«Στόχος μου είναι όχι μόνο να μειώσω το clawback, αλλά και να το κάνω πιο δίκαιο», δήλωσε χαρακτηριστικά, υπογραμμίζοντας ότι το σύστημα των υποχρεωτικών επιστροφών από τις φαρμακευτικές εταιρείες θα εξακολουθήσει να αποτελεί μέρος της φαρμακευτικής πολιτικής.
Στην εισαγωγική του τοποθέτηση, ο υπουργός υπενθύμισε ότι το clawback θεσπίστηκε κατά την πρώτη του θητεία στο υπουργείο Υγείας, δηλώνοντας μάλιστα πως είναι υπερήφανος γι’ αυτή την επιλογή. Όπως είπε, πρόκειται για έναν μηχανισμό που «θα υπάρχει όσο ανατέλλει ο ήλιος», καθιστώντας σαφές ότι δεν τίθεται θέμα κατάργησής του.
Ωστόσο, επισήμανε ότι το σύστημα πρέπει να γίνει περισσότερο λειτουργικό και οικονομικά βιώσιμο. Όπως εξήγησε, επί σειρά ετών ο προϋπολογισμός της φαρμακευτικής δαπάνης παρέμεινε ουσιαστικά αμετάβλητος, ενώ σήμερα διατίθενται περισσότερα κονδύλια για την κάλυψη καινοτόμων θεραπειών. Τόνισε, ωστόσο, ότι τα νέα καινοτόμα φάρμακα θα πρέπει να αποδεικνύουν την προστιθέμενη αξία τους, καθώς αποτελούν μια μακροπρόθεσμη επένδυση για τη δημόσια υγεία.
Αναφερόμενος στην αυξανόμενη χρήση ογκολογικών φαρμάκων υψηλού κόστους, ο υπουργός παρέθεσε στοιχεία σύμφωνα με τα οποία το 2024 οι συγκεκριμένες θεραπείες χορηγούνταν σε περίπου 11.000 ασθενείς, ενώ το 2025 ο αριθμός αυξήθηκε στους 23.000. Για το 2026 εκτιμάται ότι θα φτάσει τους 31.000 ασθενείς.
«Αν αναλογιστούμε ότι τα ογκολογικά φάρμακα κοστίζουν τουλάχιστον 3.000 ευρώ ετησίως ανά ασθενή στη χώρα μας, αντιλαμβανόμαστε το μέγεθος της σχετικής δαπάνης», σημείωσε.
Κεντρικός στόχος του υπουργείου η μείωση της υπερσυνταγογράφησης
Ο κ. Γεωργιάδης επανέλαβε ότι βασικός στόχος του υπουργείου παραμένει ο περιορισμός της υπερσυνταγογράφησης μέσω της αξιοποίησης εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης. Όπως ανέφερε, η χρήση νέων τεχνολογιών θα επιτρέψει την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας κάθε θεραπείας, ώστε να διαπιστώνεται αν το φάρμακο που αποζημιώνεται προσφέρει το αναμενόμενο θεραπευτικό αποτέλεσμα.
«Αρχίζουμε να εξετάζουμε αν κάθε φάρμακο που πληρώνουμε αξίζει το κόστος του, αν δηλαδή αποδίδει τα αποτελέσματα που αναμένονται στον ασθενή που το λαμβάνει. Αν χορηγείται το σωστό φάρμακο στη σωστή τιμή, τότε θα μπορούμε να διαθέτουμε περισσότερους πόρους σε όσους πραγματικά έχουν ανάγκη τις συγκεκριμένες θεραπείες», υπογράμμισε.
Παράλληλα, προανήγγειλε αλλαγές στο θεσμικό πλαίσιο που διέπει τις κλινικές δοκιμές Φάσης Ι, επισημαίνοντας ότι η Ελλάδα παρουσιάζει ήδη σημαντική πρόοδο στην προσέλκυση κλινικών μελετών και πως οι νομοθετικές παρεμβάσεις θα ενισχύσουν περαιτέρω τη δυναμική αυτή.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στην ψηφιοποίηση του Εθνικού Συστήματος Υγείας, σημειώνοντας ότι πλέον συλλέγονται καθημερινά δεδομένα υγείας από περίπου 11 εκατομμύρια πολίτες. Όπως είπε, η αξιοποίηση αυτών των δεδομένων αναμένεται να καταστήσει τη χώρα ακόμη πιο ελκυστικό προορισμό για επενδύσεις στην κλινική έρευνα.
Από την πλευρά της, η διευθύνουσα σύμβουλος της Roche Hellas για την Ελλάδα και την Κύπρο, Kavita Patel, υπογράμμισε ότι η γήρανση του πληθυσμού ασκεί ολοένα και μεγαλύτερη πίεση στα συστήματα υγείας διεθνώς. Όπως ανέφερε, πρόσθετη επιβάρυνση προκαλεί και η αύξηση των αμυντικών δαπανών, η οποία περιορίζει τους διαθέσιμους πόρους για την υγεία.
Η ίδια στάθηκε ιδιαίτερα στη σημασία της έγκαιρης διάγνωσης και της άμεσης έναρξης της κατάλληλης θεραπείας, ώστε οι ασθενείς να διατηρούν την ποιότητα ζωής τους και να περιορίζεται το κοινωνικό και οικονομικό κόστος της νόσου. Παράλληλα, υποστήριξε ότι απαιτούνται διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, ορθολογική αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων και ουσιαστική αξιολόγηση των τεχνολογιών υγείας, ώστε να διασφαλιστεί δικαιότερη κατανομή των κονδυλίων.
Η κ. Patel τόνισε ακόμη ότι στόχος πρέπει να είναι η πρόσβαση όλων των ασθενών στις καινοτόμες θεραπείες, χωρίς όμως να τίθεται σε κίνδυνο η βιωσιμότητα του συστήματος. Όπως επισήμανε, το σημερινό επίπεδο επιστροφών από τις φαρμακευτικές εταιρείες, που φτάνει περίπου το 75%, δεν μπορεί να θεωρηθεί βιώσιμο, ενώ χαρακτήρισε επείγουσες τις αλλαγές στη φαρμακευτική πολιτική.
«Μπορείτε να φανταστείτε πού θα βρισκόταν σήμερα η Ελλάδα αν οι ξένοι επενδυτές είχαν τη δυνατότητα να επενδύσουν μαζικά στη φαρμακευτική έρευνα και την τεχνολογία στη χώρα;», διερωτήθηκε.
Στο ίδιο πάνελ συμμετείχε και ο Σωτήρης Βανδώρος, καθηγητής στο University College London και adjunct professor στο Harvard University, ο οποίος αναφέρθηκε στη σημασία της αξιοποίησης του υψηλού επιστημονικού δυναμικού της Ελλάδας.
Όπως σημείωσε, στρατηγικός στόχος θα πρέπει να είναι η προσέλκυση επιστημόνων που θα εργαστούν στην έρευνα και την τεχνολογία της φαρμακοβιομηχανίας, ενισχύοντας την καινοτομία και την ανταγωνιστικότητα της χώρας.
Αναφερόμενος στην αξιολόγηση των φαρμάκων, υπογράμμισε ότι πρόκειται για κρίσιμο εργαλείο, καθώς διασφαλίζει ότι αποζημιώνονται οι θεραπείες που πραγματικά χρειάζονται οι ασθενείς.
«Αυτό σημαίνει σεβασμό στα χρήματα των φορολογουμένων, αλλά και διασφάλιση ότι οι αναγκαίες θεραπείες φτάνουν σε όσους τις έχουν πραγματικά ανάγκη», ανέφερε.
Ο ίδιος επισήμανε ακόμη ότι η υπερσυνταγογράφηση επιβαρύνει όχι μόνο τους ασθενείς αλλά και τους φορολογούμενους, υποστηρίζοντας ότι ένα πραγματικά βιώσιμο σύστημα υγείας μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από την αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης και τη συστηματική επένδυση στην καινοτομία. Κλείνοντας, χαρακτήρισε τις κλινικές δοκιμές «κομβικής σημασίας» για την ανάπτυξη του ελληνικού συστήματος υγείας και της φαρμακευτικής έρευνας.