστική αρετή.
Η αληθινή δικαστική αρετή είναι λιγότερο θεαματική αλλά πολύ πιο απαιτητική και σχετίζεται με το να ξέρεις πότε να πεις «ο νόμος δεν το επιτρέπει», πότε να σεβαστείς τα όρια της εξουσίας σου και πότε να αφήσεις την ευθύνη εκεί όπου ανήκει – στην πολιτική εξουσία που όφειλε να νομοθετήσει και δεν το έκανε. Αυτό δεν είναι έλλειψη στοχασμού. Είναι η ύψιστη μορφή του.
Ιωάννης Γράβαρης στο “NB Daily”: «Η Δικαιοσύνη είναι εξ ορισμού στοχαστική»