Πιο συγκεκριμένα, σε κείμενό του στην Εφημερίδα των Συντακτών, ο κ. Τσίπρας θέτει σειρά πολιτικών ερωτημάτων και αιχμηρών επισημάνσεων, κάνοντας λόγο για μια κυβέρνηση που, όπως υποστηρίζει, χαρακτηρίζεται από φθορά και διαφθορά. Αναφέρεται επίσης σε ζητήματα λειτουργίας του κράτους δικαίου και της Δικαιοσύνης, ενώ κατηγορεί την κυβέρνηση για κακοδιαχείριση δημόσιων και ευρωπαϊκών πόρων, καθώς και για την υιοθέτηση, όπως αναφέρει, της παραπληροφόρησης ως στοιχείο πολιτικής πρακτικής.
Παράλληλα, περιγράφει μια κοινωνική πραγματικότητα στην οποία μεγάλο μέρος των πολιτών αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες, δυσκολεύεται να καλύψει τις βασικές ανάγκες του και δηλώνει δυσαρεστημένο από την τρέχουσα οικονομική κατάσταση, συγκρίνοντας μάλιστα την παρούσα περίοδο με το 2019, όταν -όπως σημειώνει- η κατάσταση για πολλούς ήταν καλύτερη, παρά την έξοδο από τα μνημόνια.
Ο πρώην πρωθυπουργός θέτει επίσης το ερώτημα κατά πόσο η πολιτική αλλαγή μπορεί να επέλθει με τις σημερινές συνθήκες, υποστηρίζοντας ότι η απλή δυσαρέσκεια απέναντι στην κυβέρνηση δεν επαρκεί από μόνη της για να επιφέρει αλλαγή εξουσίας.
Τονίζει, ακόμη, ότι δεν υπάρχει σήμερα μια ισχυρή και αξιόπιστη εναλλακτική κυβερνητική πρόταση απέναντι στην παρούσα κυβέρνηση.
Κλείνοντας, υπογραμμίζει την ανάγκη για μια νέα, ενιαία και ανανεωμένη κυβερνώσα Αριστερά, με σαφές πρόγραμμα και κοινωνικό προσανατολισμό, την οποία χαρακτηρίζει αναγκαία τόσο σε κοινωνικό όσο και σε εθνικό επίπεδο, επισημαίνοντας ότι η πολιτική συγκυρία οδηγεί σε μια περίοδο όπου όλοι καλούνται να αναλάβουν τις ευθύνες τους.
Ακολουθεί αναλυτικά το κείμενο του πρώην πρωθυπουργού
«Όσοι έκαναν τον κόπο να παρακολουθήσουν την προχθεσινή συζήτηση στη Βουλή, όχι μόνο δεν έλαβαν κάποιες απαντήσεις για τα εγκλήματα που βαρύνουν την κυβέρνηση, όπως η κακοποίηση του κράτους δικαίου και η διασπάθιση δημόσιου χρήματος, αλλά πιθανότατα θα έμειναν με ένα επιπλέον κρίσιμο και σχεδόν υπαρξιακό ερώτημα.
Ως πότε;
Ως πότε θα επιτρέπουμε σε μια κυβέρνηση συνώνυμη της φθοράς και της διαφθοράς να ασχημονεί σε βάρος του λαού και της δημοκρατίας, να κακοποιεί το κράτος δικαίου και τη Δικαιοσύνη, να λεηλατεί τα δημόσια και τα ευρωπαϊκά ταμεία και να υποθάλπει το ψέμα και την απάτη ως κυρίαρχο στοιχείο της πολιτικής της;
Ως πότε θα επιτρέπουμε σε έναν πρωθυπουργό που αντιμετωπίζει το κράτος σαν λάφυρο, να φυλακίζει το Σύνταγμα στα όρια της δικής του ηθικής και να αντιμετωπίζει τους Ελληνες σαν πολιτικά αναλφάβητους, ή ακόμα χειρότερα σαν πρόθυμους συνεργούς και συνένοχους στη γενικευμένη παρανομία και συγκάλυψη;
Ως πότε το έγκλημα θα χαρακτηρίζεται «λάθος», η ενοχή θα κρύβεται πίσω από διαχρονικές παθογένειες, η νομή του δημόσιου χρήματος πίσω από διακομματικές ευθύνες, η παραβίαση του Συντάγματος πίσω από νομικίστικες ακροβασίες και ο πρωθυπουργός πίσω από συνεργάτες του αποδιοπομπαίους τράγους;
Ως πότε θα ανεχόμαστε πολιτικές που τοποθετούν την Ελλάδα στη ζώνη υψηλού κινδύνου, την καθιστούν μέρος του πολέμου και αντιμετωπίζουν την κρίσιμη διεθνή κατάσταση ως ευκαιρία για μια τεράστια αναδιανομή εισοδήματος από την κοινωνική πλειοψηφία προς την ολιγαρχία των καρτέλ;
Αυτή η πλειοψηφία της κοινωνίας δυσκολεύεται σήμερα να βγάλει τον μήνα ακόμη και να έχει πρόσβαση σε βασικά αγαθά. Το ζούμε και το ακούμε σε κάθε συζήτηση με τους ανθρώπους γύρω μας και το βλέπουμε αποτυπωμένο σε όλες τις μετρήσεις κοινής γνώμης. Οπου η πλειοψηφία απαντά ότι το 2019, παρότι βγαίναμε από τα μνημόνια, ήταν οικονομικά καλύτερα, τα 3/4 ότι δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα και ένα ποσοστό άνω του 70% ζητά πολιτική αλλαγή.
Μπορεί όμως αυτή η αλλαγή να έρθει αν τα πράγματα μείνουν ως έχουν;
Αρκεί η δυσαρέσκεια των πολιτών από την κυβέρνηση Μητσοτάκη για να τη φέρει;
Ολα δείχνουν ότι δεν αρκεί.
Γιατί δεν υπάρχει ισχυρή και αληθινά εναλλακτική κυβερνώσα δύναμη και πρόταση απέναντι στη σημερινή κυβέρνηση.
Οχι συμπληρωματική, αλλά αποφασιστικά αντιπαραθετική.
Αυτός είναι ο βασικός λόγος που, ενώ η κυβέρνηση Μητσοτάκη βυθίζεται στη διαφθορά και τις ανισότητες που παράγει, εντούτοις δείχνει να επιπλέει. Και αναλόγως αν κάποιος βλέπει το ποτήρι μισογεμάτο, μπορεί να υποθέσει ότι κυριαρχεί κιόλας.
Γιατί δεν υπάρχει αντίπαλος.
Οχι μόνο στις βελόνες των δημοσκοπικών μετρήσεων αλλά κυρίως στο πολιτικό αφήγημα, στο όραμα για τη διακυβέρνηση της χώρας.
Αυτό σώζει σήμερα την πιο κυνική και διεφθαρμένη κυβέρνηση της Μεταπολίτευσης.
Ο χρόνος όμως μετράει αντίστροφα για την ασφάλεια της πατρίδας και την καθημερινότητα του πολίτη.
Αν δεν αλλάξει κάτι δραστικά, αν όλοι οι παράγοντες φθοράς, κινδύνου και κρίσης παραμείνουν ως έχουν, τότε τα ακόμα χειρότερα είναι μπροστά για τη χώρα και την κοινωνία.
Κι αυτή η διαπίστωση μας αφορά όλους.
Και κυρίως τους προοδευτικούς πολίτες, τις δυνάμεις της δημοκρατίας και της δικαιοσύνης.
Ουδείς δικαιούται να μένει στη βολή του.
Ενα μεγάλο δημοκρατικό «ξεβόλεμα», μια εκ θεμελίων ανασύνθεση του δημοκρατικού και προοδευτικού χώρου, βασισμένη στη δικαιοσύνη, την εντιμότητα και έναν νέο πατριωτισμό, είναι ζωτική ανάγκη.
Μια νέα και ισχυρή κυβερνώσα Αριστερά, προγραμματικά συμπαγής και ριζικά ανανεωμένη, είναι ζωτική ανάγκη.
Κοινωνική αλλά και εθνική.
Και ζυγώνει η ώρα που όλοι θα κληθούμε να αναλάβουμε τις ευθύνες μας».