Το άρθρο υποστηρίζει ότι η πολιτική στην Ευρώπη και την Ελλάδα έχει αλλάξει ριζικά λόγω της παγκοσμιοποίησης, της ένταξης στην Ευρωζώνη και της κυριαρχίας του νεοφιλελεύθερου οικονομικού μοντέλου. Σε αυτό το πλαίσιο, τα περιθώρια άσκησης διαφορετικών οικονομικών πολιτικών έχουν περιοριστεί σημαντικά, καθώς οι βασικές κατευθύνσεις καθορίζονται πλέον από τις αγορές και τους κανόνες της Ε.Ε.
Ο Μιχάλης Σάλλας περιγράφει την παραδοσιακή διάκριση τριών μεγάλων ιδεολογικών ρευμάτων στην Ευρώπη – τον κοινωνικό φιλελευθερισμό, τη φιλελεύθερη λαϊκή δεξιά και τη σοσιαλδημοκρατία – επισημαίνοντας ότι ιστορικά διαμόρφωσαν διαφορετικά μοντέλα οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής. Ωστόσο, σήμερα όλα τα ρεύματα αυτά κινούνται εντός στενών πλαισίων, με περιορισμένες δυνατότητες ουσιαστικής διαφοροποίησης.
Σύμφωνα με το άρθρο, η πολιτική αντιπαράθεση δεν αφορά πλέον τόσο διαφορετικά προγράμματα, αλλά κυρίως την ικανότητα προσώπων να διαχειριστούν ένα ήδη προκαθορισμένο οικονομικό και θεσμικό πλαίσιο. Αυτό οδηγεί σε μετατόπιση του ενδιαφέροντος των πολιτών από τις ιδεολογίες προς τα πρόσωπα και τις ηγετικές ικανότητες.
Τέλος, τονίζεται ότι οι πολίτες εμφανίζονται πιο δύσπιστοι απέναντι στα κόμματα και αναζητούν πλέον πολιτικούς με γνώση, εμπειρία, κύρος και ικανότητα υλοποίησης. Η ποιότητα των προσώπων που συμμετέχουν στην πολιτική αναδεικνύεται ως καθοριστικός παράγοντας για την αποτελεσματική διακυβέρνηση, μέσα σε ένα περιβάλλον περιορισμένων επιλογών και αυξημένης πολυπλοκότητας.
Ολόκληρο το άρθρο του Μιχάλη Σάλλα έχει ως εξής:
Στη σημερινή εποχή, η πολιτική χαρακτηρίζεται από αυξημένη πολυπλοκότητα, αβεβαιότητα και διαρκή ρευστότητα. Οι παραδοσιακές βεβαιότητες έχουν υποχωρήσει και οι ιδεολογικά συγκροτημένες προτάσεις των κομμάτων εμφανίζονται όλο και πιο αποδυναμωμένες. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η επικράτηση της παγκοσμιοποίησης και του νεοφιλελευθερισμού έχει μετατοπίσει το ενδιαφέρον των πολιτών, από το περιεχόμενο των πολιτικών θέσεων, προς την προωπικότητα, την ταυτότητα και το κύρος εκείνων που τις εκφράζουν. Έτσι τα πρόσωπα αποκτούν πρωτεύοντα ρόλο στην πολιτική, γιατί οι πολίτες τείνουν να αξιολογούν πρώτα το “ποιος μιλά” και λιγότερο το “τι λέγεται”, γεγονός που αντανακλά μια βαθύτερη κρίση εμπιστοσύνης στους πολιτικούς φορείς και στη σύγχρονη δημοκρατική διαδικασία.
Η μετατόπιση των πολιτών σε σχέση με το παρελθόν, δεν είναι συγκυριακή. Είναι αποτέλεσμα των νέων θεσμικών ορίων, που δεν φαίνεται στο ορατό μέλλον να ανατρέπονται. Υπάρχουν δύο βασικοί λόγοι που διαμόρφωσαν το νέο Status Quo στην Ευρώπη.
Ο πρώτος, είναι οι κανόνες που επέβαλλαν η παγκοσμιοποίηση και οι “αγορές”, που δεν είναι άλλοι, από τους κανόνες του νεοφιλελευθερισμού. Δηλαδή, συρρίκνωση κοινωνικού κράτους, απορρύθμιση της αγοράς και της εργασίας, μείωση φόρων κυρίως στα μερίσματα, δημοσιονομική πειθαρχία και λιτότητα, καμία παρέμβαση για περιορισμό ανισοτήτων, μεταφορά ευθύνης από το κράτος στο άτομο.
Ο δεύτερος, οι κανόνες που έθεσε η Ε.Ε. προκειμένου να εναρμονισθεί με τις αρχές της παγκοσμιοποίησης, αλλά και από τον φόβο τυχόν μη “συνετής” διαχείρισης, από χώρες που θα έθεταν σε κίνδυνο την οικονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την ομαλή εξέλιξη της ευρωπαϊκής ενοποίησης.
Η συμμετοχή στην Ευρωζώνη, η ενσωμάτωση στις διεθνείς αγορές και η κυριαρχία της νεοφιλελεύθερης οικονομικής λογικής, έχουν διαμορφώσει ένα περιβάλλον, στο οποίο οι βασικές κατευθύνσεις πολιτικής είναι σε μεγάλο βαθμό δεδομένες. Οι αποκλίσεις είναι πολύ περιορισμένες και αφορούν κυρίως τον τρόπο εφαρμογής και όχι τις στρατηγικές κατευθύνσεις.
Στην Ευρώπη, μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και μέχρι την Συνθήκη του Μάαστριχτ είχαν παρουσία τρία μεγάλα κοινωνικά και πολιτικά ιδεολογικά ρεύματα, με ιστορική συνέχεια και πολιτικές πρακτικές. Ο Κοινωνικός Φιλελευθερισμός που θεωρεί την οικονομία της αγοράς ως βασικό μηχανισμό ανάπτυξης, αλλά σε αντίθεση με το νεοφιλελευθερισμό υποστηρίζει ότι η αγορά χρειάζεται θεσμικούς κανόνες και ενεργό ρυθμιστικό ρόλο του κράτους. Η οικονομική πολιτική, στον κοινωνικό φιλελευθερισμό, συνδυάζει την επιχειρηματική ελευθερία, με ισχυρές δημόσιες υπηρεσίες, προοδευτική φορολογία και πολιτικές ίσων ευκαιριών. Το κράτος δεν περιορίζεται απλώς στην διασφάλιση του ανταγωνισμού, αλλά παρεμβαίνει, για να περιορίσει τις κοινωνικές ανισότητες που δημιουργεί η αγορά και να εξασφαλίσει την πρόσβαση όλων σε βασικά κοινωνικά αγαθά όπως η υγεία, η εκπαίδευση και η κοινωνική ασφάλιση. Μεγάλοι εκπρόσωποι του κοινωνικού φιλελευθερισμού, ήταν ασφαλώς πρώτος ο David Lloyd George, αλλά και οι πιο σύγχρονοι Jacques Delors, Helmut Schmidt, Romano Prodi, και στην Ελλάδα προπολεμικά ο Ελευθέριος Βενιζέλος και πιο πρόσφατα ο Κώστας Σημίτης και ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης ο οποίος ήταν πιο κοντά στον κλασσικό οικονομικό φιλελευθερισμό, όπως άλλωστε και ο σημερινός Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης.
Την άλλη μεγάλη κοινωνική και πολιτική κατεύθυνση, που δεν είχε καμία σχέση με τον δεξιό λαϊκισμό, εκπροσωπούσαν τα κόμματα της Φιλελεύθερης Λαϊκής Δεξιάς. Αποτελεί μια διαφορετική πολιτική παράδοση, η οποία δίνει έμφαση στην κοινωνική σταθερότητα, στις εθνικές παραδόσεις και, στη διατήρηση ενός βαθμού οικονομικής ασφάλειας, για τα μεσαία και χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα. Αν και αποδέχεται την οικονομία της αγοράς, διαφοροποιείται από το νεοφιλελευθερισμό στο βαθμό κρατικής παρέμβασης, όταν αυτή θεωρείται απαραίτητη για την ανάπτυξη και την κοινωνική συνοχή. Στην οικονομική πολιτική δίνει ιδιαίτερη σημασία στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, στις δημόσιες επενδύσεις σε υποδομές και στην προστασία της απασχόλησης. Το κράτος λειτουργεί ως παράγοντας σταθερότητας και αναπτυξιακής στρατηγικής και όχι ως θεσμικός εγγυητής της ελεύθερης αγοράς. Μεγάλος εκπρόσωπος της Φιλελεύθερης Λαϊκής Δεξιάς στην Ευρώπη ήταν ο De Gaulle, o Adolfo Suárez González, ο Helmut Kohl και στην Ελλάδα κυρίως ο Κωνσταντίνος Καραμανλής αλλά και οι Αντώνης Σαμαράς και Κώστας Καραμανλής. Αντίθετα η Margaret Thatcher ήταν εμβληματικό πρόσωπο του νεοφιλελευθερισμού όπως και ο Ronald Reagan.
Το τρίτο μεγάλο πολιτικό ρεύμα, η Σοσιαλδημοκρατία, έχει επίσης πολύ βαθιές ρίζες στην ευρωπαϊκή ιστορία. Αποδέχεται την οικονομία της αγοράς, αλλά με ξεκάθαρη αντίθεση προς το νεοφιλελευθερισμό, επιδιώκει μια μικτή οικονομία, στην οποία η αγορά συνυπάρχει με ισχυρή κρατική παρέμβαση. Η σοσιαλδημοκρατική οικονομική πολιτική δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην αναδιανομή του εισοδήματος, στην προοδευτική φορολογία και στις ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης. Το κράτος διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στην παροχή δημοσίων υπηρεσιών και στη διατήρηση ενός εκτεταμένου κοινωνικού κράτους, που στοχεύει στο περιορισμό των κοινωνι-κών ανισοτήτων και στη διασφάλιση της κοινωνικής συνοχής. Μεγάλοι εκπρόσωποι της Σοσιαλδημοκρατίας στον ευρωπαϊκό χώρο ήταν ο Willy Brandt και ο Olof Palme, ενώ στην Ελλάδα ήταν ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο οποίος εκπροσωπούσε και πολιτικές που είχαν σχέση με τον “ιδεολογικό λαϊκισμό”, όχι με το Λαϊκισμό σαν εργαλείο πολιτικής ρητορικής.
Τα κόμματα που ιδεολογικά και προγραμματικά πρεσβεύουν τα παραπάνω κοινωνικά ρεύματα και τα οποία δεκαετίες είχαν κυριαρχήσει στην Ευρώπη αλλά και στην Ελλάδα, καλούνται σήμερα να κινηθούν εντός των ορίων που θέτουν “οι αγορές” δια του νεοφιλελευθερισμού και της παγκοσμιοποίησης καθώς και οι αυστηροί κανόνες της Ε.Ε. Μόνο οριακά μπορούν να διαφοροποιηθούν ως προς την έμφαση, τη διαχείριση ή την κοινωνική ευαισθησία, αλλά δεν μπορούν να εφαρμόσουν δικές τους πολιτικές υπερβαίνοντας τα όρια που θέτει το ευρωπαϊκό και το διεθνές περιβάλλον.
Το πλαίσιο που έχει δημιουργηθεί έχει σοβαρές συνέπειες για τις πολιτικές των ελληνικών κομμάτων. Ο πολιτικός διάλογος και για να ακριβολογούμε, η πολιτική αντιπαράθεση μετατοπίζεται. Το ερώτημα δεν είναι πλέον “ποια πολιτική προτείνουν” αλλά “ποιος μπορεί να την αξιοποιήσει στα οριοθετημένα πλαίσια”. Σ’ αυτό το σημείο αναδεικνύεται η πραγματική αδυναμία προσώπων, σχεδόν όλων των ελληνικών κομμάτων. Δεν είναι τυχαίο ότι επτά χρόνια δεν μπορεί να βρει Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης η Κυβέρνηση, που να έχει μελετήσει τον αγροτικό τομέα, ή να φτάσαμε στο σημείο που κινδυνεύει με αποσταθεροποίηση η χώρα αν αποχωρήσει ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος. Επίσης, είναι εντυπωσιακό να βλέπουμε σε δημοσκοπήσεις ότι μόνο το 7-8% θεωρεί πρωθυπουργήσιμο τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ή το 70% να μην θεωρεί κατάλληλο για Πρωθυπουργό, τον επί 7 χρόνια Πρωθυπουργό της χώρας.
Οι πολίτες δεν πείθονται πια απ’ αυτά που ακούνε, άλλωστε στην Ελλάδα για αρκετά χρόνια κανείς δεν έκανε αυτά που έλεγε, είτε γιατί δεν μπορούσαν αντικειμενικά να γίνουν, είτε γιατί δεν υπήρχαν οι κατάλληλοι άνθρωποι για να τα κάνουν. Η κοινωνία επομένως αναζητά εκείνους, που γνωρίζουν τι λένε, τι πρέπει να κάνουν και πως να το πραγματοποιήσουν. Σε ένα περιβάλλον περιορισμένων επιλογών και με σοβαρή πολυπλοκότητα, η ποιότητα, η εμπειρία, το ήθος και το κύρος των ανθρώπων που αναλαμβάνουν τη διακυβέρνηση, γίνεται το βασικό, αν όχι το μοναδικό κριτήριο. Το ζητούμενο επομένως για τους πολίτες δεν είναι τι προτείνει το κάθε κόμμα αλλά ποιος είναι σε θέση να κρίνει και να υλοποιήσει με σοβαρότητα αυτά που λέει το κόμμα. Χρειάζεται προσπάθεια και κίνητρα για να προσελκυσθούν αξιόλογα πρόσωπα στην πολιτική και αυτό προϋποθέτει αλλαγή νοοτροπίας στα κομματικά επιτελεία.
This website uses cookies.