Η αγορά πετρελαίου είναι παγκόσμια, γι’ αυτό και γεγονότα όπως ο πόλεμος στο Ιράν επηρεάζουν τις τιμές του πετρελαίου — και κατ’ επέκταση μια ευρεία γκάμα προϊόντων που βασίζονται σε αυτό — σε ολόκληρο τον κόσμο. Σύμφωνα με ομοσπονδιακά δεδομένα, η τιμή στο βασικό σημείο αναφοράς αργού πετρελαίου στις ΗΠΑ ήταν 66 δολάρια το βαρέλι στα τέλη Φεβρουαρίου 2026 — πριν από τις επιθέσεις ΗΠΑ-Ισραήλ εναντίον του Ιράν — και έφτασε τα 101 δολάρια στις 13 Απριλίου. Αντίστοιχες αυξήσεις καταγράφηκαν διεθνώς.
Το αργό πετρέλαιο είναι ίσως το σημαντικότερο εμπορεύσιμο αγαθό στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα. Αποτελεί κυριολεκτικά καύσιμο της βιομηχανικής οικονομίας: κινεί τις μεταφορές, συνδέεται με την κατασκευή οδικών υποδομών, αποτελεί πρώτη ύλη για τα πλαστικά προϊόντα και τις συσκευασίες και εμπλέκεται σε σχεδόν κάθε εφοδιαστική αλυσίδα. Ακόμη και τα λιπάσματα που ενισχύουν την παραγωγή τροφίμων βασίζονται σε αυτό. Με λίγα λόγια, είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς τη σύγχρονη ζωή χωρίς πετρέλαιο και τα παράγωγά του.
Όταν αλλάζει η προσφορά του, αλλάζει και η τιμή του. Οι οικονομολόγοι το εξηγούν μέσω του βασικού υποδείγματος προσφοράς και ζήτησης: όταν ένα αγαθό γίνεται πιο σπάνιο, ο ανταγωνισμός μεταξύ καταναλωτών και επιχειρήσεων που το χρειάζονται οδηγεί τις τιμές προς τα πάνω.
Σε ορισμένες περιπτώσεις η προσαρμογή γίνεται σταδιακά. Όμως όταν μια κρίσιμη πηγή πετρελαίου διακόπτεται απότομα — όπως όταν οι επιθέσεις ΗΠΑ-Ισραήλ εναντίον του Ιράν επηρέασαν τη διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ — οι τιμές μπορεί να αυξηθούν ραγδαία.
Ποιοι κερδίζουν όταν αυξάνονται οι τιμές
Ένα συχνό ερώτημα είναι: πού πηγαίνουν τα επιπλέον χρήματα όταν ανεβαίνει η τιμή του πετρελαίου και ποιοι ωφελούνται; Κάποιοι έχουν αφιερώσει ολόκληρα βιβλία στην ανάλυση των διαδρομών που ακολουθούν τα χρήματα όταν φεύγουν από τις τσέπες των καταναλωτών. Ωστόσο, στην πράξη, το μεγαλύτερο μέρος καταλήγει στην ίδια την πηγή του πετρελαίου — τις πετρελαϊκές εταιρείες.
Αυτό που κάνουν με τα χρήματα ποικίλλει σημαντικά, ανάλογα με το πού βρίσκεται μια πετρελαϊκή εταιρεία και ποιος είναι ο ιδιοκτήτης της. Σημαντικό ρόλο παίζει επίσης το επιχειρηματικό περιβάλλον — το σύνολο των νόμων και των κανονιστικών ρυθμίσεων — μέσα στο οποίο δραστηριοποιείται η εκάστοτε εταιρεία.
Διαβάστε επίσης: Ο σκιώδης πλούτος του πολέμου στο Ιράν: Ύποπτες συναλλαγές και «χορός» εκατομμυρίων δολαρίων λίγο πριν από τις σημαντικές ανακοινώσεις Τραμπ
Μέση Ανατολή: κίνδυνοι αλλά και κέρδη
Οι πετρελαιοπαραγωγοί στη Μέση Ανατολή αντιμετωπίζουν αυξημένους κινδύνους λόγω του πολέμου στο Ιράν, με απειλές που στρέφονται κατά εγκαταστάσεων, διυλιστηρίων και μεταφορικών δικτύων. Αυτοί οι κίνδυνοι αυξάνουν τα κόστη ασφάλισης, φύλαξης και μεταφοράς.
Ωστόσο, επειδή το κόστος παραγωγής στην περιοχή είναι χαμηλό, οι υψηλές διεθνείς τιμές συχνά μεταφράζονται σε μεγάλα κέρδη. Στην περίπτωση μεγάλων εξαγωγέων όπως η Σαουδική Αραβία, όπου το κράτος ελέγχει σχεδόν πλήρως την παραγωγή, τα έσοδα από το πετρέλαιο ενισχύουν άμεσα τα δημόσια οικονομικά και τις κρατικές επενδύσεις.
Το Δυτικό Τέξας αποκομίζει απροσδόκητα κέρδη
Στη Λεκάνη της Πέρμιας — το μεγαλύτερο πετρελαϊκό κοίτασμα των ΗΠΑ — οι εταιρείες επωφελούνται άμεσα από τις διεθνείς αυξήσεις τιμών. Όταν οι τιμές ανεβαίνουν λόγω γεωπολιτικών κρίσεων, τα έσοδα αυξάνονται ταχύτερα από το κόστος, δημιουργώντας βραχυπρόθεσμα σημαντικά κέρδη.
Τα χρήματα αυτά κατευθύνονται κυρίως σε μετόχους μέσω μερισμάτων, μείωσης χρέους, επαναγοράς μετοχών και επενδύσεων σε νέες γεωτρήσεις και υποδομές. Με την πάροδο του χρόνου, οι εταιρείες ενδέχεται να αποφασίσουν να διαθέσουν μέρος αυτού του απροσδόκητου κέρδους για την αύξηση της παραγωγικής ικανότητας ή για την κατασκευή αγωγών, προκειμένου να διοχετεύσουν περισσότερο πετρέλαιο και φυσικό αέριο στην αγορά.
Η Βόρεια Θάλασσα αυξάνει τα έσοδα της κυβέρνησης
Στη Βόρεια Θάλασσα, ανάμεσα στη Μεγάλη Βρετανία και τη Σκανδιναβία, πολυεθνικές και κρατικές εταιρείες καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής πετρελαίο. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, τα κέρδη πηγαίνουν κυρίως στους ιδιώτες μετόχους, ενώ η κυβέρνηση εισπράττει επιπλέον φόρους από τα υπερκέρδη του κλάδου, τα οποία χρησιμοποιεί για την κάλυψη δημοσίων δαπανών.
Στη Νορβηγία, τα έσοδα από το πετρέλαιο εισρέουν στο Government Pension Fund Global, το μεγαλύτερο κρατικό ταμείο πλούτου στον κόσμο, το οποίο αποτιμάται σε πάνω από 2 τρισεκατομμύρια δολάρια. Η νομοθεσία καθορίζει το ύψος και τους σκοπούς των αναλήψεων από το ταμείο, στηρίζοντας τις δημόσιες δαπάνες και διασφαλίζοντας τη διατήρηση του πλούτου για τις επόμενες γενιές. Πρόκειται για ένα αντίστοιχο μοντέλο με το κρατικό πρόγραμμα της Αλάσκας, το οποίο χρηματοδοτείται από τα έσοδα του πετρελαίου, καλύπτει δημόσιες υπηρεσίες και καταβάλλει ετήσιο μέρισμα σε κάθε μόνιμο κάτοικο.
Οι Ρώσοι ολιγάρχες πλουτίζουν
Το ρωσικό πετρέλαιο υπόκειται σε αυστηρές οικονομικές κυρώσεις που επιβάλλονται από μεγάλες βιομηχανικές χώρες ως απάντηση στην ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.Αν και οι ΗΠΑ δεν μπορούν να καθορίσουν την τιμή στην οποία η Ρωσία διαθέτει το πετρέλαιό της, μπορούν να επηρεάσουν τις υπηρεσίες που απαιτούνται για τη μεταφορά του ρωσικού πετρελαίου διεθνώς. Σύμφωνα με τις τρέχουσες κυρώσεις, οι δυτικές εταιρείες ναυτιλίας, ασφάλισης και χρηματοδότησης μπορούν να χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά και την πώληση ρωσικού αργού πετρελαίου μόνο εάν η τιμή είναι κάτω από 60 δολάρια ανά βαρέλι.
Η πετρελαϊκή βιομηχανία της Ρωσίας κυριαρχείται από κυβερνητικά ελεγχόμενες εταιρείες, των οποίων οι ηγέτες διατηρούν στενούς δεσμούς με τον Βλαντιμίρ Πούτιν. Οι συναλλαγές αυτών των σκιωδών προσώπων συχνά καλύπτονται από μυστικότητα, αλλά είναι πιθανό ότι αυτοί και το στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα του Πούτιν -και όχι ο ρωσικός λαός – είναι εκείνοι που ωφελούνται από τις υψηλές τιμές του πετρελαίου.
Τι σημαίνουν όλα αυτά για τους καταναλωτές
Για τους καταναλωτές, οι αυξήσεις στις τιμές του πετρελαίου σημαίνουν άμεση επιβάρυνση στο κόστος ζωής. Βραχυπρόθεσμα, δεν υπάρχουν πολλές επιλογές πέρα από την αποδοχή των τιμών.
Μακροπρόθεσμα όμως, πολλές χώρες στρέφονται ήδη σε εναλλακτικές μορφές ενέργειας, μειώνοντας την εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα και περιορίζοντας την έκθεσή τους σε τέτοιες κρίσεις.
Πηγή: The Conversation