Νέα «καμπάνα» ύψους 110.000 ευρώ ήρθε από την Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων η οποία εξέτασε δύο καταγγελίες από τον ίδιο πολίτη έναντι εταιρείας- παρόχου ηλεκτρικής ενέργειας και τράπεζας.
Όπως προέκυψε η εταιρεία παροχής ηλεκτρικής ενέργειας αγνόησε τη βούλησή του για τον τρόπο πληρωμής των λογαριασμών και μάλιστα επί σχεδόν ένα έτος δεν του παρείχε πλήρεις πληροφορίες και απαντήσεις, ενώ η τράπεζα αδράνησε στην εξέταση των στοιχείων και στην ανταπόκριση προς τον πολίτη. Ως αποτέλεσμα η Αρχή αποφάσισε την επιβολή προστίμου 100.000 ευρώ στην εταιρεία παροχής ηλεκτρικής ενέργειας και 10.000 ευρώ στην τράπεζα.
Η περιπέτεια του καταγγέλλοντος ξεκίνησε όταν σύναψε στις 27/5/2020 τηλεφωνικά σύμβαση ηλεκτρικής ενέργειας με συγκεκριμένη εταιρεία για τρεις παροχές. Κατά τη διάρκεια της κλήσης ο καταγγέλλων δήλωσε τον αριθμό του τραπεζικού λογαριασμού του (ΙΒΑΝ) με σκοπό τη χρήση του για την εξόφληση τουλάχιστον μίας παροχής μέσω πάγιας εντολής.
Στις 4/6/2020 σε νεότερη τηλεφωνική επικοινωνία του καταγγέλλοντος με την ίδια εταιρεία, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι δεν επιθυμεί να εξοφλούνται μέσω πάγιας εντολής οι δύο άλλες παροχές, ενώ όταν τού εστάλησαν τα σχετικά συμβατικά έντυπα προς υπογραφή, ο καταγγέλλων υπέγραψε μόνο το ένα εκ των τριών εντύπων πάγιας εντολής.
Όταν δε ο καταγγέλλων διαπίστωσε ότι μέσω πάγιας εντολής εξοφλούνταν και οι τρεις παροχές ηλεκτρικής ενέργειας, απευθύνθηκε στις 13/8/2020 προς την εταιρεία προκειμένου να διαμαρτυρηθεί σχετικά.
Σοβαρές ευθύνες της εταιρείας διέκρινε η Αρχή
Σύμφωνα με την Αρχή, κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών (Ιούνιος – Αύγουστος 2020), όταν ο καταγγέλλων αμφισβήτησε για πρώτη φορά προς την εταιρεία το περιεχόμενο της από 27/5/2020 τηλεφωνικής κλήσης του με την εκτελούσα την επεξεργασία, η κλήση ήταν διαθέσιμη.
«Συνεπώς κατά τον χρόνο αυτό η εταιρεία όφειλε και μπορούσε να αποκτήσει πρωτογενώς πρόσβαση στο περιεχόμενο της εν λόγω κλήσης προκειμένου να διαπιστώσει το περιεχόμενό της και να απαντήσει στον καταγγέλλοντα με πλήρη επίγνωση αυτού και όχι απλώς «στηριζόμενη στον έλεγχο» της εκτελούσας την επεξεργασία εταιρείας. Άλλωστε, με την από 2/9/2020 απάντησή της προς τον καταγγέλλοντα, η εταιρεία αναφέρθηκε στα πραγματικά περιστατικά, όχι ως «ισχυρισμούς του εξουσιοδοτημένου συνεργάτη» αλλά ως διαπιστωμένα γεγονότα, για τα οποία μάλιστα ανέλαβε την ευθύνη και απολογήθηκε στον καταγγέλλοντα για την αναστάτωση που του προκλήθηκε: «Εν συνεχεία, ενημερώσατε τον εξουσιοδοτημένο συνεργάτη πωλήσεων, ότι επιθυμείτε την ενεργοποίηση Πάγιας Εντολής μόνο για την εξόφληση των λογαριασμών της παροχής με αριθμό…. Ωστόσο, εκ παραδρομής ο εξουσιοδοτημένος συνεργάτης δεν προχώρησε στις απαραίτητες ενέργειες. Ζητούμε συγγνώμη για την ταλαιπωρία και την αναστάτωση που σας προκλήθηκε», αναφέρει η απόφαση της Αρχής.
Σημειώνει δε ότι η εταιρεία δεν προσκόμισε οποιοδήποτε στοιχείο προς τεκμηρίωση της επικοινωνίας της με την ως άνω εκτελούσα την επεξεργασία, αναφορικά με τη διερεύνηση των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης, ούτε προκύπτει ότι έλεγξε τυχόν μη συμμόρφωση της εκτελούσας την επεξεργασία με τις οδηγίες της, ως υπευθύνου επεξεργασίας.
Προστίθεται πως σύμφωνα με το από 20/3/2026 υπόμνημα της εταιρείας, όταν εστάλησαν στον καταγγέλλοντα τα έγγραφα επιβεβαίωσης και τα συμβατικά έντυπα, ο καταγγέλλων υπέγραψε μόνο το ένα από τα τρία έντυπα πάγιας εντολής.
Και η Αρχή τονίζει: «Ο ισχυρισμός της ΖΕΝΙΘ ότι «η μη υπογραφή των λοιπών δύο δεν συνοδεύτηκε από καμία ρητή, σαφή και ειδική δήλωση ανάκλησης της ήδη εκδηλωθείσας πρόθεσης ενεργοποίησης» είναι προδήλως αβάσιμος, καθώς όπως αναφέρεται η υπογραφή των εντύπων τεκμηριώνει τη συγκατάθεση του πελάτη και δεν αποτελεί απλώς «τυπική διαδικασία» αλλά ουσιαστική προϋπόθεση για την έγκυρη ενεργοποίηση των πάγιων εντολών εκ μέρους του, ιδίως στην υπό κρίση περίπτωση στην οποία δεν διατηρείται πλέον ούτε η ηχογραφημένη τηλεφωνική κλήση της 27/5/2020. Βάσει των ανωτέρω προκύπτει ότι η εταιρεία ήδη από τις 2/9/2020 τελούσε σε γνώση του ότι η καταχώρηση παγίων εντολών για την εξόφληση των δύο εκ των τριών παροχών του καταγγέλλοντος είχε λάβει χώρα εκ παραδρομής και δεν ανταποκρινόταν στην πραγματική βούλησή του».
Οι ισχυρισμοί της Τράπεζας
Σε απάντηση του από 16/2/2023 αιτήματος πρόσβασης που άσκησε ο καταγγέλλων ζητώντας πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο ενεργοποίησης των πάγιων εντολών και τη χορήγηση κάθε σχετικού εγγράφου, η Τράπεζα έδωσε την απάντηση ότι «τελεί ως μεσολαβητής για την καταβολή των πληρωμών, διατηρώντας διεκπεραιωτικό ρόλο στη διαδικασία» και δεν του χορήγησε καμία πληροφορία και κανένα έγγραφο.
Στη συνέχεια και ενώπιον της Αρχής η Τράπεζα ισχυρίστηκε ότι ο λόγος για τον οποίο δεν ανταποκρίθηκε στο αίτημα πρόσβασης του καταγγέλλοντος ήταν το γεγονός ότι δεν λαμβάνει και δεν τηρεί τις έγγραφες εντολές πάγιας πληρωμής, συνεπώς δεν είχε στη διάθεσή της τα έγγραφα που ζητούσε ο καταγγέλλων.
Ωστόσο, η Τράπεζα αποτελεί αυτοτελώς υπεύθυνο επεξεργασίας όσον αφορά την επεξεργασία δεδομένων που πραγματοποιείται στο πλαίσιο επίτευξης του σκοπού της εκτέλεσης τραπεζικής δραστηριότητας, μεταξύ των οποίων και η εκτέλεση πληρωμών άμεσης χρέωσης βάσει του σχετικού κανονιστικού πλαισίου. Το γεγονός ότι η ίδια λαμβάνει μόνο τυποποιημένα ηλεκτρονικά στοιχεία μέσω του συστήματος ΔΙΑΣ, βάσει των οποίων εκτελεί τις χρεώσεις και δεν διατηρεί αντίγραφα των πρωτογενών εντολών, δεν αλλάζει τη διαπίστωση περί του ρόλου της ως υπευθύνου επεξεργασίας, καθώς της διαβιβάζονται, όπως ανέφερε, περιορισμένα δεδομένα που μέσω του συστήματος ΔΙΑΣ για την εκτέλεση των πληρωμών. Εφόσον τα συγκεκριμένα δεδομένα που περιλαμβάνονται σε ηλεκτρονικά αρχεία σχετίζονται με εντολή που έχει δώσει ο καταγγέλλων για εκτέλεση πληρωμών, και στη συνέχεια, βάσει αυτών, η Τράπεζα τηρεί ορισμένη ηλεκτρονική καταχώρηση, η οποία πιστοποιεί τη διαβίβαση εντολής για λογαριασμό του, λαμβάνοντας υπόψη και τις διατάξεις του Ν. 4537/2018 για την παροχή υπηρεσιών πληρωμών, οι σχετικές πληροφορίες αφορούν τον καταγγέλλοντα και συνεπώς αποτελούν προσωπικά του δεδομένα.
Από τη στιγμή που η Τράπεζα, ως υπεύθυνος επεξεργασίας, ενημερώθηκε πρωτογενώς από το υποκείμενο των δεδομένων, ότι τα δεδομένα που της είχαν διαβιβαστεί από τρίτο οργανισμό ως προς ορισμένες πάγιες εντολές και τα οποία τηρεί είναι ανακριβή, η Τράπεζα όφειλε τουλάχιστον να διερευνήσει τον σχετικό ισχυρισμό.
Από την αδράνεια που επέδειξε η Τράπεζα εν προκειμένω, περιοριζόμενη στο να παραπέμψει το υποκείμενο των δεδομένων στην πηγή προέλευσής τους, δηλαδή στην εταιρεία παροχής ηλεκτρικής ενέργειας διαπιστώνεται παραβίαση της βασικής αρχής της ακρίβειας. Προσθέστε το anticorr.gr ως
προτεινόμενη πηγή στην Google
Ακολουθήστε το anticorr.gr στο Google News και δείτε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Διαβάστε όλες τις τελευταίες ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο anticorr.gr
,© 2018 – 2026 Anticorr- Τα μάτια της Δικαιοσύνης