ΣτΕ: Μη νόμιμη η διαδικασία για την εκπροσώπηση της Ελλάδας στην 61η Μπιενάλε Βενετίας – Η απόφαση 605/2026

Με την απόφαση 605/2026, το Δ’ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας προχώρησε στην ακύρωση της απόφασης του Υφυπουργού Πολιτισμού αναφορικά με τον ορισμό των συντελεστών για την εθνική συμμετοχή στην 61η Διεθνή Καλλιτεχνική Έκθεση Μπιενάλε (Biennale) Βενετίας. Η υπόθεση αναπέμπεται στη Διοίκηση για νέα νόμιμη κρίση, καθώς το Δικαστήριο εντόπισε ουσιώδεις πλημμέλειες στη διαδικασία αξιολόγησης που ακολουθήθηκε από την αρμόδια γνωμοδοτική επιτροπή.

Κεντρικό σημείο της απόφασης αποτελεί η κρίση του Δικαστηρίου για τη σύνθεση της επιτροπής κατά την πρώτη συνεδρίασή της. Ορισμένα μέλη υπέβαλαν αίτημα μερικής αποχής, δηλώνοντας ότι δεν επιθυμούσαν να αξιολογήσουν 4 από τις συνολικά 21 προτάσεις, λόγω συναδελφικής σχέσης με τους υποψηφίους σε πανεπιστημιακό επίπεδο. Το Δικαστήριο έκρινε τη στάση αυτή μη νόμιμη, υπογραμμίζοντας ότι, εφόσον η διαδικασία επιλογής της καταλληλότερης πρότασης προϋποθέτει αναγκαίως «αξιολογική σύγκριση μεταξύ των συνυποψηφίων καλλιτεχνικών-εικαστικών προτάσεων», τα μέλη όφειλαν να απέχουν συνολικά και όχι μερικώς. Ως εκ τούτου, η λήψη της απόφασης θεωρήθηκε ότι έγινε κατά παράβαση του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας και υπό μη νόμιμη σύνθεση.

Παράλληλα, το Δικαστήριο διαπίστωσε σοβαρή έλλειψη αιτιολογίας κατά τον αποκλεισμό 15 προτάσεων από το δεύτερο στάδιο της διαδικασίας. Η επιτροπή είχε προκρίνει έξι προτάσεις με τη γενική αναφορά ότι αυτές «συγκεντρώνουν τα περισσότερα θετικά χαρακτηριστικά», χωρίς ωστόσο να προβεί σε αυτοτελή αξιολόγηση των υπολοίπων ή σε σύγκριση μεταξύ τους. Το Συμβούλιο της Επικρατείας υπογράμμισε ότι η υποχρέωση της Διοίκησης να αιτιολογεί τις ατομικές αποφάσεις της αποτελεί συστατικό στοιχείο του κράτους δικαίου, το οποίο συνάπτεται με τις αρχές της διαφάνειας και της νομιμότητας.

Απόφαση ΣτΕ για 61η Μπιενάλε Βενετίας: Το σκεπτικό

Στο σκεπτικό της απόφασης επισημαίνεται χαρακτηριστικά ότι «η υποχρέωση αιτιολόγησης καλύπτει όλη τη δράση της διοίκησης κατά την έκδοση ατομικών διοικητικών πράξεων, ανεξαρτήτως αν συνάπτεται με την άσκηση δέσμιας αρμοδιότητας ή αρμοδιότητας διακριτικής ευχέρειας». Το Δικαστήριο διευκρινίζει ότι, παρόλο που οι ουσιαστικές κρίσεις επί αμιγώς τεχνικών ή επιστημονικών ζητημάτων δεν ελέγχονται επί της ουσίας, η υποχρέωση αιτιολόγησης παραμένει ενεργή. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ο δικαστικός έλεγχος περιορίζεται σε «εξωτερικό (minimum) έλεγχο νομιμότητας», ο οποίος περιλαμβάνει τον έλεγχο της ορθής ερμηνείας των διατάξεων, την επάρκεια της αιτιολογίας σε σχέση με τα στοιχεία του φακέλου και την εξέταση τυχόν πλάνης περί τα πράγματα.

Αναπέμποντας την υπόθεση, το ΣτΕ παρέχει σαφείς οδηγίες στη Διοίκηση, σημειώνοντας ότι για τη στοιχειοθέτηση λόγου εξαίρεσης μέλους δεν αρκεί η οποιαδήποτε συναδελφική ή επαγγελματική σχέση, αλλά πρέπει να τεκμηριώνεται «ιδιαίτερος δεσμός, πρόσφορος να δημιουργήσει εύλογες υπόνοιες ότι το μέλος του οργάνου έχει ήδη σχηματισμένη και, συνεπώς, προκατειλημμένη γνώμη για τον υποψήφιο». Η επιτροπή οφείλει πλέον να εκφέρει μια νόμιμα αιτιολογημένη κρίση για όλες τις υποβληθείσες προτάσεις.

Τέλος, η απόφαση επιλύει ένα τεχνικό δικονομικό ζήτημα σχετικά με την παροχή πληρεξουσιότητας σε περιπτώσεις επίσπευσης της δικασίμου. Κρίθηκε ότι, όταν η συζήτηση επιταχύνεται βάσει ειδικών διατάξεων, το συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο πρέπει να προσκομίζεται από τους διαδίκους το αργότερο μέχρι τη συζήτηση στο ακροατήριο και όχι δεκαπέντε πλήρεις ημέρες πριν από αυτή, διασφαλίζοντας έτσι την αποτελεσματική δικαστική προστασία των μερών υπό τις κατεπείγουσες αυτές συνθήκες.

Ακολουθήστε το anticorr.gr στο Google News και δείτε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε όλες τις τελευταίες ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο anticorr.gr

,© 2018 – 2026 Anticorr- Τα μάτια της Δικαιοσύνης

This website uses cookies.