Παράλληλα, περιέγραψε το πλαίσιο ενός νέου πολιτικού εγχειρήματος, κάνοντας λόγο για τη δημιουργία ενός κινήματος που συγκεντρώνει ανθρώπους από διαφορετικές γενιές και κοινωνικές ομάδες.
Αναφερόμενος στη στάση της Ελλάδας απέναντι στον πόλεμο στο Ιράν, τόνισε ότι πρόκειται για ένα «κρίσιμο και υπαρξιακό ζήτημα», υπογραμμίζοντας την ανάγκη η χώρα να διαθέτει μια ανεξάρτητη εθνική στρατηγική. Όπως είπε, η εξωτερική πολιτική δεν θα πρέπει να είναι μονοδιάστατα προσανατολισμένη προς την Ουάσιγκτον ή το Βερολίνο, αλλά να βασίζεται στα εθνικά συμφέροντα, διατηρώντας ισορροπίες μεταξύ Δύσης και Ανατολής, Βορρά και Νότου.
Στο ίδιο πλαίσιο, επισήμανε ότι η «εθνική πυξίδα» σημαίνει και την ικανότητα να λέγεται «όχι» σε συμμάχους, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, όταν οι επιλογές τους ενδέχεται να θέσουν σε κίνδυνο τα ελληνικά συμφέροντα, επικαλούμενος ως παράδειγμα τη στάση της Ισπανίας.
Ασκώντας κριτική στον πρωθυπουργό, υποστήριξε ότι η κυβέρνηση έχει μετακινηθεί από τη λογική της «σωστής πλευράς της ιστορίας» στην επιλογή της «ισχυρής πλευράς», δίνοντας προτεραιότητα στη συμμαχία με ισχυρές δυνάμεις αντί για την προσήλωση σε αρχές και αξίες. Κατά τον ίδιο, αυτή η προσέγγιση ενέχει κινδύνους, καθώς εμπλέκει τη χώρα σε διεθνείς συγκρούσεις και αποδυναμώνει τη θέση της σε κρίσιμα ζητήματα, όπως οι σχέσεις με την Τουρκία.
Σε ό,τι αφορά τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις, ο Αλέξης Τσίπρας συνέκρινε τη δική του διακυβέρνηση με τη σημερινή, επισημαίνοντας ότι στόχος ήταν η ανάπτυξη ισότιμων και αμοιβαία επωφελών σχέσεων και όχι σχέσεων εξάρτησης. Τόνισε επίσης την ανάγκη σαφών όρων στις συμφωνίες αμυντικής συνεργασίας, συνοψίζοντας τη θέση του με τη φράση «ναι σε συμμάχους, όχι σε προστάτες».
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στην Κύπρο, υπογραμμίζοντας ότι η στήριξη της Κυπριακής Δημοκρατίας πρέπει να αποτελεί κορυφαία προτεραιότητα. Παράλληλα, προειδοποίησε ότι η υιοθέτηση ρητορικής που ενισχύει τη στρατιωτικοποίηση του νησιού ενδέχεται να οδηγήσει σε παγίωση της διχοτόμησης.
Ως προς τις πρωτοβουλίες που προτείνει, ανέφερε ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να αναλάβει διπλωματική δράση ζητώντας τη σύγκληση συνόδου των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου, με τη συμμετοχή και αραβικών χωρών και εκπροσώπων της ναυτιλίας, με στόχο τη συζήτηση των επιπτώσεων του πολέμου και την προώθηση άμεσης κατάπαυσης του πυρός.
Παράλληλα, τάχθηκε υπέρ της επιστροφής σε μια πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική, με ενίσχυση των διαύλων επικοινωνίας με τη Ρωσία και περαιτέρω ανάπτυξη των σχέσεων με την Κίνα, κατά το πρότυπο άλλων δυτικών χωρών.
Σε ευρύτερο επίπεδο, σημείωσε ότι δεν μπορεί να υπάρξει ισχυρή χώρα χωρίς ισχυρή κοινωνία, ενώ απέρριψε το επιχείρημα της κυβερνητικής σταθερότητας, υποστηρίζοντας ότι μια κυβέρνηση που πλήττεται από σκάνδαλα και διαφθορά δεν μπορεί να διασφαλίσει πραγματική σταθερότητα.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στο σκάνδαλο των υποκλοπών, το οποίο χαρακτήρισε ως το μεγαλύτερο της μεταπολίτευσης, υποστηρίζοντας ότι δεν πρόκειται για μεμονωμένο περιστατικό αλλά για οργανωμένο μηχανισμό. Πρόσθεσε ότι υπάρχουν στοιχεία που, όπως είπε, θα οδηγήσουν σε λογοδοσία των υπευθύνων, ανεξαρτήτως θέσης.
Παράλληλα, αναφέρθηκε και σε άλλα ζητήματα, όπως ο ΟΠΕΚΕΠΕ, τα Κέντρα Κατάρτισης, οι απευθείας αναθέσεις και οι συμβάσεις με συμβουλευτικές εταιρείες, κάνοντας λόγο για μια συνολική εικόνα κακοδιαχείρισης. Ειδικά για τις συμβάσεις με συμβούλους, παρέθεσε στοιχεία σύγκρισης μεταξύ 2017 και 2025, επισημαίνοντας τη μεγάλη αύξηση τόσο στον αριθμό των συμβάσεων όσο και στο συνολικό κόστος.
Κλείνοντας, ο Αλέξης Τσίπρας υπογράμμισε ότι μέσα από τις επαφές του με την κοινωνία διαπιστώνει έντονη ανάγκη για μια νέα πολιτική πρόταση, με έμφαση στην κοινωνική δικαιοσύνη, τη μείωση των ανισοτήτων και την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης. Όπως ανέφερε, το νέο αυτό εγχείρημα διαμορφώνεται μέσα από τη συμμετοχή ανθρώπων διαφορετικών ηλικιών και εμπειριών, με χαρακτηριστικά αυτοοργάνωσης και διάθεσης προσφοράς.