Όπως τονίζει ο κ. Κανελλόπουλος στην ανακοίνωση του: «Οι για τις αποδοχές και τις συνθήκες εργασίας των αστυνομικών συνιστούν ευθεία απαξίωση των στελεχών της Ελληνικής Αστυνομίας και αποτυπώνουν με τον πλέον σαφή τρόπο την απαξιωτική κυβερνητική αντίληψη για το αστυνομικό λειτούργημα και τους ανθρώπους που το υπηρετούν, θέτοντας καθημερινά τη ζωή τους σε κίνδυνο για την προστασία της κοινωνίας.
Ο ίδιος ο Υπουργός αναγνώρισε ότι ο κατώτερος μισθός ενός αστυνομικού κυμαίνεται περίπου στα 1.000 ευρώ. Όταν όμως κλήθηκε να απαντήσει στο εύλογο ερώτημα πώς είναι δυνατόν ένας άνθρωπος που καθημερινά διακινδυνεύει τη ζωή και τη σωματική του ακεραιότητα να αμείβεται με αυτές τις αποδοχές, επέλεξε να απαντήσει με τον κυνισμό της κυβερνητικής λογικής, ότι «αυτοί είναι οι μισθοί στην Ελλάδα» και ότι «κανείς δεν συμφώνησε με κάποιον ότι θα γίνει αστυνομικός και θα παίρνει πολύ μεγάλο μισθό».
Η τοποθέτηση αυτή επιβεβαιώνει ότι η Κυβέρνηση θεωρεί αποδεκτό οι αστυνομικοί να εργάζονται υπό διαρκή πίεση, με χαμηλές αποδοχές και αυξημένους κινδύνους, και να προσφέρουν δηλαδή συνεχώς περισσότερα, λαμβάνοντας ολοένα και λιγότερα, στερούμενοι την αντίστοιχη θεσμική και οικονομική αναγνώριση της προσφοράς τους, ενώ συγχρόνως καλούνται να διασφαλίσουν, το τόσο πολύτιμο στις μέρες μας αίσθημα ασφάλειας των πολιτών. Εξάλλου, η αποδοχή της δεύτερης και τρίτης
Ακόμη πιο ανησυχητική ήταν η παραδοχή, από τον ίδιο τον Υπουργό, ότι ένας αστυνομικός αναγκάζεται να εργάζεται σε δεύτερη ή ακόμη και τρίτη εργασία για να ανταποκριθεί στις οικονομικές του υποχρεώσεις, ιδιαίτερα στα μεγάλα αστικά κέντρα. Αναδεικνύει μια πολιτική επιλογή της Κυβέρνησης, η οποία αποτελεί απευθείας χτύπημα στα εργασιακά δικαιώματά των αστυνομικών, υπονομεύει την αξιοπρεπή διαβίωση τους, την επιχειρησιακή ετοιμότητα και, τελικά, την ίδια την ανεξάρτητη και απερίσπαστη άσκηση των καθηκόντων τους.
Εξίσου, έντονο προβληματισμό προκαλεί η αναφορά του Υπουργού και στους αστυνομικούς της περιφέρειας, τους οποίους παρουσίασε ουσιαστικά ως προσωπικό με περιορισμένο φόρτο εργασίας. Η εικόνα αυτή απέχει παρασάγγας από την πραγματικότητα που βιώνουν καθημερινά οι αστυνομικοί της περιφέρειας. Οι αστυνομικοί της περιφέρειας υπηρετούν σε υποστελεχωμένες υπηρεσίες που καλύπτουν τεράστιες γεωγραφικές εκτάσεις, διαχειρίζονται καθημερινά σοβαρά περιστατικά και προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με τον ίδιο επαγγελματισμό, την ίδια αυταπάρνηση και το ίδιο αίσθημα ευθύνης όπως οι συνάδελφοί τους σε κάθε γωνιά της χώρας. Η εγκληματικότητα, η ενδοοικογενειακή βία, οι τροχαίες παραβάσεις, η παραβατικότητα και οι αυξημένες ανάγκες αστυνόμευσης δεν περιορίζονται στα όρια της Αττικής. Αντιθέτως, η περιφέρεια καλείται διαρκώς να ανταποκρίνεται στις ανάγκες της τοπικής κοινωνίας, ενώ ταυτόχρονα αποδυναμώνεται με συνεχείς αποσπάσεις προσωπικού προς την Αθήνα για την κάλυψη των εκεί ελλείψεων.
Η Πολιτεία λοιπόν οφείλει να στηρίζει έμπρακτα τους αστυνομικούς και όχι να απαξιώνει το έργο τους με τέτοιες δηλώσεις. Οι άνθρωποι που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της προστασίας του πολίτη αξίζουν σεβασμό, αξιοπρεπείς αποδοχές και μια κυβέρνηση που αναγνωρίζει την προσφορά τους.
Το ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής έχει επεξεργαστεί ένα ολοκληρωμένο στρατηγικό σχέδιο για τη μεταρρύθμιση της Ελληνικής Αστυνομίας και της αντεγκληματικής πολιτικής. Ένα σχέδιο που στηρίζεται στην αξιοκρατία, στη θεσμική αναβάθμιση του Σώματος, στη βελτίωση των συνθηκών εργασίας, στην ουσιαστική ενίσχυση του προσωπικού και στη διασφάλιση αξιοπρεπών αποδοχών.
Η ασφάλεια των πολιτών δεν διασφαλίζεται με επικοινωνιακές δηλώσεις ούτε με απαξιωτικά σχόλια προς τους ανθρώπους που υπηρετούν το κοινωνικό σύνολο. Διασφαλίζεται όταν η Πολιτεία σέβεται, στηρίζει και επενδύει στους αστυνομικούς της».