Close Menu
    Facebook X (Twitter) Instagram
    Anticorr
    • ANTICORR NEWS
    • ΕΙΔΗΣΕΙΣ
      • ΕΣΩΤΕΡΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ
      • ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ
    • ΠΟΛΙΤΙΚΗ
      • ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ
      • ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΕΘΝΗ
      • ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ
    • ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
      • ΕΝΕΡΓΕΙΑ
      • REAL ESTATE – ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ
      • ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ
    • ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
      • ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΑ ΝΕΑ
      • ΕΝΔΟΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΕΣ ΑΝΤΙΔΙΚΙΕΣ
      • ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΣΕ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
      • ΜΕΤΟΧΕΣ
    • ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ
      • ΔΙΚΑΣΤΙΚΑ ΝΕΑ
      • ΔΙΚΑΣΤΙΚΑ ΠΑΡΑΔΟΞΑ
      • ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ
      • ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΑ ΚΕΝΑ
      • ΚΡΑΤΟΣ ΔΙΚΑΙΟΥ ή ΑΝΑΣΦΑΛΕΙΑ ΔΙΚΑΙΟΥ
    • ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΕΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΙΚΑΣΤΙΚΑ
      • ΑΣΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΔΗΜΟΣΙΟΥ
      • ΣΥΝΗΘΗ ΑΡΘΡΑ [ΑΚ και ΚΠολΔ] – ΕΡΓΑΛΕΙΑ ΠΑΡΑΒΙΑΣΕΩΝ
      • ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΕΣ ΓΙΑ ΕΛΕΓΧΟ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ
      • ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΕΣ ΚΑΤΑ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ
      • ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΕΣ ΚΑΤΑΧΡΗΣΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ
      • ΠΑΡΑΒΙΑΣΕΙΣ ΚΩΔΙΚΑ – (ΠΑΡΑ)ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ
      • ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΕΣ ΓΙΑ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΝΟΜΩΝ
      • SMELL CORR – ΔΗΜΟΣΙΟ
      • ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ
      • ΙΔΙΑΤΕΡΑ ΑΡΘΡΑ ΚΠολΔ (ΚΩΔΙΚΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ)
      • ΙΔΙΑΤΕΡΑ ΑΡΘΡΑ ΑΚ (ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ)
    • ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ
      • ΥΓΕΙΑ
      • ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΑ
      • LIFE STYLE
    Anticorr
    Home»ANTICORR NEWS»Καταγγελία στο Δικαστικό Μέγαρο Καλαμάτας : Απόγραφα χωρίς τέλη, για εκτελέσεις ακόμα και σε απαιτήσεις που είχαν ήδη αποσβεσθεί

    Καταγγελία στο Δικαστικό Μέγαρο Καλαμάτας : Απόγραφα χωρίς τέλη, για εκτελέσεις ακόμα και σε απαιτήσεις που είχαν ήδη αποσβεσθεί

    Ποιος ελέγχει εκείνους που αποκτούν εξουσία πάνω στην περιουσία των πολιτών χωρίς νόμιμο έρεισμα;
    21/12/2025
    Facebook Twitter Pinterest LinkedIn Tumblr Email
    Share
    Facebook Twitter LinkedIn Pinterest Email

    Υπάρχει ένα όριο ανάμεσα στη δικαστική κρίση και στη θεσμική εκτροπή. Όταν αυτό το όριο παραβιάζεται συστηματικά, δεν μιλάμε πια για «δικονομικά λάθη», αλλά για υπόγειες διαδρομές που πλήττουν τόσο τον πολίτη όσο και το ίδιο το Δημόσιο.

    Σε υπόθεση που έχει ήδη τεθεί υπό εισαγγελική διερεύνηση, καταγγέλλεται ότι εκδόθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν απόγραφα χωρίς να έχουν εισπραχθεί τα νόμιμα τέλη, ενώ παράλληλα επικυρώθηκαν διαταγές πληρωμής που αφορούσαν απαιτήσεις ήδη αποσβεσμένες.

    Αντί ο Δικαστής να κοιτάξει την νομιμότητα της εκτέλεσης , κοίταζε το πώς θα ακυρώσει εκχώρηση μη διαδίκου , που με τα στοιχεία που διέθετε εξαιρείτο από τον Νόμο.

    Το αποτέλεσμα ήταν η ενεργοποίηση αναγκαστικής εκτέλεσης και η πρόκληση άμεσης περιουσιακής βλάβης, παρά την ανυπαρξία νόμιμου εκτελεστικού υποβάθρου.

    Σύμφωνα με την καταγγελία , δικηγόρος, επικαλούμενος την αδυναμία του εντολέα του να καταβάλει τα απαιτούμενα τέλη απογράφου και το δικαστικό ένσημο, προχώρησε αρχικά σε κατάσχεση δικαστικών εξόδων, παρά το γεγονός ότι υπήρχαν μεγαλύτερες και αντίθετες δικαστικές δαπάνες σε βάρος του ίδιου του εντολέα του, οι οποίες είχαν ήδη οδηγήσει σε απόσβεση μέσω συμψηφισμού.

    Το ποσό το εισέπραξε αλλά τα χρήματα κρατήθηκαν  και δεν αποδόθηκαν για την καταβολή των νομίμων τελών απογράφου. Παρ’ όλα αυτά, και χωρίς να πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις, του χορηγήθηκε απόγραφο, για να κάνει την δουλειά του ο δικηγόρος , που ήταν να το χρησιμοποιήσει για αναγκαστική εκτέλεση και να εισπράξει αποσβεσμένες απαιτήσεις ! .

    Το πιο ανησυχητικό στοιχείο δεν είναι μόνο η αλληλουχία των ενεργειών, αλλά το γεγονός ότι δεν ελέγχθηκε ποτέ η προφανής μη νομιμότητα του απογράφου. Αντί ο δικαστής να ασκήσει τον αυτεπάγγελτο έλεγχο που επιβάλλεται όταν πρόκειται για τέλη δημόσιας τάξης, δόθηκε το πράσινο φως για την είσπραξη απαιτήσεων που είχαν αποσβεστεί.

    Όταν η μη καταβολή τελών απογράφου παραβλέπεται και όταν η δικαστική κρίση λειτουργεί ως μηχανισμός παράκαμψης της νομιμότητας αντί ως εγγύησή της, τότε δεν μιλάμε για μεμονωμένα δικονομικά σφάλματα. Μιλάμε για θεσμική εκτροπή που πλήττει τον πυρήνα της δικαιοσύνης και ζημιώνει τόσο τον πολίτη όσο και το Δημόσιο .

    Όταν η “επαγγελματική πρακτική” μετατρέπεται σε μεθόδευση

    Συμπεριφορά δικηγόρου που, με ψευδείς παραστάσεις προς δημόσιους υπαλλήλους, επιτυγχάνει την έκδοση απογράφου που δεν θα εκδιδόταν χωρίς την πρόκληση πλάνης, προκειμένου στη συνέχεια να τον χρησιμοποιήσει για αναγκαστική εκτέλεση και δέσμευση περιουσίας, δεν μπορεί να βαφτίζεται «επαγγελματική υπέρβαση». Πρόκειται για κάτι ποιοτικά διαφορετικό και θεσμικά επικίνδυνο.

    Όταν ο εκτελεστός τίτλος αποκτάται όχι επειδή πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις, αλλά επειδή παρακάμπτονται μέσω ανακριβών δηλώσεων και αποσιώπησης κρίσιμων στοιχείων, τότε δεν μιλάμε για λάθος ή αμέλεια. Μιλάμε για σκόπιμη μεθόδευση, με στόχο την απόσπαση ενός εργαλείου εξαναγκασμού που ο αιτών δεν δικαιούται.

    Η χρήση ενός τέτοιου απογράφου ως μέσου πίεσης – με κατασχέσεις, δεσμεύσεις λογαριασμών και οικονομική ασφυξία – συνιστά πρόκληση πραγματικής περιουσιακής βλάβης. Και όταν αυτό γίνεται εν γνώσει της ανυπαρξίας νόμιμης βάσης, τότε η πράξη ξεπερνά κάθε όριο θεμιτής δικηγορικής δράσης.

    Μόνο με πραγματικές, ορατές και αυστηρές συνέπειες μπορεί να ανακοπεί η επανάληψη τέτοιων φαινομένων. Η οριστική απομάκρυνση από το επάγγελμα σε περιπτώσεις υποτροπής δεν στοχεύει σε πρόσωπα· στοχεύει στην προστασία του θεσμού και στη διασφάλιση ότι η δικαιοσύνη δεν θα λειτουργεί ως πεδίο διαπλοκής και ατιμωρησίας.

    Άλλο ανοχή και άλλο συγκάλυψη. 

    Η απάντηση δεν μπορεί να είναι άλλη μία σύσταση, άλλη μία επίπληξη ή άλλη μία σιωπηρή ανοχή. Σε περιπτώσεις όπου δικηγορική συμπεριφορά οδηγεί σε παραπλάνηση δημόσιων αρχών, σε έκδοση πράξεων χωρίς νόμιμες προϋποθέσεις και σε πραγματική περιουσιακή βλάβη πολιτών, η αφαίρεση της άδειας άσκησης του επαγγέλματος δεν είναι υπερβολή. Είναι θεσμική αναγκαιότητα. Όχι ως πράξη εκδίκησης, αλλά ως παραδειγματική κύρωση.

    Όταν η δικηγορική ιδιότητα μετατρέπεται σε εργαλείο πίεσης και μεθόδευσης, πλήττεται ευθέως η απονομή της δικαιοσύνης. Και όταν οι κυρώσεις παραμένουν συμβολικές, το μήνυμα προς τους “συλλειτουργούς” της δικαιοσύνης είναι σαφές: «το ρίσκο αξίζει».

    Αν το σύστημα συνεχίσει να αντιμετωπίζει τέτοιες συμπεριφορές ως «μεμονωμένα περιστατικά», τότε θα συνεχίσει να τις παράγει. Αν, αντίθετα, καταστήσει σαφές ότι η κατάχρηση επαγγελματικής ιδιότητας έχει οριστικό κόστος, τότε – και μόνο τότε – τα φαινόμενα διαπλοκής και διαφθοράς θα αρχίσουν πραγματικά να εκλείπουν.

    Η επιλογή είναι θεσμική και πολιτική μαζί διότι  ή η δικαιοσύνη αυτοκαθαρίζεται ή αφήνεται να απαξιώνεται , διότι όταν  δημιουργούνται συνθήκες υπό τις οποίες συλλειτουργοί “πείθουν” δημόσιους  λειτουργούς να  εκδίδουν , χορηγούν ή αμελώς ανέχονται την μεθόδευση δικηγόρου να προκαλέσει βλάβη τρίτου  χωρίς τις νόμιμες προϋποθέσεις, τότε το  αποτέλεσμα είναι η αλλοίωση της ίδιας της λειτουργίας της δικαιοσύνης.

    Οι πράξεις αυτές, όπως καταγγέλλονται, δεν πλήττουν μόνο τον άμεσα ζημιωθέντα πολίτη. Θίγουν ευθέως το Δημόσιο συμφέρον, υπονομεύουν την εμπιστοσύνη στη δικαστική διαδικασία και εγείρουν ζήτημα θεσμικής ανοχής σε πρακτικές που μετατρέπουν την εκτέλεση σε μηχανισμό επιβολής, αντί για έσχατο μέσο νόμιμης ικανοποίησης.

    Γι’ αυτό και τα αδικήματα που περιγράφονται δεν είναι ιδιωτική υπόθεση. Διώκονται αυτεπαγγέλτως, αφορούν τη λειτουργία της δικαιοσύνης και θέτουν το ερώτημα που κανένα κράτος δικαίου δεν μπορεί να αγνοήσει: Ποιος ελέγχει εκείνους που αποκτούν εξουσία πάνω στην περιουσία των πολιτών χωρίς νόμιμο έρεισμα;

    Η καταγγελία δεν στρέφεται μόνο κατά δικηγορικής πρακτικής. Στρέφεται και κατά δικαστικής λειτουργίας .

    Αντί να ελεγχθεί το προφανές – η μη καταβολή των νομίμων τελών απογράφου, προϋπόθεση δημόσιας τάξης για τη νόμιμη έκδοση και χρήση εκτελεστού τίτλου – το δικαστήριο ακύρωσε εκχώρηση που είχε ήδη επιφέρει απόσβεση της απαίτησης. Και το έπραξε αυτό παραβλέποντας μια θεμελιώδη αρχή του αστικού δικαίου: την αναδρομική ισχύ της δήλωσης συμψηφισμού, όπως αυτή κατοχυρώνεται ρητά στον Αστικό Κώδικα και παγίως στη νομολογία. Η ακύρωση της εκχώρησης δεν έγινε στο πλαίσιο της νόμιμης διαδικασίας που προβλέπει ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας. Δεν είχε ασκηθεί αγωγή αναγνώρισης ανυπαρξίας, όπως ρητά απαιτείται. Δεν είχε τεθεί το ζήτημα με το κατάλληλο ένδικο βοήθημα. Παρ’ όλα αυτά, το δικαστήριο συμπεριφέρθηκε σαν να είχε πλήρη εξουσία διάπλασης, επι πράξης που δεν ήταν διάδικος.

    Σύμφωνα με την καταγγελία αντί να ελεγχθεί η μη καταβολή των νομίμων τελών απογράφου – ζήτημα δημόσιας τάξης, αντικειμενικό και άμεσα επαληθεύσιμο – το δικαστήριο μετέφερε τεχνητά το επίκεντρο  και μετέτρεψε μία έγκυρη εκχώρηση σε δήθεν άκυρη ,  αποβλέποντας να καταργήσει  στην πράξη την αναδρομική ισχύ της δήλωσης συμψηφισμού, όπως αυτή καθιερώνεται ρητά στον Αστικό Κώδικα και παγίως στη νομολογία .

    Η «εξαίρεση του άρθρου 99» που αγνοήθηκε :  Στην υπόθεση που καταγγέλλεται, το δικαστήριο προχώρησε σε ακύρωση εκχώρησης παρά το γεγονός ότι συντρέχει ευθέως η εξαίρεση του άρθρου 99 ν. 4548/2018. Η εκχώρηση αφορούσε πράξη  συναλλαγής, εντός των ποσοτικών ορίων που θέτει ο νόμος, χωρίς να ενεργοποιούνται οι μηχανισμοί ελέγχου και ακύρωσης που προορίζονται αποκλειστικά για συναλλαγές  σύγκρουσης συμφερόντων. Με απλά λόγια: ο νόμος επέβαλλε εξαίρεση, όχι ακύρωση. Κι όμως, η εξαίρεση αγνοήθηκε.

    Αντί να εφαρμοστεί η ρητή πρόβλεψη του άρθρου 99, το δικαστήριο επέλεξε να ανακατασκευάσει την έννομη σχέση, κρίνοντας επί εκχώρησης τρίτου προσώπου που δεν ήταν καν διάδικος, καταργώντας στην πράξη τόσο την αναδρομική ισχύ του συμψηφισμού όσο και το προστατευτικό πλαίσιο του εταιρικού δικαίου. Η κρίση αυτή εκφέρθηκε χωρίς το προσήκον ένδικο βοήθημα, χωρίς δικονομική βάση και καθ’ υπέρβαση των ορίων της δικαιοδοτικής εξουσίας.

    Το αποτέλεσμα δεν ήταν η απονομή δικαιοσύνης, αλλά η εξυπηρέτηση ενός συγκεκριμένου σχεδιασμού: να καταστεί εφικτή η είσπραξη, αποφεύγοντας την καταβολή σημαντικά μεγαλύτερων οφειλών.

    Αυτές οι πρακτικές δεν μπορούν να καλυφθούν πίσω από τη ρητορική της «δικανικής κρίσης». Ο αυτεπάγγελτος έλεγχος των τελών και της ύπαρξης ενεργους απαίτησης δεν είναι διακριτική ευχέρεια. Είναι υποχρέωση. Όταν παραλείπεται, και μάλιστα με τρόπο που οδηγεί σε εκτέλεση αποσβεσμένων απαιτήσεων, τότε η δικαιοσύνη δεν λειτουργεί ως εγγύηση, αλλά ως μηχανισμός επιβολής.

    Η υπόθεση που διερευνάται δεν αφορά μόνο έναν πολίτη. Αφορά τη θεσμική αξιοπιστία της δικαιοσύνης και την προστασία του Δημοσίου συμφέροντος. Διότι όταν δίνονται απόγραφα χωρίς να εισπράττονται τα νόμιμα τέλη και όταν εκτελούνται απαιτήσεις που είχαν ήδη αποσβεστεί , τότε το πρόβλημα δεν είναι ατομικό. Είναι συστημικό.

    Και όσο τέτοιες “υπόγειες διαδρομές” δεν φωτίζονται, τόσο η εκτέλεση θα προηγείται της νομιμότητας – με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το κράτος δικαίου.

    Η Πολιτεία οφείλει να μεριμνήσει άμεσα για τη διερεύνηση και την αντιμετώπιση τέτοιων πρακτικών. Διότι όταν οι θεσμοί σιωπούν, η διαφάνεια επιβάλλεται από μόνη της. Και τότε, η δημόσια συζήτηση παύει να είναι αφηρημένη και αποκτά συγκεκριμένο περιεχόμενο.

    Share. Facebook Twitter Pinterest LinkedIn Email
    falcon
    • Website

    ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

    Αγρυπνία για τον Γ. Μαζωνάκη: Πλήθος κόσμου στην Αγία Τριάδα Νίκαιας- Σε κλειστό κύκλο η ταφή τη Δευτέρα- ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

    13/09/2026

    Καταδίωξη στη Σάμο: Συνελήφθη 24χρονος ως διακινητής – 19 μετανάστες εντοπίστηκαν στη στεριά

    13/09/2026

    Οι επιχειρηματικές ειδήσεις της εβδομάδος

    13/09/2026
    Facebook X (Twitter) Instagram
    ΟΡΟΙ ΧΡΗΣΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΠΟΡΡΗΤΟΥ ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ

    Type above and press Enter to search. Press Esc to cancel.