Αυτά τονίζει, μεταξύ πολλών άλλων, στο Reporter.gr το μέλος του Πολιτικού Συμβουλίου του ΠΑΣΟΚ και στενός συνεργάτης του προέδρου Νίκου Ανδρουλάκη, Θανάσης Γλαβίνας, σε μια εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη για τα διακυβεύματα και τα στοιχήματα που έχει μπροστά του το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, τις πολιτικές εξελίξεις, τα νέα πολιτικά εγχειρήματα, την οικονομία και την καθημερινότητα των πολιτών, την Συνταγματική Αναθεώρηση, καθώς και για τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν η Θεσσαλονίκη και η Βόρεια Ελλάδα.
Στη συνάντησή μας, πάντως, τα βλέμματα έκλεψε ο… Μάκης, το ζωηρό ημίαιμο κοκόνι που υιοθέτησε πρόσφατα ο κ. Γλαβίνας και δεν σταμάτησε στιγμή να διεκδικεί τον πρωταγωνιστικό ρόλο.
Ακολουθεί η συνέντευξη του Θανάση Γλαβίνα στο «R»:
– Συμπληρώθηκαν 30 χρόνια από τον θάνατο του Ανδρέα Παπανδρέου. Θεωρείτε ότι το ΠΑΣΟΚ παραμένει ο κύριος πολιτικός φορέας της παρακαταθήκης του;
«Η ημέρα του θανάτου του Ανδρέα Παπανδρέου αποτελεί μία πολύ σημαντική ημέρα. Νομίζω ότι δεν υπάρχει αμφιβολία πως πρόκειται, με διαφορά, για τον πιο επιδραστικό πολιτικό της σύγχρονης Ελλάδας, καθώς καθόρισε με πολύ ουσιαστικό τρόπο την πορεία της χώρας από τη Μεταπολίτευση και μετά. Είναι ο πλέον αγαπητός πολιτικός αρχηγός. Άλλαξε τη μοίρα της χώρας και έφερε μια πραγματική κοινωνική επανάσταση. Το μισό της χώρας, που ένιωθε αποκλεισμένο, βγήκε στην επιφάνεια. Προχώρησε σε εκατοντάδες μεταρρυθμίσεις, άλλαξε τη μοίρα εκατομμυρίων ανθρώπων και αγαπήθηκε όσο κανείς.
Ο Ανδρέας έφτιαξε το ΠΑΣΟΚ, το μεγάλωσε και είμαι σίγουρος ότι και σήμερα θα ήταν στο ΠΑΣΟΚ, παρότι κάποιοι προσπαθούν εύκολα να τον καπηλευτούν ή να θεωρήσουν ότι αυτοί είναι οι συνεχιστές του. Νομίζω ότι ο Ανδρέας ήταν ένας πολιτικός πάντα της εποχής του. Ήξερε προς τα πού κινείται η εποχή, ήξερε να παίρνει και δύσκολες αποφάσεις. Η πολιτική του σταδιοδρομία και η ιστορία το απέδειξαν. Τον τιμούμε, τον θυμόμαστε και φυσικά, μπροστά σε αυτό το ιστορικό του μεγαλείο, η νεότερη γενιά του ΠΑΣΟΚ θέλει να εμπνέεται από αυτόν. Προσπαθούμε και σήμερα να συνεχίσουμε στα βήματά του και είμαστε πολύ περήφανοι για όσα έκανε ο Ανδρέας».
– Ας περάσουμε στα νέα πολιτικά εγχειρήματα του Αλέξη Τσίπρα και της Μαρίας Καρυστιανού. Πώς επηρεάζουν το ΠΑΣΟΚ και παραμένει εφικτός ο στόχος της πρώτης θέσης στις εκλογές, σε ένα περιβάλλον αυξημένης εσωστρέφειας;
«Για να συνεχίσουμε την προηγούμενη κουβέντα, ο Ανδρέας ίδρυσε ένα κόμμα που υπηρετούσε τις ανάγκες της κοινωνίας. Μπορεί ο ίδιος να είχε την πρωτοβουλία, αλλά μαζί του συντάχθηκαν χιλιάδες άνθρωποι από την Ελλάδα και τον υπόλοιπο κόσμο που επιζητούσαν την πολιτική αλλαγή. Η πολιτική αλλαγή δεν συντελέστηκε ως αποτέλεσμα συγκυρίας, ούτε ως αποτέλεσμα οικονομικών συμφερόντων που προωθούν σημερινά κόμματα, ούτε βασίστηκε στο συναίσθημα ή στα κριτήρια που επιλέγουν άλλα κόμματα που ιδρύονται σήμερα.
Τα κόμματα που προαναφέρατε είναι, κατά την άποψή μου, νεοπαγή και προσωποποιημένα. Η ύπαρξή τους βασίζεται μόνο στην παρουσία του εκάστοτε επικεφαλής. Με σεβασμό στην παρουσία τους – και θα μας κρίνει όλους ο ελληνικός λαός στις εκλογές – δεν νομίζω ότι υπηρετούν πραγματικές κοινωνικές ανάγκες, αλλά τη συγκυρία. Το ΠΑΣΟΚ, από την άλλη, δεν είναι κόμμα της συγκυρίας. Είναι ένας διαχρονικός, ιστορικός και παραδοσιακός πολιτικός φορέας, που ήξερε σε κάθε πολιτική συγκυρία να παίρνει τη σωστή στάση για την πατρίδα και τον λαό.
Από εκεί και πέρα, κάθε κόμμα που θέλει να λέγεται κυβερνητικό και δεν θέλει απλώς να δικαιολογεί την ύπαρξή του με την παρουσία κάποιων βουλευτών, αλλά να πείσει ότι οι ιδέες και οι πολιτικές του μπορούν να βελτιώσουν τις ζωές των ανθρώπων, έχει ως στόχο να κερδίσει. Γι’ αυτό σωστά θέτουμε ως στόχο την πολιτική αλλαγή και την πρώτη θέση και είμαι αισιόδοξος ότι θα έχουμε ένα πολύ καλό αποτέλεσμα όταν γίνουν οι εκλογές».
– Στον εκλογικό χάρτη βλέπουμε ότι το ΠΑΣΟΚ διατηρεί ισχυρά ερείσματα στην περιφέρεια. Στην Αττική, ωστόσο, το πρόβλημα παραμένει τα τελευταία χρόνια. Μπορεί το ΠΑΣΟΚ να ανατρέψει τα δεδομένα στην Αττική, τη Θεσσαλονίκη και γενικότερα στα μεγάλα αστικά κέντρα, σε συνθήκες αυξημένου ανταγωνισμού;
«Το μνημόνιο και η οικονομική κρίση άλλαξαν τη ζωή πολλών ανθρώπων. Το ΠΑΣΟΚ κλήθηκε να πάρει δύσκολες αποφάσεις χωρίς να έχει την ευθύνη. Στα αστικά κέντρα οι συνέπειες αυτών των πολιτικών ήταν ασφαλώς πιο σκληρές. Αναλάβαμε το πολιτικό κόστος και γι’ αυτό, μετά την κρίση, το ΠΑΣΟΚ δυσκολεύεται περισσότερο να επανέλθει στα αστικά κέντρα. Στην περιφέρεια, από την άλλη, οι συνέπειες ήταν λιγότερο επώδυνες και, επειδή η προσωπική επαφή και η λειτουργία των στελεχών μας κατάφεραν να παραμείνουν συμπαγείς, διατηρούμε πολύ σημαντική δυναμική.
Στην Αττική η κατάσταση είναι πράγματι πιο απαιτητική. Γι’ αυτό ξεκινήσαμε μια προσπάθεια με παρουσία σε λαϊκές αγορές, καταστήματα και χώρους εργασίας, ώστε να μπορέσουμε να προσεγγίσουμε και ένα κοινό με το οποίο είναι δύσκολο να υπάρχει προσωπική επαφή. Θέλουμε να διευρύνουμε το δίκτυο προσωπικών επαφών και να απευθυνθούμε σε ένα σημαντικό κομμάτι του κόσμου που ακόμη αναζητά προτάσεις και λύσεις. Πολλοί βρίσκονται στη ζώνη των αναποφάσιστων, στη ζώνη του «θέλω να ακούσω προτάσεις για τη βελτίωση της καθημερινότητάς μου».
Το ΠΑΣΟΚ έχει αυτή την πρόταση έτοιμη. Την παρουσίασε ο Νίκος Ανδρουλάκης στην περσινή ΔΕΘ. Διαθέτει το στελεχιακό δυναμικό, την πολιτική κουλτούρα, την ιστορική μνήμη και το προγραμματικό πλαίσιο που το καθιστούν ένα κόμμα έτοιμο να κυβερνήσει αύριο. Δεν υπάρχει αντίστοιχο κόμμα απέναντι στη Νέα Δημοκρατία, της οποίας η αποτυχία είναι δεδομένη, όπως και η διαφθορά και η ανεπάρκειά της.
Η χώρα χρειάζεται πολιτική αλλαγή και αυτήν μπορεί να τη φέρει το ΠΑΣΟΚ».
Προσόν μας είναι η πολιτική μας αυτονομία και ελευθερία. Δεν έχουμε τα ΜΜΕ στο πλευρό μας, δεν είμαστε δεμένοι σε κάποιο ολιγαρχικό άρμα. Δεν περιμένουμε τη στήριξη μεγάλων οικονομικών συμφερόντων. Κι αυτό είναι ένα πολύ σημαντικό προσόν στην πολιτική σήμερα».
– Ας συνεχίσουμε με τα θέματα της καθημερινότητας. Το ΠΑΣΟΚ αναδεικνύει το ζήτημα της ακρίβειας και ασκεί έντονη κριτική στην κυβερνητική οικονομική πολιτική. Σε ποια σημεία εντοπίζετε τις βασικές διαφωνίες σας και ποιες είναι οι προτάσεις που καταθέτετε;
«Χαιρόμαστε πολύ που η συζήτηση έχει περάσει στα προγραμματικά ζητήματα και ιδιαίτερα στην οικονομία. Αυτό είναι το βασικό κριτήριο με το οποίο οι περισσότεροι πολίτες αποφασίζουν ποια κυβέρνηση θέλουν.
Σε αυτό το πεδίο έχουμε κάνει μια πολύ συγκεκριμένη επεξεργασία ήδη από την αρχή της θητείας του προέδρου Ανδρουλάκη, με επίκεντρο το στεγαστικό και το δημογραφικό ζήτημα. Έχουμε καταθέσει μια ολοκληρωμένη πρόταση για το πώς θα αυξηθεί η προσφορά διαθέσιμων κατοικιών, είτε μέσα από την αξιοποίηση και επαναχρησιμοποίηση κλειστών διαμερισμάτων, μέσω ανακαινίσεων και φορολογικών κινήτρων, είτε μέσα από τον περιορισμό του Airbnb και της Χρυσής Βίζας. Ειδικά για τη Χρυσή Βίζα, προτείνουμε τα συγκεκριμένα ακίνητα να κατευθύνονται υποχρεωτικά στην ιδιοκατοίκηση και όχι στη βραχυχρόνια μίσθωση.
Προτείνουμε επίσης πρόγραμμα κοινωνικής κατοικίας, ώστε να αυξηθεί η προσφορά και να αποκλιμακωθούν τα ενοίκια.
Όσον αφορά την καθημερινότητα, μιλάμε για έναν ανένδοτο αγώνα κατά της ακρίβειας. Το μείζον ζήτημα είναι η πολιτική βούληση, την οποία δεν διαθέτει ο πρωθυπουργός. Έχετε δει να καλεί τους εκπροσώπους των σούπερ μάρκετ, των διυλιστηρίων και των τραπεζών και να τους ζητά να συμβάλουν άμεσα, επιστρέφοντας ένα κοινωνικό μέρισμα από τα κέρδη τους, ώστε να μπορέσει η κοινωνία να ορθοποδήσει; Και ειδικά το πιο ευάλωτο κομμάτι της, στο οποίο πλέον συμπεριλαμβάνεται και η μεσαία τάξη, να αποκτήσει μια πιο βιώσιμη καθημερινότητα;
Δεν έχουμε δει κάτι προς αυτή την κατεύθυνση. Αντιθέτως, επτά χρόνια μετά, η κυβέρνηση παρουσιάζει πλατφόρμες τύπου «posokanei». Καλή η πρόθεση και χρήσιμη η σύγκριση τιμών, αλλά αυτά έπρεπε να είχαν γίνει από την πρώτη στιγμή και σε καμία περίπτωση δεν ενισχύουν το εισόδημα των καταναλωτών.
Δίνουμε επίσης ιδιαίτερη σημασία στη μείωση του ΦΠΑ, η οποία παραμένει στο τραπέζι. Η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι μειώνει τους φόρους, αλλά το βασικό της έσοδο εξακολουθεί να προέρχεται από την έμμεση φορολογία».
– Ποιες είναι οι βασικές προτεραιότητες του ΠΑΣΟΚ για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας και ποιο είναι το αναπτυξιακό μοντέλο που προτείνετε για την επόμενη ημέρα;
«Ο πρόεδρος Νίκος Ανδρουλάκης πραγματοποίησε πριν από λίγες ημέρες μια πολύ σημαντική ομιλία στον ΣΕΒ, όπου μίλησε για το νέο οικονομικό μοντέλο που χρειάζεται η χώρα. Υπενθυμίζω ότι το έλλειμμα στο ισοζύγιο παραμένει ακόμη πολύ υψηλό. Γι’ αυτό πρέπει να ενισχύσουμε την παραγωγική βάση της χώρας και τη βιομηχανική ανάπτυξη.
Πρέπει επίσης να μιλήσουμε για την αγροδιατροφική μεταποίηση και για το πώς θα προωθήσουμε καλύτερα τα προϊόντα μας. Το έχουμε ξαναπεί: η μονοκαλλιέργεια του τουρισμού και του real estate δεν μπορεί να πάει τη χώρα μπροστά.
Χάθηκε επίσης μια τεράστια ευκαιρία με το Ταμείο Ανάκαμψης. Η χώρα μπορούσε να επενδύσει σε υποδομές και να δημιουργήσει μια ισχυρή βάση για τα επόμενα 30 χρόνια. Θα μπορούσε να έχει ένα διαφορετικό μέλλον.
Εμείς ζητούμε ουσιαστική στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, οι οποίες αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας. Προτείνουμε ρύθμιση 120 δόσεων για ανοιχτές οφειλές και διευκόλυνση της πρόσβασης σε δανεισμό. Αυτά έπρεπε να βρίσκονται στον πυρήνα του προγράμματος του Ταμείου Ανάκαμψης και όχι να μετατρέπονται σε πεδίο εκμετάλλευσης για λίγους.
Υπάρχει ένα διαφορετικό μοντέλο για τη χώρα, το οποίο είναι ρεαλιστικό και εφαρμόζεται ήδη σε άλλες χώρες.
Αν δημιουργήσουμε ένα πλαίσιο αντιμετώπισης των προκλήσεων που αφορούν τα ενοίκια, την ακρίβεια και την ουσιαστική ενίσχυση των παραγωγικών δυνάμεων της χώρας και το συνδυάσουμε με την ανάγκη ανασυγκρότησης του θεσμικού συστήματος και ενίσχυσης της αξιοπιστίας των θεσμών – ένα μείζον ζήτημα που είχε θέσει και η Νέα Δημοκρατία επί ΣΥΡΙΖΑ, αλλά στη συνέχεια το άφησε στην άκρη – τότε μπορούμε να διασφαλίσουμε μια καλύτερη διακυβέρνηση»
– Συνταγματική Αναθεώρηση: ποιες είναι οι βασικές προτεραιότητες του ΠΑΣΟΚ και υπό ποιες προϋποθέσεις θα μπορούσε να στηρίξει κυβερνητικές πρωτοβουλίες;
«Εδώ υπάρχει μια τεράστια προπαγάνδα εκ μέρους της κυβέρνησης. Βρισκόμαστε, όπως γνωρίζετε, στην προτείνουσα Βουλή. Δηλαδή συζητάμε ποια άρθρα θα αναθεωρηθούν. Το περιεχόμενο των αλλαγών θα το καθορίσει η επόμενη Βουλή, την οποία δεν μπορούμε να δεσμεύσουμε από τώρα.
Εμείς, λοιπόν, δεν έχουμε καμία εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση, όπως η ίδια έχει αποδείξει και σε προηγούμενα ζητήματα. Ας θυμηθούμε την περίπτωση του Προέδρου της Δημοκρατίας. Η κυβέρνηση δεσμεύτηκε για μια συναινετική λύση και τελικά, στην τέταρτη ψηφοφορία, προχώρησε σε μια καθαρά μονοκομματική επιλογή, αξιοποιώντας τις 151 ψήφους της κοινοβουλευτικής της πλειοψηφίας. Αντί ο πρωθυπουργός να αναζητήσει ένα πρόσωπο με συναινετικά χαρακτηριστικά, επέλεξε έναν βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας, ο οποίος εξελέγη αποκλειστικά με τις ψήφους της Νέας Δημοκρατίας.
Ως εκ τούτου, δεν τους εμπιστευόμαστε. Εμείς θα συζητήσουμε τα πάντα και θα τοποθετηθούμε αναλόγως.
Στην επόμενη Βουλή, όπου ο ελληνικός λαός θα έχει αξιολογήσει τις προτάσεις των κομμάτων για το Σύνταγμα, θα στηρίξουμε τις όποιες αναθεωρητικές διατάξεις μόνο με την προϋπόθεση των 180 ψήφων, όπως άλλωστε ήταν και η δική μας πρόταση. Προτείνουμε επίσης το όριο των 180 ψήφων να ισχύει μόνο στη δεύτερη Βουλή, μέσα από την αναθεώρηση του σχετικού άρθρου, ώστε να αποφύγουμε την εικόνα μονοκομματικών αποφάσεων που εξυπηρετούν μικροπολιτικές σκοπιμότητες.
Θέλω ακόμη να σχολιάσω το εξής: μου κάνει πολύ μεγάλη εντύπωση το γεγονός ότι ο ίδιος ο πρωθυπουργός επιχειρεί να πείσει ένα δήθεν κεντρώο ακροατήριο πως το ΠΑΣΟΚ δεν θα ψηφίσει τις προτάσεις του. Επαναλαμβάνω ότι το ΠΑΣΟΚ θα ψηφίσει εκεί όπου πραγματικά έχει σημασία, δηλαδή στην αναθεωρητική Βουλή, γιατί εκεί καθορίζεται το περιεχόμενο των άρθρων.
Σε αυτό το πεδίο έχουμε επιδείξει θεσμική συνέπεια. Έχουμε καταθέσει έναν πλήρη κατάλογο προτάσεων, στον οποίο προσδιορίζουμε με σαφήνεια ποια άρθρα πρέπει να αναθεωρηθούν και προς ποια κατεύθυνση.
Η κυβέρνηση, από την άλλη πλευρά, αοριστολογεί και έχει κάνει μια ιδιαίτερα πρόχειρη δουλειά. Αν ο κ. Μητσοτάκης ενδιαφερόταν πραγματικά για τη Συνταγματική Αναθεώρηση, δεν θα την έφερνε σήμερα ως προεκλογικό θέμα, αλλά θα είχε κινήσει τη διαδικασία ήδη από τον Νοέμβριο του 2024, όταν υπήρχε η σχετική δυνατότητα. Μέσα σε έναν χρόνο, και μακριά από προεκλογικές αντιπαραθέσεις, θα μπορούσε να την είχε ολοκληρώσει.
Τώρα προχωρά σε μια διαδικασία της τελευταίας στιγμής, γιατί το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι το πώς θα επηρεαστεί το εκλογικό σώμα, ακόμη και μέσω της εργαλειοποίησης θεσμών όπως η Συνταγματική Αναθεώρηση. Αυτό από μόνο του αποκαλύπτει την αντίληψή τους για το Σύνταγμα και τη λειτουργία των θεσμών».
– Ας εστιάσουμε λίγο παραπάνω στη Βόρεια Ελλάδα, την οποία και γνωρίζετε καλά μιας και κατάγεστε από εκεί και ήσασταν υποψήφιος στη Β΄ Θεσσαλονίκης στις προηγούμενες εκλογές. Ποιες προκλήσεις αντιμετωπίζει η περιοχή και πώς μπορεί το ΠΑΣΟΚ να ενισχύσει τη δυναμική του σε αυτή τη γεωγραφική «ζώνη»;
«Το ΠΑΣΟΚ καταγράφει καλές επιδόσεις σε αρκετές περιοχές της Βόρειας Ελλάδας, όπως για παράδειγμα στο Κιλκίς, τη Χαλκιδική και τη Δράμα. Έχει αποδειχθεί ότι όπου το ΠΑΣΟΚ οργανώνεται σωστά και διαθέτει ικανά στελέχη, μπορεί να πετυχαίνει καλά αποτελέσματα.
Στη Θεσσαλονίκη, αλλά και σε ορισμένες ακόμη περιοχές, οι προκλήσεις είναι μεγαλύτερες.
Πρόκειται για μια ιδιαίτερη περιοχή, με αρκετά προβλήματα, η οποία, παρά το μέγεθος και τα ποιοτικά της χαρακτηριστικά, έχει μείνει πίσω σε επίπεδο υποδομών. Ο ανταγωνισμός της με την Αθήνα συχνά την αδικεί και την υποβαθμίζει. Ας μην κρυβόμαστε: δεν κατάφερε να εξελιχθεί στο κέντρο των Βαλκανίων.
Υπήρξε έλλειψη μακροπρόθεσμου σχεδιασμού, ώστε να μετατραπεί σε μια πραγματική οικονομική δύναμη, όπου θα συγκεντρώνονταν η βιομηχανία, ο τουρισμός, ο πολιτισμός και το πνευματικό κεφάλαιο. Αυτό δεν συνέβη και η περιοχή έμεινε πίσω.
Χρειάζεται πολλή δουλειά από τη βάση. Πρέπει να προσελκύσουμε ξανά στη Θεσσαλονίκη ανθρώπινο δυναμικό που έχει χάσει η πόλη. Γίνεται μια προσπάθεια επαναφοράς, αλλά οι καλύτεροι μισθοί και οι περισσότερες επαγγελματικές ευκαιρίες της Αθήνας εξακολουθούν να της στερούν σημαντικό μέρος του ανθρώπινου δυναμικού της.
Πρέπει να δώσουμε κίνητρα στους νέους να μείνουν εκεί, να δημιουργήσουν οικογένειες, να φέρουν τις ιδέες, τη δημιουργικότητα και τη δυναμική τους και να συμβάλουν στην αλλαγή της πορείας ολόκληρης της περιοχής. Πάνω σε αυτή τη βάση μπορούν να αναπτυχθούν ομόκεντροι κύκλοι ανάπτυξης με έμφαση στη βιομηχανία, τον τουρισμό, τον πρωτογενή τομέα και την ενέργεια.
Ειδικά στον ενεργειακό τομέα, η περιοχή διαθέτει τις προϋποθέσεις να εξελιχθεί σε έναν σημαντικό κόμβο για τη Νοτιοανατολική Ευρώπη».
– Σε τι αποδίδετε τη δυναμική που εμφανίζουν υπερσυντηρητικά κόμματα στη Βόρεια Ελλάδα;
«Τη συνδέω με το γεγονός ότι πολλοί άνθρωποι απογοητεύτηκαν από τα παραδοσιακά κόμματα, τα οποία δεν κατάφεραν να τους προσφέρουν τα αποτελέσματα και τις προοπτικές που ενδεχομένως θα μπορούσαν να είχαν σε άλλες περιοχές της χώρας, όπως η Αθήνα.
Δεν πρέπει να αδικούμε αυτούς τους ανθρώπους. Όλοι επιθυμούν μια καλύτερη ζωή και περισσότερες ευκαιρίες. Αυτή η προοπτική, όμως, χάθηκε σε σημαντικό βαθμό για την περιοχή τα τελευταία χρόνια. Αυτό οδήγησε αρκετούς πολίτες στην αγκαλιά λαϊκιστικών κομμάτων, τα οποία υπόσχονται πολλά, αλλά στην πράξη δεν μπορούν να προσφέρουν λύσεις, γιατί δεν ενδιαφέρονται πραγματικά να κυβερνήσουν.
Θέλω, πάντως, να διευκρινίσω ότι, παρά τη δυναμική αυτών των πολιτικών σχηματισμών, η Βόρεια Ελλάδα δεν είναι μια ακροδεξιά περιοχή. Θα έλεγα, μάλιστα, ακριβώς το αντίθετο.
Από εκεί και ύστερα, χρειάζεται πολλή δουλειά στη βάση για να πείσουμε τους πολίτες ότι το ΠΑΣΟΚ και γενικότερα η προοδευτική παράταξη διαθέτει συγκεκριμένες προτάσεις. Σε αντίθεση με κόμματα όπως του κ. Βελόπουλου ή της κυρίας Καρυστιανού, τα οποία υπόσχονται εύκολες λύσεις χωρίς να διαθέτουν ολοκληρωμένο σχέδιο. Ψαρεύουν σε θολά νερά.
Δική μας δουλειά στο ΠΑΣΟΚ είναι να πείσουμε τους πολίτες πάνω σε μια ρεαλιστική και προγραμματική βάση, χωρίς λαϊκισμό, με μια πολιτική που δεν περιορίζεται στο «όχι», αλλά καταθέτει συγκεκριμένες προτάσεις για το μέλλον της χώρας και ιδιαίτερα για τη Βόρεια Ελλάδα.
Νομίζω ότι σε αυτό το πεδίο το ΠΑΣΟΚ έχει να επιδείξει και έργο και προτάσεις και πιστεύω ότι, με σκληρή δουλειά, μπορεί να τα καταφέρει».