Η θυμίζει τη λογική του άρθρου 5 του ΝΑΤΟ, χωρίς όμως να σημαίνει ότι δημιουργείται ένα νέο ΝΑΤΟ στη Μέση Ανατολή. Οι τρεις χώρες υποστηρίζουν ότι πρόκειται για αμυντική συμφωνία, χωρίς επιθετικό προσανατολισμό απέναντι σε συγκεκριμένο κράτος. Ο χαρακτηρισμός «μουσουλμανικό ΝΑΤΟ» χρησιμοποιείται ήδη από ορισμένους αναλυτές, ωστόσο προς το παρόν αποτελεί περισσότερο πολιτική περιγραφή παρά πραγματική στρατιωτική δομή.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η συμφωνία θα μετατραπεί σε κάτι περισσότερο από μια πολιτική δήλωση. Δηλαδή, αν θα υπάρξουν κοινός στρατιωτικός σχεδιασμός, μόνιμοι μηχανισμοί συνεργασίας, κοινές ασκήσεις ή ουσιαστική υποχρέωση στρατιωτικής συνδρομής.
Τρεις χώρες, τρεις διαφορετικές μορφές ισχύος
Η σημασία της συμφωνίας εξηγείται από το διαφορετικό βάρος που φέρνει κάθε χώρα.
Η Τουρκία διαθέτει μία από τις μεγαλύτερες στρατιωτικές δυνάμεις του ΝΑΤΟ και τα τελευταία χρόνια έχει ενισχύσει σημαντικά την αμυντική της βιομηχανία, ιδιαίτερα στον τομέα των drones και των σύγχρονων οπλικών συστημάτων. Παράλληλα, επιδιώκει να αυξήσει τον περιφερειακό της ρόλο, διατηρώντας σχέσεις τόσο με τη Δύση όσο και με χώρες εκτός του παραδοσιακού δυτικού πλαισίου.
Το Πακιστάν προσφέρει το στοιχείο της πυρηνικής αποτροπής και σημαντικό στρατιωτικό βάρος. Με πληθυσμό περίπου 250 εκατομμυρίων ανθρώπων και κομβική θέση ανάμεσα στη Νότια Ασία και τη Μέση Ανατολή, αποτελεί σημαντικό παράγοντα στις περιφερειακές ισορροπίες.
Η Σαουδική Αραβία, από την πλευρά της, διαθέτει την οικονομική ισχύ και τη στρατηγική θέση στον Περσικό Κόλπο. Το Ριάντ αποτελεί μία από τις σημαντικότερες ενεργειακές δυνάμεις παγκοσμίως και διαθέτει τους πόρους για να επενδύσει στην ασφάλεια και την άμυνά του.
Στην πράξη, η συμφωνία συνδυάζει στρατιωτική ισχύ, τεχνολογία, οικονομικούς πόρους και ενεργειακή επιρροή.
Το Ιράν, οι Χούθι και η ανάγκη για περισσότερη ασφάλεια
Το timing της συμφωνίας δεν θεωρείται τυχαίο, δεδομένου του χάους που έχουν προκαλέσει οι κινήσεις των Αμερικανών στην περιοχή έναντι του θεοκρατικού Ιράν. Η Σαουδική Αραβία αντιμετωπίζει ένα περιβάλλον αυξημένων απειλών, κυρίως από το Ιράν και τις δυνάμεις που το υποστηρίζουν στην περιοχή, όπως οι Χούθι της Υεμένης.
Οι επιθέσεις σε ενεργειακές εγκαταστάσεις, λιμάνια και άλλες κρίσιμες υποδομές έχουν οδηγήσει το Ριάντ στην αναζήτηση πιο ισχυρών εγγυήσεων ασφαλείας. Παράλληλα, οι περιφερειακές δυνάμεις φαίνεται να επιδιώκουν μεγαλύτερη αυτονομία, ώστε να μην εξαρτώνται αποκλειστικά από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η Τουρκία προσφέρει στρατιωτικές δυνατότητες και αμυντική τεχνολογία. Το Πακιστάν προσφέρει στρατιωτικό βάρος και πυρηνική αποτροπή. Η Σαουδική Αραβία προσφέρει οικονομική και ενεργειακή ισχύ.
Το κοινό τους συμφέρον είναι ότι η σημερινή αστάθεια στη Μέση Ανατολή μπορεί να οδηγήσει σε ευρύτερες κρίσεις, ιδιαίτερα εάν η ένταση ΗΠΑ-Ιράν κλιμακωθεί.
Η δύσκολη εξίσωση της Τουρκίας
Για την Άγκυρα, η συμφωνία εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική που συνδυάζει τη συμμετοχή στο ΝΑΤΟ με την ανάπτυξη παράλληλων δικτύων επιρροής.
Η Τουρκία δεν εγκαταλείπει τη δυτική της θέση, αλλά ταυτόχρονα επιδιώκει να διαμορφώνει σχέσεις και συνεργασίες που αυξάνουν τη γεωπολιτική της αυτονομία. Η συνεργασία με το Πακιστάν και τη Σαουδική Αραβία αποτελεί ακόμη ένα παράδειγμα αυτής της πολιτικής.
Παράλληλα, υπάρχει και η παράμετρος των σχέσεων Πακιστάν-Ινδίας. Η στενή σχέση Άγκυρας-Ισλαμαμπάντ παρακολουθείται προσεκτικά από το Νέο Δελχί, αν και είναι δύσκολο να θεωρηθεί πιθανό ότι η Σαουδική Αραβία ή η Τουρκία θα επέτρεπαν στο Ισλαμαμπάντ να τις συμπαρασύρει σε μια εμπλοκή μεταξύ των δύο ασιατικών δυνάμεων.
Έτσι, ένα από τα μεγάλα ερωτήματα παραμένει κατά πόσο η ρήτρα «επίθεση στον έναν σημαίνει επίθεση και στους τρεις» μπορεί να εφαρμοστεί αυτόματα σε κάθε πιθανό σενάριο.
Το ελληνικό ενδιαφέρον
Οι εξελίξεις δεν περνούν απαρατήρητες από την Αθήνα. Η παρουσία της Τουρκίας σε μια νέα περιφερειακή αμυντική σύμπραξη αποτελεί ακόμη έναν παράγοντα που προστίθεται στο ήδη σύνθετο γεωπολιτικό περιβάλλον της Ανατολικής Μεσογείου.
Η Ελλάδα διατηρεί στρατιωτική συνεργασία με τη Σαουδική Αραβία, με ελληνική συστοιχία Patriot και προσωπικό να συμμετέχουν στην αεράμυνα της χώρας, γεγονός που συνδέει πλέον άμεσα την Αθήνα με τις εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή. Ήδη στην ένταση της άνοιξης οι συστοιχίες αυτές ενεργοποιήθηκαν για να αποκρούσουν ιρανικές επιθέσεις, αλλά και χτυπήματα των Χούθι.
Παράλληλα, η κυβέρνηση έχει επενδύσει τα τελευταία χρόνια στις στρατηγικές σχέσεις με την Ινδία, το Ισραήλ και τις χώρες του Κόλπου, ενώ επιδιώκει να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στον διάδρομο IMEC, που φιλοδοξεί να συνδέσει την Ινδία με την Ευρώπη μέσω της Μέσης Ανατολής. Η ασφάλεια των ενεργειακών και εμπορικών διαδρομών αποτελεί βασική προϋπόθεση για την επιτυχία αυτού του σχεδιασμού.
Στο εσωτερικό, οι εξελίξεις προκάλεσαν ήδη την αντίδραση της ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα, που σε ανακοίνωσή της επανέφερε στο τραπέζι το ζήτημα της στρατιωτικής συνεργασίας με το Ριάντ, κάνοντας λόγο για κυβερνητική αποτυχία στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής. Αντίδραση προήλθε επίσης από τον υπεύθυνο ΚΤΕ Άμυνας του ΠΑΣΟΚ Μιχάλη Κατρίνη, με τον βουλευτή Ηλείας να τονίζει ότι οι εξελίξεις θα έπρεπε να προβληματίσουν την ελληνική κυβέρνηση, υπογραμμίοντας ότι η εξωτερική και αμυντική πολιτική δεν ασκείται με επικοινωνιακούς τακτικισμούς.
Την ίδια στιγμή, οι καταγγελίες της ελληνικής πλευράς για αυξημένες διατηρούν υψηλό το επίπεδο επιφυλακής στο Αιγαίο. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, δεν αποκλείεται η Αθήνα να επιδιώξει ακόμη στενότερο συντονισμό με το Ισραήλ, το οποίο παραμένει ένας από τους βασικούς στρατηγικούς της εταίρους στην Ανατολική Μεσόγειο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι διαταράσσονται οι σχέσεις της με τις αραβικές χώρες του Κόλπου.
Η νέα συμφωνία δεν αλλάζει από μόνη της τις ισορροπίες στην περιοχή. Προσθέτει όμως μία ακόμη μεταβλητή σε ένα ήδη σύνθετο γεωπολιτικό σκηνικό, το οποίο η ελληνική διπλωματία καλείται να διαχειριστεί.
{https://exchange.glomex.com/video/v-dkiugun1qvsp?integrationId=eexbs1jkg0kofln}