Ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε την Παρασκευή ότι σύντομα θα ανακηρύξει το Στενό του Ορμούζ αμερικανικό έδαφος, εντείνοντας τη ρητορική του σχετικά με τη ζωτικής σημασίας θαλάσσια οδό που μεταφέρει σημαντικό μερίδιο των παγκόσμιων προμηθειών πετρελαίου, και ισχυριζόμενος ότι το Ιράν υφίσταται βαριά ήττα.
«Μόλις τελειώσουμε με το να νικάμε το Ιράν, το οπίο είναι πολύ βαριά ηττημένο, πολύ σύντομα θα κηρύξω το Στενό του Ορμούζ έδαφος των Ηνωμένων Πολιτειών», είπε με ένα χαμόγελο κατά τη διάρκεια πολιτικής συγκέντρωσης σε αστυνομική ακαδημία στην πολιτεία της Νέας Υόρκης.
«Έχουμε τον αποκλεισμό. Κανένα πλοίο δεν περνάει, παρά μόνο αν το θέλήσουμε εμείς», δήλωσε ο Τραμπ μπροστά στο ενθουσιώδες πλήθος των υποστηρικτών του και των αστυνομικών.
Δεν παρέλειψε επίσης να αναφερθεί στη Βενεζουέλα, λέγοντας πως ήταν «πόλεμος μιας μέρας».
«Πλέον συνεργαζόμαστε υπέροχα» και «έχουμε πάρει πολλά εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου» από τη χώρα αυτή, ισχυρίστηκε ο Αμερικανός πρόεδρος.
Σκληρή απάντηση της Τεχεράνης
Την έντονη αντίδραση της Τεχεράνης προκάλεσαν οι δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ ότι προτίθεται να ανακηρύξει τα Στενά του Ορμούζ «αμερικανικό έδαφος», μετά την ολοκλήρωση, όπως υποστήριξε, της νίκης των ΗΠΑ επί του Ιράν.
Ο υφυπουργός Εξωτερικών του Ιράν Καζέμ Γαριμπαμπαντί απέρριψε κατηγορηματικά τη θέση αυτή, τονίζοντας ότι τα Στενά του Ορμούζ δεν μπορούν να τεθούν υπό αμερικανικό έλεγχο με αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, στρατιωτική ισχύ ή προεδρικά διατάγματα.
«Το Ορμούζ ήταν, είναι και θα παραμείνει ιρανικό»
Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X, ο Γαριμπαμπαντί ανέφερε ότι τα Στενά του Ορμούζ «δεν μπορεί να καταληφθούν με τιτιβίσματα», ούτε «με αεροπλανοφόρα», «με την έκδοση διατάγματος» ή «με προεκλογικές ομιλίες».
Παράλληλα, κάλεσε την Ουάσινγκτον να «αποδεχτεί την πραγματικότητα», υποστηρίζοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν υποστεί «στρατηγικές και βαριές ήττες».
Ο Ιρανός αξιωματούχος υπογράμμισε χαρακτηριστικά πως «το στενό του Ορμούζ ήταν ιρανικό, είναι ιρανικό και θα παραμείνει ιρανικό», ενώ επέμεινε ότι η θαλάσσια οδός παραμένει κλειστή και θα ανοίξει ξανά μόνο με απόφαση της Τεχεράνης.
«Όσο οι ΗΠΑ δεν αποδέχονται την ήττα τους, το Ιράν θα συνεχίσει να επιβάλλει τον αποκλεισμό», πρόσθεσε.
Η άνοδος των τιμών καυσίμων προκαλεί πιέσεις στις ΗΠΑ
Την ίδια ώρα, η ενεργειακή κρίση εξακολουθεί να προκαλεί πιέσεις στην αμερικανική οικονομία και στα νοικοκυριά. Σε σύγκριση με τα επίπεδα πριν από την έναρξη του πολέμου, η τιμή της βενζίνης στις ΗΠΑ έχει αυξηθεί κατά περισσότερο από 35%, εξέλιξη που ενισχύει τη δυσαρέσκεια των πολιτών και επηρεάζει τη δημοτικότητα του προέδρου.
Μία ημέρα νωρίτερα, ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Τζέι Ντι Βανς είχε παρουσιάσει διαφορετική ιεράρχηση των προτεραιοτήτων της Ουάσινγκτον, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στις τιμές του πετρελαίου και της βενζίνης.
Σε συνέντευξή του στο Fox News, ο Βανς υποστήριξε ότι η τιμή του πετρελαίου έχει υποχωρήσει σημαντικά από τα υψηλά επίπεδα που είχε καταγράψει στην αρχή της σύρραξης και τόνισε ότι βασικός στόχος της κυβέρνησης είναι να διατηρηθούν χαμηλά οι τιμές των καυσίμων για τους Αμερικανούς.
Ως δεύτερη βασική προτεραιότητα ανέφερε τη διασφάλιση ότι το Ιράν δεν θα αποκτήσει ποτέ πυρηνικό όπλο, εκτιμώντας ότι η Ουάσινγκτον βρίσκεται σε τροχιά επίτευξης και των δύο στόχων.
Χωρίς συμφωνία για την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων
Τις τελευταίες εβδομάδες, η κυβέρνηση Τραμπ φαίνεται να δίνει ολοένα μεγαλύτερη έμφαση στην οικονομική πίεση προς το Ιράν, καθώς η διπλωματική οδός παραμένει ουσιαστικά μπλοκαρισμένη. Παράλληλα, η Ουάσινγκτον έχει αναστείλει, τουλάχιστον προς το παρόν, τους βομβαρδισμούς εναντίον της Ισλαμικής Δημοκρατίας.
Από την πλευρά του, ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν Αμπάς Αραγτσί δήλωσε ότι δεν έχει ληφθεί ακόμη απόφαση για την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες, σύμφωνα με το ιρανικό πρακτορείο ISNA.
Όπως ανέφερε, το Κατάρ και το Πακιστάν, που επιχειρούν να διαδραματίσουν ρόλο μεσολαβητών, βρίσκονται σε επαφή με την Τεχεράνη και ανταλλάσσονται μηνύματα. Ξεκαθάρισε, ωστόσο, ότι δεν διεξάγονται αυτή τη στιγμή επίσημες διαπραγματεύσεις.
Πηγή: Reuters, AFP, dpa