Υπάρχει ένα όριο ανάμεσα στη δικαστική κρίση και στη θεσμική εκτροπή. Όταν αυτό το όριο παραβιάζεται συστηματικά, δεν μιλάμε πια για «δικονομικά λάθη», αλλά για υπόγειες διαδρομές που πλήττουν τόσο τον πολίτη όσο και το ίδιο το Δημόσιο.
Σε υπόθεση που έχει ήδη τεθεί υπό εισαγγελική διερεύνηση, καταγγέλλεται ότι εκδόθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν απόγραφα χωρίς να έχουν εισπραχθεί τα νόμιμα τέλη, ενώ παράλληλα επικυρώθηκαν διαταγές πληρωμής που αφορούσαν απαιτήσεις ήδη αποσβεσμένες.
Αντί ο Δικαστής να κοιτάξει την νομιμότητα της εκτέλεσης , κοίταζε το πώς θα ακυρώσει εκχώρηση μη διαδίκου , που με τα στοιχεία που διέθετε εξαιρείτο από τον Νόμο.
Το αποτέλεσμα ήταν η ενεργοποίηση αναγκαστικής εκτέλεσης και η πρόκληση άμεσης περιουσιακής βλάβης, παρά την ανυπαρξία νόμιμου εκτελεστικού υποβάθρου.
Σύμφωνα με την καταγγελία , δικηγόρος, επικαλούμενος την αδυναμία του εντολέα του να καταβάλει τα απαιτούμενα τέλη απογράφου και το δικαστικό ένσημο, προχώρησε αρχικά σε κατάσχεση δικαστικών εξόδων, παρά το γεγονός ότι υπήρχαν μεγαλύτερες και αντίθετες δικαστικές δαπάνες σε βάρος του ίδιου του εντολέα του, οι οποίες είχαν ήδη οδηγήσει σε απόσβεση μέσω συμψηφισμού.
Το ποσό το εισέπραξε αλλά τα χρήματα κρατήθηκαν και δεν αποδόθηκαν για την καταβολή των νομίμων τελών απογράφου. Παρ’ όλα αυτά, και χωρίς να πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις, του χορηγήθηκε απόγραφο, για να κάνει την δουλειά του ο δικηγόρος , που ήταν να το χρησιμοποιήσει για αναγκαστική εκτέλεση και να εισπράξει αποσβεσμένες απαιτήσεις ! .
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο δεν είναι μόνο η αλληλουχία των ενεργειών, αλλά το γεγονός ότι δεν ελέγχθηκε ποτέ η προφανής μη νομιμότητα του απογράφου. Αντί ο δικαστής να ασκήσει τον αυτεπάγγελτο έλεγχο που επιβάλλεται όταν πρόκειται για τέλη δημόσιας τάξης, δόθηκε το πράσινο φως για την είσπραξη απαιτήσεων που είχαν αποσβεστεί.
Όταν η μη καταβολή τελών απογράφου παραβλέπεται και όταν η δικαστική κρίση λειτουργεί ως μηχανισμός παράκαμψης της νομιμότητας αντί ως εγγύησή της, τότε δεν μιλάμε για μεμονωμένα δικονομικά σφάλματα. Μιλάμε για θεσμική εκτροπή που πλήττει τον πυρήνα της δικαιοσύνης και ζημιώνει τόσο τον πολίτη όσο και το Δημόσιο .
Όταν η “επαγγελματική πρακτική” μετατρέπεται σε μεθόδευση
Συμπεριφορά δικηγόρου που, με ψευδείς παραστάσεις προς δημόσιους υπαλλήλους, επιτυγχάνει την έκδοση απογράφου που δεν θα εκδιδόταν χωρίς την πρόκληση πλάνης, προκειμένου στη συνέχεια να τον χρησιμοποιήσει για αναγκαστική εκτέλεση και δέσμευση περιουσίας, δεν μπορεί να βαφτίζεται «επαγγελματική υπέρβαση». Πρόκειται για κάτι ποιοτικά διαφορετικό και θεσμικά επικίνδυνο.
Όταν ο εκτελεστός τίτλος αποκτάται όχι επειδή πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις, αλλά επειδή παρακάμπτονται μέσω ανακριβών δηλώσεων και αποσιώπησης κρίσιμων στοιχείων, τότε δεν μιλάμε για λάθος ή αμέλεια. Μιλάμε για σκόπιμη μεθόδευση, με στόχο την απόσπαση ενός εργαλείου εξαναγκασμού που ο αιτών δεν δικαιούται.
Η χρήση ενός τέτοιου απογράφου ως μέσου πίεσης – με κατασχέσεις, δεσμεύσεις λογαριασμών και οικονομική ασφυξία – συνιστά πρόκληση πραγματικής περιουσιακής βλάβης. Και όταν αυτό γίνεται εν γνώσει της ανυπαρξίας νόμιμης βάσης, τότε η πράξη ξεπερνά κάθε όριο θεμιτής δικηγορικής δράσης.
Μόνο με πραγματικές, ορατές και αυστηρές συνέπειες μπορεί να ανακοπεί η επανάληψη τέτοιων φαινομένων. Η οριστική απομάκρυνση από το επάγγελμα σε περιπτώσεις υποτροπής δεν στοχεύει σε πρόσωπα· στοχεύει στην προστασία του θεσμού και στη διασφάλιση ότι η δικαιοσύνη δεν θα λειτουργεί ως πεδίο διαπλοκής και ατιμωρησίας.
Άλλο ανοχή και άλλο συγκάλυψη.
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι άλλη μία σύσταση, άλλη μία επίπληξη ή άλλη μία σιωπηρή ανοχή. Σε περιπτώσεις όπου δικηγορική συμπεριφορά οδηγεί σε παραπλάνηση δημόσιων αρχών, σε έκδοση πράξεων χωρίς νόμιμες προϋποθέσεις και σε πραγματική περιουσιακή βλάβη πολιτών, η αφαίρεση της άδειας άσκησης του επαγγέλματος δεν είναι υπερβολή. Είναι θεσμική αναγκαιότητα. Όχι ως πράξη εκδίκησης, αλλά ως παραδειγματική κύρωση.
Όταν η δικηγορική ιδιότητα μετατρέπεται σε εργαλείο πίεσης και μεθόδευσης, πλήττεται ευθέως η απονομή της δικαιοσύνης. Και όταν οι κυρώσεις παραμένουν συμβολικές, το μήνυμα προς τους “συλλειτουργούς” της δικαιοσύνης είναι σαφές: «το ρίσκο αξίζει».
Αν το σύστημα συνεχίσει να αντιμετωπίζει τέτοιες συμπεριφορές ως «μεμονωμένα περιστατικά», τότε θα συνεχίσει να τις παράγει. Αν, αντίθετα, καταστήσει σαφές ότι η κατάχρηση επαγγελματικής ιδιότητας έχει οριστικό κόστος, τότε – και μόνο τότε – τα φαινόμενα διαπλοκής και διαφθοράς θα αρχίσουν πραγματικά να εκλείπουν.
Η επιλογή είναι θεσμική και πολιτική μαζί διότι ή η δικαιοσύνη αυτοκαθαρίζεται ή αφήνεται να απαξιώνεται , διότι όταν δημιουργούνται συνθήκες υπό τις οποίες συλλειτουργοί “πείθουν” δημόσιους λειτουργούς να εκδίδουν , χορηγούν ή αμελώς ανέχονται την μεθόδευση δικηγόρου να προκαλέσει βλάβη τρίτου χωρίς τις νόμιμες προϋποθέσεις, τότε το αποτέλεσμα είναι η αλλοίωση της ίδιας της λειτουργίας της δικαιοσύνης.
Οι πράξεις αυτές, όπως καταγγέλλονται, δεν πλήττουν μόνο τον άμεσα ζημιωθέντα πολίτη. Θίγουν ευθέως το Δημόσιο συμφέρον, υπονομεύουν την εμπιστοσύνη στη δικαστική διαδικασία και εγείρουν ζήτημα θεσμικής ανοχής σε πρακτικές που μετατρέπουν την εκτέλεση σε μηχανισμό επιβολής, αντί για έσχατο μέσο νόμιμης ικανοποίησης.
Γι’ αυτό και τα αδικήματα που περιγράφονται δεν είναι ιδιωτική υπόθεση. Διώκονται αυτεπαγγέλτως, αφορούν τη λειτουργία της δικαιοσύνης και θέτουν το ερώτημα που κανένα κράτος δικαίου δεν μπορεί να αγνοήσει: Ποιος ελέγχει εκείνους που αποκτούν εξουσία πάνω στην περιουσία των πολιτών χωρίς νόμιμο έρεισμα;
Αυτές οι πρακτικές δεν μπορούν να καλυφθούν πίσω από τη ρητορική της «δικανικής κρίσης». Ο αυτεπάγγελτος έλεγχος των τελών και της ύπαρξης ενεργους απαίτησης δεν είναι διακριτική ευχέρεια. Είναι υποχρέωση. Όταν παραλείπεται, και μάλιστα με τρόπο που οδηγεί σε εκτέλεση αποσβεσμένων απαιτήσεων, τότε η δικαιοσύνη δεν λειτουργεί ως εγγύηση, αλλά ως μηχανισμός επιβολής.
Η υπόθεση που διερευνάται δεν αφορά μόνο έναν πολίτη. Αφορά τη θεσμική αξιοπιστία της δικαιοσύνης και την προστασία του Δημοσίου συμφέροντος. Διότι όταν δίνονται απόγραφα χωρίς να εισπράττονται τα νόμιμα τέλη και όταν εκτελούνται απαιτήσεις που είχαν ήδη αποσβεστεί , τότε το πρόβλημα δεν είναι ατομικό. Είναι συστημικό.
Και όσο τέτοιες “υπόγειες διαδρομές” δεν φωτίζονται, τόσο η εκτέλεση θα προηγείται της νομιμότητας – με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το κράτος δικαίου.
Η Πολιτεία οφείλει να μεριμνήσει άμεσα για τη διερεύνηση και την αντιμετώπιση τέτοιων πρακτικών. Διότι όταν οι θεσμοί σιωπούν, η διαφάνεια επιβάλλεται από μόνη της. Και τότε, η δημόσια συζήτηση παύει να είναι αφηρημένη και αποκτά συγκεκριμένο περιεχόμενο.