Ο υφυπουργός Εθνικής Άμυνας Αθανάσιος Δαβάκης χαρακτήρισε τη συμφωνία ως μία στρατιωτική εκπαιδευτική συνεργασία με σαφές στρατηγικό αποτύπωμα, επισημαίνοντας ότι οι Ένοπλες Δυνάμεις έχουν μόνο οφέλη να αποκομίσουν. Παράλληλα, κάλεσε τα κόμματα να σταθμίσουν το μακροπρόθεσμο αποτέλεσμα των συμφωνιών σε ό,τι αφορά την ασφάλεια και τη διεθνή θέση της χώρας.
«Η κύρωση των πρωτοκόλλων με την Αίγυπτο υπηρετεί την οικοδόμηση ενός πλέγματος ασφάλειας, συνεργασίας και σταθερότητας στην ανατολική Μεσόγειο και πέρα από αυτή. Η Ελλάδα αναβαθμίζει τον ρόλο της, ως πάροχος στρατιωτικής εκπαίδευσης, και ναι, αισθάνομαι τον εαυτό μου υπερήφανο, όταν Αιγύπτιοι στρατιωτικοί προσπαθούν να μάθουν ελληνικά, έχουν σχέση και όσμωση πνευματική, επιχειρησιακή, στρατιωτική, εκπαιδευτική με τις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις και μάλιστα πολύ περισσότερο όταν οι άνθρωποι αυτοί μπορεί αύριο να καταγάγουν υψηλές θέσεις στη στρατιωτική ιεραρχία της Αιγύπτου», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Απαντώντας σε επιφυλάξεις της αντιπολίτευσης, ο υφυπουργός υπογράμμισε ότι και τα δύο πρωτόκολλα περιλαμβάνουν ρητές προβλέψεις για τη διασφάλιση των πληροφοριών.
Σε ό,τι αφορά τις διμερείς σχέσεις, ο κ. Δαβάκης σημείωσε ότι η συνεργασία Ελλάδας–Αιγύπτου έχει σταθερή βάση και δεν είναι ευκαιριακή, καθώς στηρίζεται σε κοινά συμφέροντα και στον σεβασμό του διεθνούς δικαίου. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη συμφωνία οριοθέτησης ΑΟΖ του 2020, την οποία χαρακτήρισε στρατηγική επιτυχία της ελληνικής πλευράς και πρότυπο εφαρμογής του Δικαίου της Θάλασσας. Όπως είπε, η συμφωνία αυτή «αποτελεί μια στρατηγική επιτυχία του Κυριάκου Μητσοτάκη και του τότε υπουργού Εξωτερικών και νυν υπουργού Εθνικής Άμυνας Νίκου Δένδια, η οποία είναι πρότυπο εφαρμογής του διεθνούς δικαίου της θάλασσας, με την οποία αποδομούνται αυθαίρετες και νομικά ανυπόστατες θεωρίες περί θαλασσίων ζωνών».
Παράλληλα, επισήμανε ότι η στρατηγική σχέση με την Αίγυπτο ενισχύεται και μέσα από τα ετήσια προγράμματα στρατιωτικής συνεργασίας, τα οποία, όπως ανέφερε, παρουσιάζουν υψηλό βαθμό υλοποίησης.
Από την πλευρά της Πλεύσης Ελευθερίας, η ειδική αγορήτρια Τζώρτζια Κεφαλά υποστήριξε ότι τα πρωτόκολλα παραβλέπουν τον χαρακτήρα του αιγυπτιακού καθεστώτος, το οποίο –όπως είπε– έχει εξελιχθεί σε απολυταρχικό καθεστώς που καταπατά δικαιώματα. Το κόμμα της καταψήφισε τη συμφωνία. «Μια χώρα με 60.000 πολιτικούς κρατούμενους και μια οικονομία που πνίγεται και μια κοινωνία που βράζει κάτω από τη μπότα του στρατού, θέλετε να τη θεωρήσουμε σταθερή;» ανέφερε, θέτοντας και το ερώτημα τι θα συμβεί με τις στρατηγικές συμφωνίες σε περίπτωση εσωτερικής αποσταθεροποίησης της Αιγύπτου.
Ο ειδικός αγορητής της «Νίκης» Τάσος Οικονομόπουλος τόνισε ότι τα πρωτόκολλα εντάσσονται σε ένα ευρύτερο στρατηγικό πλαίσιο στρατιωτικής διπλωματίας, που δημιουργεί δίκτυα εκπαίδευσης και επιρροής και ενισχύει τη διαλειτουργικότητα, υπό την προϋπόθεση ότι υπηρετεί σαφή εθνικό στόχο. Επισήμανε, ωστόσο, την αναβάθμιση της συνεργασίας Τουρκίας–Αιγύπτου, καθώς και ζητήματα που σχετίζονται με το ιδιοκτησιακό καθεστώς της Ιεράς Μονής Αγίας Αικατερίνης Σινά.
Αναφορά στην προσέγγιση Άγκυρας–Καΐρου έκανε και ο ειδικός αγορητής της Ελληνικής Λύσης Στέλιος Φωτόπουλος, επισημαίνοντας ότι οι εξελίξεις πρέπει να εξετάζονται και υπό το πρίσμα των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Όπως είπε, το κόμμα του στηρίζει την ενεργή στρατιωτική διπλωματία με χώρες κοινών συμφερόντων, μεταξύ των οποίων και η Αίγυπτος.
Ο ειδικός αγορητής της Νέας Αριστεράς Θοδωρής Δρίτσας αναφέρθηκε στη διεθνή συγκυρία, εκφράζοντας ανησυχία για τη συγκρότηση «block πολεμοκάπηλων και πολεμοχαρών δυνάμεων» στην περιοχή και υπογραμμίζοντας την ανάγκη ιδιαίτερης προσοχής σε αμυντικές συνεργασίες. Αντίστοιχα, ο ειδικός αγορητής του ΚΚΕ Νίκος Παπαναστάσης συνέδεσε τις ελληνοαιγυπτιακές σχέσεις με τα συμφέροντα μεγάλων δυνάμεων στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή, κάνοντας λόγο για ανταγωνισμούς γύρω από πλουτοπαραγωγικούς πόρους και στρατιωτική ισχύ.
Ο ειδικός αγορητής του ΣΥΡΙΖΑ Συμεών Κεδίκογλου δήλωσε ότι είναι εύλογη η επιδίωξη στενότερης συνεργασίας με την Αίγυπτο, ωστόσο έθεσε ερωτήματα για τα συγκεκριμένα οφέλη σε αμυντικό επίπεδο. «Δεν είμαστε αντίθετοι στη συνεργασία και μάλιστα με την Αίγυπτο που αποτελεί παραδοσιακά φίλη χώρα και στρατηγικό εταίρο. Αλλά πρέπει να βλέπουμε και τις λεπτομέρειες», σημείωσε, αναφερόμενος και στο ζήτημα της Μονής Σινά.
Θετικά τοποθετήθηκε ο εισηγητής του ΠΑΣΟΚ Μιχάλης Κατρίνης, χαρακτηρίζοντας τη συμφωνία ουσιαστικά επωφελή και σύμφωνη με τη διαχρονική συνεργασία Ελλάδας–Αιγύπτου, που βασίζεται –όπως είπε– σε κοινές αντιλήψεις για σταθερότητα, ασφάλεια και σεβασμό του διεθνούς δικαίου, σε ένα περιβάλλον αυξημένων εντάσεων. Αναφέρθηκε επίσης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και υπογράμμισε ότι ο διάλογος δεν μπορεί να μετατρέπεται σε παζάρι κυριαρχίας.
Τέλος, ο εισηγητής της Νέας Δημοκρατίας Ανδρέας Κατσανιώτης υπογράμμισε ότι τα πρωτόκολλα αποτελούν μέρος μιας ευρύτερης εθνικής στρατηγικής σε ένα ταχέως μεταβαλλόμενο γεωπολιτικό περιβάλλον. «Η εξωτερική πολιτική μιάς χώρας δεν είναι θεωρητική άσκηση, είναι πράξη ευθύνης απέναντι στην ιστορία της, απέναντι στους πολίτες της και απέναντι στις επόμενες γενιές», ανέφερε, προσθέτοντας ότι η στρατιωτική εκπαίδευση ενισχύει την εμπιστοσύνη και την επιχειρησιακή σύγκλιση. Όπως είπε, «Η Ελλάδα και η Αίγυπτος δεν έχουν πια μια απλή διμερή σχέση. Έχουν μια στρατηγική σχέση βάθους, μια σχέση που διαμορφώνει ισορροπίες, επηρεάζει περιφερειακές εξελίξεις και ενισχύει τη θέση της χώρας απέναντι σε προκλήσεις και αναθεωρητικές συμπεριφορές».