Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έδωσε το «στίγμα» ότι η Συνταγματική Αναθεώρηση – μία διαδικασία που, όπως είπε, θα διαμορφώσει έναν «οδικό χάρτη με επιμέρους πυξίδες που θα οδηγούν τη δημόσια ζωή και το πολιτικό σύστημα στη νέα εποχή».
Δεν είναι η πρώτη φορά που επιχειρείται να δοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα στην Αναθεώρηση του Συντάγματος· αντιθέτως, από τις αρχές του έτους οπότε και ξεκίνησε η σχετική συζήτηση η διαδικασία της Αναθεώρησης προτάσσεται από τον πρωθυπουργό ως κεντρικό διακύβευμα για τη θεσμική ενδυνάμωση και τον εξορθολογισμό.
«Είναι καιρός να τολμήσουμε μεγάλες τομές που θα ενισχύουν το κύρος των θεσμών και την εμπιστοσύνη των πολιτών», είχε υπογραμμίσει ο κ. Μητσοτάκης στο σχετικό τηλεοπτικό του μήνυμα στις 2 Φεβρουαρίου, στο οποίο είχε δώσει ιδιαίτερη έμφαση στο άρθρο 16 (Πανεπιστήμια), 86 (Περί ευθύνης Υπουργών), στην εξαετή θητεία του ΠτΔ και στον τρόπο επιλογής της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων.
Το διάστημα που μεσολάβησε, διαρροές ήθελαν την πρόταση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας για Αναθεώρηση να συμπεριλαμβάνει 50 ή ακόμη και 70 άρθρα του Συντάγματος. Τελικά, όπως σήμερα έγινε γνωστό μέσα από το κείμενο που διανεμήθηκε στους βουλευτές, διαμορφώθηκε ως βάση για περαιτέρω συζήτηση που κρίνεται ότι έχουν κομβική σημασία.
Με μία πρόχειρη ματιά, το ενδιαφέρον της ΝΔ στρέφεται κυρίως σε όσα ήταν ήδη γνωστά και πριν το τελικό κείμενο της πρότασης, καθώς και σε άλλα, όπως η κλιματική αλλαγή και η δημοσιονομική σταθερότητα, ζήτημα στο οποίο έκανε ειδική μνεία ο πρωθυπουργός μιλώντας στην ΚΟ της ΝΔ.
Μεταξύ των ζητημάτων που ο κ. Μητσοτάκης επιχείρησε να δώσει ιδιαίτερη σημασία είναι και το θέμα της Τεχνητής Νοημοσύνης (αφορά στο άρθρο 5, 5Α ή νέο άρθρο 5Β του Σ) για το οποίο σημείωσε, μάλιστα, πως από την αντιπολίτευση δεν έχουν έρθει σαφείς προτάσεις και δεν έχει εκδηλωθεί το ενδιαφέρον που θα έπρεπε.
Ένα πρώτο ερώτημα που προκύπτει είναι το κατά πόσον η συνταγματική κατοχύρωση ζητημάτων όπως τα παραπάνω (ή ακόμη και τα σχετικά με τους «κανόνες καλής κυβερνητικής λειτουργίας») υπηρετούν την στόχευση για «θεσμικές τομές» και «ρήξη» έναντι της ανάγκης ενός εκσυγχρονιστικού αφηγήματος κυρίως επικοινωνιακού χαρακτήρα που θα δώσει «ανάσες» στο κυβερνών κόμμα με δεδομένη τη δύσκολη συγκυρία που διανύει.
Τα «καυτά» άρθρα
Άρθρο 86
Κεντρικό σημείο – όπως φάνηκε και από την – αποτελεί το άρθρο 86, με τον ίδιο να επιμένει στον περιορισμό του ρόλου της Βουλής στην ποινική διερεύνηση. Το ίδιο, ωστόσο, είναι κι ένα από τα σημεία που συγκεντρώνουν την περισσότερη κριτική. Πέραν του ότι δεν έχει πάψει να ακούγεται πως η Αναθεώρηση εργαλειοποιείται από την κυβέρνηση, η οποία το τελευταίο διάστημα είναι πιεσμένη και εμφανίζει έντονα σημάδια πολιτικής φθοράς· η κριτική της αντιπολίτευσης στοχεύσει απευθείας και στις εξαγγελίες σχετικά με την ευθύνη Υπουργών, κάνοντας λόγο για ελιγμούς και τακτικισμούς να αναθεωρηθεί ένα άρθρο που ήδη έχει πολλάκις καταπατηθεί στο πρόσφατο παρελθόν.
Τις μομφές αυτές επανέλαβε και σήμερα (7/5) ο εκπρόσωπος Τύπου του ΠΑΣΟΚ, Κώστας Τσουκαλάς, λέγοντας από την τηλεόραση του ΟPEN πως η «ομιλία του πρωθυπουργού είναι η προσωποποίηση του τακτικισμού και του τυχοδιωκτισμού» και συμπληρώνοντας ότι «αυτά που προκρίνει λέγοντας ότι θα τα αναθεωρήσει, τα έχει ήδη παραβιάσει».
Συγκεκριμένα για το , ο κ. Τσουκαλάς είπε: «Επί της υποθέσεως των κκ. Καραμανλή και Τριαντόπουλου, η κυβέρνηση έλεγε ότι πρέπει να αναθεωρηθεί γιατί οι βουλευτές δεν είναι ανακριτές και ζητούσε fast track διαδικασία προς το δικαστικό συμβούλιο». Ωστόσο, κατηγόρησε την κυβέρνηση πως στην παρούσα φάση «κρύβεται πίσω» από το ίδιο άρθρο, όπως κατά την εκτίμησή του αποδεικνύουν οι χειρισμοί της στην υπόθεση της κ. Αραμπατζή.
«Τώρα, ενώ ακόμη και η κ. Αραμπατζή ζητούσε από τους συναδέλφους της να ψηφίσουν τη σύσταση προανακριτικής επιτροπής ώστε να αποδειχθεί ότι οι κατηγορίες εις βάρος της είναι άδικες, η κυβέρνηση κρύβεται πίσω από το άρθρο 86 και υποστηρίζει ότι οι βουλευτές πρέπει να ασκήσουν ανακριτικά καθήκοντα και καταψηφίσουν την πρόταση σύστασης», είπε ο κ. Τσουκαλάς.
Άρθρο 16
Δεύτερο άρθρο που εξαρχής βρισκόταν στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος, το άρθρο 16, το οποίο δεν απασχολεί μόνο στην παρούσα συγκυρία, αλλά ήδη από την πρώτη θητεία της κυβέρνησης. Η κριτική είναι, επίσης, έντονη, με πολλούς να κάνουν λόγο για απόπειρα της κυβέρνησης να βάλει το αυτοδιοίκητο των ΑΕΙ και να περιορίσει τις ακαδημαϊκές ελευθερίες, ενώ αφήνονται αιχμές πως πρόκειται και σε αυτήν την περίπτωση για ένα άρθρο που έχει ήδη καταστρατηγηθεί, μέσα από την αναγκαιότητα για εφαρμογή του άρθρου 28 σχετικά με τις διεθνείς συμβάσεις και συμφωνίες.
Ο κ. Τσουκαλάς, αναφερόμενος στο άρθρο 16, κατηγόρησε την κυβέρνηση πως «έφερε νόμο που το αντιστρατεύεται» και υποστήριξε ότι «δεν μπορεί να μιλά για το Σύνταγμα ένας πρωθυπουργός που έχει παραβιάσει κάθε γράμμα του».
Άρθρο 103
Κεντρικό σημείο της πρότασης για Αναθεώρηση αποτελεί – όπως τόνισε ο κ. Μητσοτάκης – ο επανακαθορισμός της ίδιας της έννοιας της μονιμότητας.
Σύμφωνα με την πρόταση, νόμος θα ορίζει πλέον τη διαδικασία και τα κριτήρια αξιολόγησης των δημοσίων υπαλλήλων, καθώς και τις συνέπειες που μπορεί να επιφέρει (επιβραβεύσεις και ποινές), συμπεριλαμβανομένης της οριστικής παύσης μετά από απόφαση του αρμόδιου υπηρεσιακού συμβουλίου. Η αξιολόγηση προτείνεται να διέπεται από τις αρχές της αμεροληψίας, της ουδετερότητας, της επαγγελματικής ικανότητας και της αποδοτικότητας, με πιθανή συμμετοχή του ΑΣΕΠ στη διαδικασία, ενώ ενδιαφέρον παρουσιάζει και η πρόταση για αμφίδρομη αξιολόγηση μεταξύ προϊσταμένων και υφισταμένων.
Μία ακόμη πτυχή της αξιολόγησης θα είναι και η δυνατότητα αξιολόγησης από τους πολίτες προς το σύνολο των υπαλλήλων, μία κίνηση που αποσκοπεί να δώσει το «σήμα» πως στόχος είναι η ρήξη με τη λογική μίας κλειστής και αδιαφανούς δημόσιας διοίκησης, η οποία διαιωνίζεται μέχρι σήμερα.
Σε κάθε περίπτωση, η κυβέρνηση επιχειρεί να δώσει στο όλο ζήτημα εκσυγχρονιστικό πρόσημο, αποφεύγοντας να το παρουσιάσει ρητά ως κατάργηση της μονιμότητας, αλλά επιδιώκοντας να το συνδέσει με την αξιοκρατία και την ανάγκη για αποτελεσματικότερη – και αδιάβλητη – λειτουργία της κρατικής μηχανής.