Συνάντηση κορυφής Τραμπ – Σι: Αναλυτές βλέπουν τη θεμελίωση μιας «εποικοδομητικής σχέσης στρατηγικής σταθερότητας»

Καθώς βρίσκεται σε εξέλιξη η ιστορική σύνοδος κορυφής στο Πεκίνο μεταξύ του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ και του Κινέζου ομολόγου του, Σι Τζινπίνγκ, αναλυτές επισημαίνουν ότι θα μπορούσε να σηματοδοτήσει την επαναφορά της ομαλότητας στις σχέσεις μεταξύ των δύο κορυφαίων οικονομιών του κόσμου.

Οι δύο ηγέτες αναμένεται να θέσουν επί τάπητος μια σειρά από ακανθώδη ζητήματα, όπως οι δασμοί, οι κινεζικές αγορές αμερικανικών γεωργικών και βιομηχανικών προϊόντων, οι σπάνιες γαίες, η Ταϊβάν, με φόντο τον πόλεμο στο Ιράν.

(Photo by CN-STR / AFP) / China OUT

Μετά από εννέα ταραγμένα χρόνια, η σύνοδος κορυφής θα μπορούσε να σηματοδοτήσει μια «καθοριστική δοκιμασία» για τη δυναμική ισχύος, δήλωσε ο Τζάστιν Φενγκ, οικονομολόγος της HSBC, υπενθυμίζοντας ότι οι ΗΠΑ, η Κίνα και η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιπροσωπεύουν πλέον το 60% του παγκόσμιου ΑΕΠ.

Η αμερικανική κυβέρνηση είχε δηλώσει πριν από το ταξίδι ότι σχεδίαζε να πιέσει για μεγαλύτερες κινεζικές αγορές αμερικανικής σόγιας, αεροσκαφών Boeing και άλλων αγαθών, ενώ το Πεκίνο ξεκαθάρισε ότι το ζήτημα της Ταϊβάν θα ήταν στο επίκεντρο της ατζέντας.

«Η μεγάλη λέξη θα είναι «σταθεροποίηση». Η εκεχειρία που διαπραγματεύτηκαν τα δύο μέρη, υποψιάζομαι ότι θα γίνει επίσημη συμφωνία», δήλωσε στο CNBC ο Γκράχαμ Άλισον, καθηγητής του Χάρβαρντ και πρώην βοηθός υπουργός Άμυνας.

Η συνοδεία του Τραμπ, στην οποία συμμετέχουν στελέχη μερικών από τις μεγαλύτερες αμερικανικές εταιρείες, έχει αυξήσει τις προσδοκίες για την παγίωση ενός φιλικού επιχειρηματικο’υ περιβάλλοντος. Ο Γιένσεν Χουάνγκ της Nvidia, ο Ίλον Μασκ της Tesla, ο Τιμ Κουκ της Apple, ο Λάρι Φινκ της BlackRock και η διευθύνουσα σύμβουλος της Boeing, Κέλι Όρτμπεργκ, είναι μεταξύ αυτών που συνοδεύουν τον Τραμπ στην επίσκεψη.

(Maxim Shemetov/Pool Photo via AP)

«Δεν θα με εξέπληττε αν ο πρόεδρος Τραμπ ανακοινώσει ότι η Κίνα πρόκειται να αγοράσει αμερικανικά αγαθά αξίας 1 τρισεκατομμυρίου δολαρίων επιπλέον», δήλωσε ο Άλισον, που θα συμπεριλαμβάνουν αεροσκάφη Boeing, σόγια, βοδινό κρέας και ημιαγωγούς προηγμένης τεχνολογίας.  

Η Ουάσινγκτον την Πέμπτη ενέκρινε την αγορά από περίπου 10 κινεζικές εταιρείες των δεύτερων πιο ισχυρών τσιπ τεχνητής νοημοσύνης της Nvidia, το H200, σύμφωνα με το Reuters. Τα πιο προηγμένα τσιπ της εταιρείας εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν αυστηρούς περιορισμούς από τις ΗΠΑ.

«Μας δίνει μια αίσθηση εμπιστοσύνης και αισιοδοξίας ότι ΗΠΑ και Κίνα μπορούν να συνεχίσουν να έχουν διάλογο στο μέλλον, για να αντιμετωπίσουν ορισμένες προκλήσεις στη σχέση μεταξύ των δύο χωρών», δήλωσε ο Τζέιμς Ζίμερμαν, πρόεδρος του Αμερικανικού Εμπορικού Επιμελητηρίου στην Κίνα.

Με φόντο τις παγκόσμιες συγκρούσεις και τις εντάσεις που σχετίζονται με το εμπόριο, οι αναλυτές υποστηρίζουν ότι η συνάντηση Τραμπ – Σι μπορεί να δώσει ώθηση σε έναν πολυπολικό κόσμο.

(AP Photo/Mark Schiefelbein)

Προς επίρρωση του θετικού κλίματος στις οικονομικές διαβουλεύσεις, η επίσημη αγγλική ανακοίνωση του Πεκίνου για την πρώτη ημέρα της συνόδου κορυφής αναφέρει ότι οι ΗΠΑ και η Κίνα συμφώνησαν να σφυρηλατήσουν περισσότερους δεσμούς συνεργασίας, σε μια προσπάθεια να ενισχύσουν μια «εποικοδομητική σχέση Κίνας-ΗΠΑ στρατηγικής σταθερότητας», η οποία θα χρησιμεύσει ως το κατευθυντήριο πλαίσιο για τα επόμενα τρία χρόνια και μετά.

Ο πόλεμος στο Ιράν

Η σύνοδος κορυφής πραγματοποιείται σε μια εποχή που οι ΗΠΑ έχουν εμπλακεί σε έναν πόλεμο εναντίον της Τεχεράνης και επιδιώκουν να πείσουν το Πεκίνο να βοηθήσει στον τερματισμό της σύγκρουσης, όμως οι αναλυτές δεν θεωρούν πιθανό να προκύψει κάποια σημαντική πρόοδος από τη συνάντηση.

Ενώ το Πεκίνο έχει επανειλημμένα αναλάβει ρόλο παγκόσμιου διαμεσολαβητή, στην περίπτωση του Ιράν έχει αποφύγει να καταβάλει συγκεκριμένες προσπάθειες για τον τερματισμό του πολέμου.

«Οι Κινέζοι θα συμφωνούσαν να βοηθήσουν στο βαθμό που μπορούν. Αλλά οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι η Κίνα μπορεί να κάνει μόνο ό,τι μπορεί και όχι περισσότερα», δήλωσε ο Γκαουτάμ Μπαμπαουάλε, πρώην Ινδός πρέσβης στην Κίνα.

Πηγές: CNBC, Reuters

This website uses cookies.