Θεσμικά αμφιλεγόμενες μεθοδεύσεις και το πινγκ πονγκ με Βενιζέλο
Τι συνέβη ουσιαστικά στη Βουλή την περασμένη Τετάρτη (30/7); . Η πρακτική αυτή επιλέχτηκε καθώς το Μαξίμου είχε βάσιμες υποψίες ότι θα υπήρχαν διαφοροποιήσεις εντός της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Νέας Δημοκρατίας, καθώς η ψηφοφορία ήταν μυστική. Ως εκ τούτου, επέλεξε αυτό τον θεσμικά άκρως αμφιλεγόμενο τρόπο για να αποφύγει τη διάσπαση της συνοχής της κυβερνητικής πλειοψηφίας, προκαλώντας την οργή τόσο στα έδρανα της αντιπολίτευσης, αλλά ακόμη και στο εσωτερικό της.
Η αντιπαράθεση συνεχίστηκε κυρίως κατά τη διάρκεια της Πέμπτης (31/7) με το ΠΑΣΟΚ να τονίζει μέσω της υπεύθυνης πολιτικού σχεδιασμού Άννας Διαμαντοπούλου ότι θεωρεί τη διαδικασία ως άκυρη, ενώ άλλα κόμματα της αντιπολίτευσης έκαναν λόγο ακόμη και για «κοινοβουλευτικό πραξικόπημα. Ξεχώρισε που έθεσε ερώτημα κρίσης νομιμοποίησης της διαδικασίας και της κυβέρνησης, υποστηρίζοντας ότι δεν τηρήθηκαν το Σύνταγμα και οι κανονισμοί της Βουλής, προκαλώντας την φανερή ενόχληση του Μαξίμου.
Η λογική του Αντισύριζα μετώπου και η νέα αμφιβόλου αποτελέσματος στρατηγική
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει συμπληρώσει πλέον 6 χρόνια στην πρωθυπουργία και παίζει ομολογουμένως χωρίς αντίπαλο, με το ΠΑΣΟΚ να αδυνατεί να λάβει μία ισχυρή ώθηση και τον ΣΥΡΙΖΑ σε αποσύνθεση, ενώ ακόμη και το ενδεχόμενο ίδρυσης νέου πολιτικού φορέα από τον Αλέξη Τσίπρα είναι αμφίβολο αν θα έχει τα επιθυμητά αποτελέσματα για τον χώρο της κεντροαριστεράς. Ανεξάρτητα από αυτά τα δεδομένα, η διακυβέρνηση του Μητσοτάκη έχει πλέον φθαρεί και δυσκολεύεται να πείσει με το αφήγημά της.
Το ενδιαφέρον στα χρόνια της διακυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη είναι η μεταστροφή του και η σταδιακή υιοθέτηση μίας σταδιακά ολοένα και πιο συντηρητικής ρητορικής. Υπενθυμίζεται ότι ο Μητσοτάκης αναδείχθηκε πρωθυπουργός το 2019 προβάλλοντας, τουλάχιστον επικοινωνιακά, το προφίλ ενός φιλελεύθερου μεταρρυθμιστή, συσπειρώνοντας όσους ψήφισαν ΝΑΙ στο δημοψήφισμα του 2015 και στηριζόμενος σε στελέχη του σημιτικού ΠΑΣΟΚ και κεντρώων ψηφοφόρων, που μετατοπίστηκαν στη Νέα Δημοκρατία στη λογική του Αντισύριζα μετώπου. Η συγκεκριμένη προσέγγιση του εξασφάλισε μία άνετη επανεκλογή το 2023, παρά την εθνική τραγωδία των Τεμπών που συνέβη τη νύχτα της 28ης Φεβρουαρίου εκείνου του έτους.
Έκτοτε το κλίμα έχει αλλάξει. Λόγος ύπαρξης Αντισύριζα μετώπου δεν υπάρχει πλέον, και ταλανίζει τα οικονομικά πιο ευάλωτα στρώματα, η οξύνεται και τα σκάνδαλα κυριαρχούν στην πολιτική επικαιρότητα. Ίσως η έλλειψη ενός κεντροαριστερού σχηματισμού ικανού να διεκδικήσει εκλογική πρωτιά να έχει στρέψει, χωρίς να νομιμοποιεί προφανώς αυτή τη μεταστροφή, τον Μητσοτάκη σε δεξιότερες θέσεις με στόχο να ανακόψει τις εκροές εκ δεξιών του, θεωρώντας τον χώρο του κέντρο δεδομένα εξασφαλισμένο. Πρόκειται για μία αντίληψη που αν πράγματι υπάρχει θα μπορούσε να του προκαλέσει μακροπρόθεσμα μεγάλο πολιτικό κόστος. Σε γενικές γραμμές, η κυβέρνηση δείχνει με αυτή τη στροφή να «αυτοπαγιδεύεται» ολοένα και περισσότερο.
Η υπόθεση της Λιβύης φανερώνει ότι η χώρα βρίσκεται ουσιαστικά στην , στο υιοθετούνται ακραίες λογικές και ρητορικές που δεν ευθυγραμμίζονται με το πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Δικαίου και το σκάνδαλο ΟΠΕΚΕΠΕ αποκαλύπτει για μία ακόμη φορά ότι οι πελατειακές πρακτικές εξακολουθούν να δηλητηριάζουν την ομαλή λειτουργία του κρατικού μηχανισμού, με την κυβέρνηση να αδυνατεί, ή και να μη θέλει, να αντιπαρατεθεί με αυτές.
Επιπλέον, η αμφιλεγόμενη στάση που επέβαλε η ηγεσία της κυβερνητικής πλειοψηφίας στην υπόθεση της προανακριτικής τραβώντας , προβληματίζει, καθώς φαίνεται να επικρατεί η άποψη ότι ξεπεράστηκαν τα όρια. Αυτή η εικόνα δεν αποκλείεται μελλοντικά να αναγκάσει τα πιο κεντρώα ακροατήρια που εξασφάλισαν κάποτε στον Μητσοτάκη τα εκλογικά σαραντάρια να βρουν πολιτική στέγη σε άλλα κόμματα (ή και στην αποχή).
Τα ανοιχτά ερωτήματα και μέτωπα
Το κεντρώο προφίλ του Μητσοτάκη, που επιχειρούσε να προβάλλει σταθερά στο παρελθόν, έχει πλέον έχει υποστεί σημαντική φθορά, ενδεχομένως οριστική και δύσκολα αναστρέψιμη. Πιθανότατα βέβαια αυτό να μην τον ενδιαφέρει ιδιαίτερα, δεδομένης της παγκόσμιας τάσης στροφής στον συντηρητισμό. Ανεξάρτητα από αυτή τη στροφή, ο πρωθυπουργός θα κληθεί να πάρει κάποιες αποφάσεις, που θα έχουν μακροπρόθεσμες συνέπειες για το μέλλον του πολιτικού συστήματος της χώρας, το οποίο δείχνει δυστυχώς να συνεχίζει την «κατρακύλα» του:
- Θα εξαντλήσει την τετραετία ή θα καταφύγει σε πρόωρες (πιθανότατα διπλές) εκλογές με στόχο να κατευνάσει την εσωκομματική δυσαρέσκεια; ο πρωθυπουργός επανέλαβε ότι θα εξαντλήσει την τετραετία. Ωστόσο παρατηρώντας κανείς την πολιτική ιστορία της χώρας θα παρατηρήσει, ότι δεν θα ήταν ο πρώτος που θα αθετούσε τη συγκεκριμένη δέσμευση.
- Θα αλλάξει τον εκλογικό νόμο ανεβάζοντας το όριο εισόδου στη Βουλή από το 3 στο 5% θυσιάζοντας εν μέρει την αρχή της αναλογικότητας στο όνομα της λειτουργικότητας της κοινοβουλευτικής διαδικασίας;
- Σκοπεύει να συγκυβερνήσει υπό την εποπτεία κυβερνητικού εταίρου, δεδομένου ότι η διασφάλιση αυτοδυναμίας φαίνεται τη δεδομένη στιγμή άπιαστο όνειρο; Από τη συνέντευξή του στο Π.Θ. προκύπτει ότι θεωρεί ακόμη εφικτό τον στόχο, παρά τα δημοσκοπικά ευρήματα που δείχνουν αντίθετα αποτελέσματα
- Θα συνεχίσει να «επενδύει» στους «δεξιότερους» ψηφοφόρους ή θα επιλέξει να μετατοπίσει το κέντρο βάρους στα κεντρογενή εκλογικά κοινά που του εξασφάλισαν δύο καθαρές εκλογικές νίκες το 2019 και το 2023;
- Θα επαναληφθούν ανάλογες πρακτικές στη Βουλή ανάλογες με αυτές της Τετάρτης σε περίπτωση που η κυβέρνηση βρεθεί πάλι σε δύσκολη θέση; Ήδη το ΠΑΣΟΚ έχει ανακοινώσει μέσω της Άννας Διαμαντοπούλου ότι σκοπεύει να καταθέσει
- Πώς θα αντιδράσει αν επιβεβαιωθούν οι πληροφορίες ότι στο μικροσκόπιο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας θα μπει, μετά τον σιδηρόδρομο και τον ΟΠΕΚΕΠΕ, και η διαχείριση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης;
Παρά το γεγονός ότι το τελευταίο διάστημα πληθαίνουν τα σχόλια για τη διαδοχή του Μητσοτάκη στην ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας, ο ίδιος δεν φαίνεται πρόθυμος να παραδώσει την προεδρία του κόμματος ούτε κατ’ επέκταση τη θέση του πρωθυπουργού. Αυτό επιβεβαιώνεται εξάλλου, πέρα από τη συνέντευξή του στο Π.Θ., από τις , τόσο για τους χειρισμούς του στην εξωτερική πολιτική της χώρας την περίοδο 2004-2009, όσο και για τη διαχρονική κακοδιαχείριση των ευρωπαϊκών αγροτικών κονδυλίων. Μετά την αποπομπή του Αντώνη Σαμαρά από τη Νέα Δημοκρατία, η επιρροή της καραμανλικής τάσης ως άτυπη εσωτερική αντιπολίτευση έχει αναπόφευκτα αναβαθμιστεί, παρά το γεγονός ότι ο πρώην πρωθυπουργός δεν είναι πλέον βουλευτής.
Αν μη τι άλλο ο Σεπτέμβρης αναμένεται να είναι «καυτός» πολιτικά με το κυβερνητικό επιτελείο να προετοιμάζει ένα . Θα πρέπει ωστόσο να σημειωθεί ότι η εξαγγελία μέτρων στήριξης δεν διασφαλίζει αυτόματα μακροπρόθεσμη πολιτική ηρεμία. Αυτό φάνηκε από τις αιφνιδιαστικές κυβερνητικές εξαγγελίες τον περασμένο Απρίλιο, οι οποίες επισκιάστηκαν τελικά κατά τη διάρκεια των τελευταίων από το χάος του «αμαρτωλού» ΟΠΕΚΕΠΕ.