Συγκεκριμένα, στο βρίσκονται οι Κώστας Σκρέκας, Κατερίνα Παπακώστα, Χρήστος Μπουκώρος και Μάξιμος Σενετάκης, ενώ οι υποθέσεις επτά ακόμη βουλευτών τέθηκαν στο αρχείο. Στους κατηγορούμενους περιλαμβάνονται επίσης πρώην υψηλόβαθμα στελέχη του ΟΠΕΚΕΠΕ και δημόσιοι λειτουργοί, με κατηγορίες που αφορούν, μεταξύ άλλων, απιστία, παράνομη διαχείριση ευρωπαϊκών κονδυλίων και συναφή αδικήματα.
Οι εξελίξεις πυροδότησαν νέα , καθώς ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης υποστήριξε ότι οι αρχειοθετήσεις επιβεβαιώνουν πως αρκετά κυβερνητικά στελέχη στοχοποιήθηκαν πολιτικά χωρίς να έχει προηγηθεί δικαστική κρίση. Παράλληλα, κατηγόρησε την αντιπολίτευση ότι παραβίασε το τεκμήριο αθωότητας, αφήνοντας
Εντούτοις, η παρέμβαση αυτή του πρωθυπουργού προκαλεί ερωτήματα. Αμφισβητεί έναν πανευρωπαϊκό θεσμό που καταπολεμά τη διαφθορά και επιχειρεί να υποβαθμίσει το γεγονός ότι ασκήθηκαν διώξεις σε τέσσερις βουλευτές του κόμματός του. Παράλληλα, η απόρριψη των κατηγοριών σε βάρος επτά βουλευτών που είχαν αρχικά συμπεριληφθεί στη σχετική λίστα ακυρώνει τον ισχυρισμό ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία κινήθηκε με πολιτικό κίνητρο, δήθεν για να αμαυρώσει την κυβέρνηση. Επίσης, φαίνεται πως ο Μητσοτάκης προτρέχει, καθώς οι υποθέσεις που απασχόλησαν τον δημόσιο βίο κατά τη διάρκεια της άνοιξης αφορούν, ως επί το πλείστον, την περίοδο 2020-2021. Δεν αποκλείεται η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να προχωρήσει σε νέες διώξεις που θα αφορούν μεταγενέστερη περίοδο. Φυσικά, σε αυτή την περίπτωση θα πρέπει να ληφθεί η απαραίτητη μέριμνα ώστε να αποφευχθούν τυχόν βιαστικές κινήσεις, οι οποίες θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για να υποβαθμίσουν το κύρος και την αξιοπιστία της.
Ως εκ τούτου, προκύπτει και το ερώτημα γιατί ο πρωθυπουργός προχώρησε σε αυτή την υπερβολικά αιχμηρή και επιθετική δήλωση. Από τη μία, ο χειρισμός της υπόθεσης από το Μέγαρο Μαξίμου, όταν πρωτοέσκασαν οι έρευνες για τους 11 βουλευτές, είχε δημιουργήσει στο εσωτερικό της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Νέας Δημοκρατίας τον Απρίλιο. Ο πρωθυπουργός είχε βεβιασμένα προχωρήσει στη μάλλον ατυχή πρόταση να κατοχυρωθεί συνταγματικά το ασυμβίβαστο μεταξύ υπουργικής και βουλευτικής ιδιότητας, κίνηση που προκάλεσε αντιδράσεις στην κοινοβουλευτική ομάδα της Νέας Δημοκρατίας. Υπενθυμίζεται ότι μερίδα βουλευτών είχε φτάσει στο σημείο να αμφισβητήσει με το επιτελικό κράτος, υπονοώντας εμμέσως πλην σαφώς ότι το Μέγαρο Μαξίμου υποβαθμίζει τον ρόλο των βουλευτών.
Με βάση αυτή την προϊστορία, ο Μητσοτάκης επιχειρεί να διατηρήσει την τάξη και την ηρεμία στο κόμμα του. Προβάλλεται ως υπερασπιστής όσων αδικήθηκαν από την «υποκινούμενη» Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Προφανώς, η κίνηση αυτή έχει προεκλογικό άρωμα, καθώς ο πρωθυπουργός προσπαθεί να συσπειρώσει τους βουλευτές και τους πολιτευτές του, ώστε να μην αφήσει περιθώρια εσωστρέφειας – όπως εκείνα της άνοιξης – ενόψει της κάλπης.
Σε κάθε περίπτωση, η απόρριψη των κατηγοριών για τη μεγάλη πλειονότητα των βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας δεν ακυρώνει το εύρος του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ, ούτε το γεγονός ότι η σημερινή κυβέρνηση δεν κατάφερε μέσα σε επτά χρόνια διακυβέρνησης να προσαρμόσει την αγροτική πολιτική στις απαιτήσεις της εποχής. Αντιθέτως, οι παραμένουν και η χώρα εξακολουθεί να κινείται χωρίς σχέδιο στην αγροτική πολιτική, έχοντας αλλάξει μέχρι στιγμής έξι φορές την πολιτική ηγεσία του ΥΠΑΑΤ, ενώ ακόμη περισσότερες είναι στο ίδιο διάστημα οι αλλαγές στη διοίκηση και στη δομή του αμαρτωλού ΟΠΕΚΕΠΕ. Η εικόνα αυτή παραπέμπει περισσότερο σε μια πολιτική κουλτούρα που συντηρεί παλιές πελατειακές πρακτικές, παρά σε μια σοβαρή πρωτοβουλία οργανωτικής ανανέωσης του αγροτικού τομέα.