Η συγκυβέρνηση με τη ΝΔ ο μεγαλύτερος εφιάλτης του ΠΑΣΟΚ
, όσον αφορά το ΠΑΣΟΚ, εξακολουθεί να παραμένει δημοσκοπικά γύρω στη ζώνη του 13%, χωρίς να είναι σε θέση να διεκδικήσει την πρωτιά. Ο πρόεδρός του Νίκος Ανδρουλάκης θεωρεί ότι ο λόγος που το κόμμα παραμένει στάσιμο έχει να κάνει με την ελλιπή στήριξη που του προσφέρουν εσωκομματικοί του ανταγωνιστές του. Παρόλα αυτά επιμένει στον στόχο της νίκης «έστω με μια ψήφο διαφορά».
Στο Συνέδριο δεν προέκυψε κάποια ρήξη ή διάσπαση. Αντιθέτως, το ΠΑΣΟΚ απέδειξε ότι είναι ένας οργανισμός με δομές, με ικανά στελέχη και με ζωντανή εσωτερική αντιπαράθεση. Επιπλέον, υπήρξε συναίνεση ως προς την απόρριψη της κυβερνητικής συμπόρευσης με τη Νέα Δημοκρατία. Ωστόσο ο λογαριασμός για τον Ανδρουλάκη θα έρθει μετά το πέρας των εκλογών, καθώς τότε θα επιβεβαιωθεί η επιτυχία ή η αποτυχία της στρατηγικής που ακολουθεί.
Από εκεί και ύστερα το ζήτημα περί πιθανής συγκυβέρνησης με τη Νέα Δημοκρατία δεν έχει κλείσει. Αν δεν υπάρξει πλειοψηφία για τη Νέα Δημοκρατία το ΠΑΣΟΚ θα δεχτεί πιέσεις να την στηρίξει κοινοβουλευτικά, έστω για ένα βραχυπρόθεσμο χρονικό διάστημα. Σε αυτήν την περίπτωση δεν αποκλείεται να υπάρξουν αποκλίσεις ανάμεσα στους βουλευτές και τα στελέχη. Αρκετοί ανησυχούν ότι μια νέα συμπόρευση με τη δεξιά θα οδηγήσει στη διάλυση του κόμματος, δεδομένης της τραγικής εμπειρίας της συγκυβέρνησης Σαμαρά-Βενιζέλου την περίοδο 2012-2014, αν και τότε υπό διαφορετικές συνθήκες.
Πάντως, όσον αφορά τη δημοσκοπική στασιμότητα, παρά τις πιέσεις, το ΠΑΣΟΚ και ο Νίκος Ανδρουλάκης έχουν καταφέρει να δείξουν μια σταθερότητα, η οποία μπορεί να μην ενθουσιάζει, αλλά δεν είναι καθόλου δεδομένη, ειδικά στην εποχή της εύκολης καταγγελίας, η οποία λειτουργεί ως γνωστόν ευνοϊκά για αντισυστημικά ρεύματα. Το ΠΑΣΟΚ παραμένει το μόνο αντιπολιτευόμενο κόμμα με πρόγραμμα και με καλή κοινοβουλευτική και μιντιακή παρουσία. Ταυτόχρονα η επιβίωσή του δεν στηρίζεται στις διαθέσεις της ηγεσίας του, όπως στα υπόλοιπα μονοπρόσωπα κόμματα που βλέπουμε στη Βουλή.
Αναλυτές υποστηρίζουν ότι το ΠΑΣΟΚ έχει ένα μαξιλάρι δυνητικών ψηφοφόρων που θα μπορούσε να ενισχύσει τα εκλογικά του ποσοστά, σε σχέση με αυτά που αποτυπώνονται στις δημοσκοπήσεις. Το γεγονός όμως ότι η καταλληλότητα του Νίκου Ανδρουλάκη για τη θέση του πρωθυπουργού παραμένει σταθερά σε μονοψήφια αποτελεί πρόβλημα, για το οποίο θα χρειαστεί να βρει απαντήσεις.
Τα όρια της ανανεωτικής προσπάθειας του Τσίπρα
Αυτή η ανθεκτικότητα που παρουσιάζει μέχρι στιγμής το ΠΑΣΟΚ δημιουργεί πρόσθετα ερωτήματα για το πώς θα κινηθεί τελικά ο Αλέξης Τσίπρας, ο οποίος αναμένεται να ανακοινώσει τον δικό του φορέα τον Σεπτέμβριο. Το βιβλίο του η «Ιθάκη» μπορεί να… έσκισε σε εμπορικό επίπεδο, ωστόσο η επιτυχία αυτή δεν σημαίνει ότι θα βρει συνέχεια σε επίπεδο εκλογικής δυναμικής.
Ο Αλέξης Τσίπρας έχει έναν πυρήνα οπαδών που θεωρητικά θα μπορούσαν να τον φέρουν σε θέση να κοντράρει στα ίσα το ΠΑΣΟΚ για τη δεύτερη θέση, όχι όμως τη Νέα Δημοκρατία για την πρώτη. Αρκετοί υποστηρίζουν ότι ο πρώην πρωθυπουργός έχασε το timing για την ίδρυση του νέου φορέα, άλλοι θεωρούν ότι το περιεχόμενο το βιβλίο του του γύρισε εν τέλει μπούμερανγκ, ενώ οι δικοί του κύκλοι διαρρέουν ότι το Μέγαρο Μαξίμου φοβάται την επιστροφή του και αφήνουν αιχμές για το ΠΑΣΟΚ που επιμένει στην αυτόνομη πορεία του.
Υπό αυτό το πρίσμα, η περίπτωση του πρώην πρωθυπουργού είναι αρκετά πιο σύνθετη. Ο ίδιος και η ομάδα του επιχειρούν να τον παρουσιάσουν ως ανανεωμένο και ο ίδιος υποστηρίζει ότι η κοινωνία του ζητά να αναλάβει πρωτοβουλίες.
Ωστόσο μέχρι στιγμής από τις βιβλιοπαρουσιάσεις του, που είχαν περισσότερο τον χαρακτήρα προεκλογικών συγκεντρώσεων, δεν προκύπτει κάποια ιδιαίτερη ανανέωση. Αντιθέτως υπάρχει ένα ζικ-ζακ ως προς στο ύφος που υιοθετεί, τη στιγμή που οι πολιτικές τοποθετήσεις του δεν διαφέρουν ιδιαίτερα από εκείνες της περιόδου 2019-2023. Ως εκ τούτου γεννάται το ερώτημα πώς θα μπορέσει να αναπτύξει μια αξιόλογη εκλογική δυναμική με μια «συνταγή» που είχε ήδη αποτύχει το 2023; Επιπλέον, δηλώσεις για το 2015 του τύπου «έπρεπε να κλείσω τις τράπεζες την επομένη των εκλογών» δεν βοηθούν στην ενίσχυση της αξιοπιστίας του, που είναι ιδιαίτερα σημαντική για προσέλκυση ψηφοφόρων πέρα από τον στενό πυρήνα του ΣΥΡΙΖΑ.
Συνεπώς, δύο είναι βασικές οι προκλήσεις για τον πρώην πρωθυπουργό. Πρώτον, να καταφέρει να απεγκλωβιστεί από τη συζήτηση γύρω από το 2015 και δεύτερον να κατασταλάξει στο ποια γραμμή θα υιοθετήσει ο φορέας του όταν αυτός ιδρυθεί: μια προσέγγιση σοσιαλδημοκρατικού πραγματισμού ή μία πιο αντισυστημική προσέγγιση; Αν δεν πειστεί ο ίδιος για μία από τις δύο κατευθύνσεις δεν θα μπορέσει και να πείσει την κοινωνική πλειοψηφία.
Όσον αφορά τα στελεχιακό ζήτημα που αντιμετωπίζει, θα συμπορευτεί αναγκαστικά με όσους πρόθυμους μαζέψει από τον ΣΥΡΙΖΑ, τη Νέα Αριστερά, από μικρότερους σχηματισμούς, καθώς και με κάποιους παράγοντες της «δεύτερης σειράς» του ΠΑΣΟΚ, που διαφωνούν με την πορεία της Χαριλάου Τρικούπη.
Αρκεί η ενοποίηση του χώρου ώστε να απειληθεί ο Μητσοτάκης;
Με τα σημερινά δεδομένα, δεν υπάρχουν ρεαλιστικές προϋποθέσεις για σύγκλιση των προοδευτικών δυνάμεων σε ένα ενιαίο ισχυρό πόλο, καθώς το ΠΑΣΟΚ και οι περισσότερες τάσεις του επιμένουν στην αυτόνομη πορεία. Αρκετοί θεωρούν πώς αυτή η πραγματικότητα διαιωνίζει την πρωθυπουργία του Κυριάκου Μητσοτάκη. Η κατάσταση είναι όμως πιο περίπλοκη. Χρειάζεται ένα σχέδιο για το ποια είναι η προοδευτική απάντηση στις προκλήσεις της σύγχρονης εποχής, ένα όραμα για το μέλλον της χώρας και της Ευρώπης και ένα μήνυμα προς τους πολίτες για το ποιος είναι ο δικός τους ρόλος σε αυτό. Αντιμητσοτακικές κορώνες και μηνύματα μεσσιανισμού δεν αρκούν από μόνα τους. Για την ακρίβεια, επιβεβαιώνουν το στρατηγικό αδιέξοδο του προοδευτικού χώρου, απομακρύνοντάς τον από την δική του «Ανάσταση».