Ο κ. Τσάφος, αναφερόμενος στην τροπολογία που κατέθεσε ο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ Πάρις Κουκουλόπουλος, υποστηρίζει ότι αυτή στηρίζεται, μεταξύ άλλων, σε «μισές αλήθειες» για την αξιοποίηση του λιγνίτη στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στην αντίληψη ότι ο λιγνίτης αποτελεί εκ φύσεως φθηνή πηγή ενέργειας.
«Η φθηνή ενέργεια δεν είναι κάτι που νομοθετείς με μια τροπολογία», σημειώνει χαρακτηριστικά ο υφυπουργός, προσθέτοντας ότι δεν μπορεί να επιτευχθεί με ρυθμίσεις που, κατά την άποψή του, δεν αποτυπώνουν το πραγματικό κόστος της λιγνιτικής παραγωγής.
Αναφερόμενος στην πορεία της απολιγνιτοποίησης, ο κ. Τσάφος υποστηρίζει ότι αυτή δεν ξεκίνησε το 2019, αλλά το 2005, και ότι έως το 2019 είχαν ήδη πραγματοποιηθεί τα δύο τρίτα της συνολικής απολιγνιτοποίησης. Υποστηρίζει, επίσης, ότι η σταδιακή έξοδος από τον λιγνίτη συνδέεται με το υψηλό κόστος παραγωγής του.
Σύμφωνα με όσα αναφέρει στην ανάρτησή του, η τροπολογία προβλέπει τη διατήρηση του λιγνίτη έως ότου η χώρα καταφέρει να παράγει εγχώριο φυσικό αέριο, ενώ περιλαμβάνει ρυθμίσεις για τη συνέχιση λειτουργίας μονάδων, με τον κ. Τσάφο να αναφέρεται ειδικά στην Πτολεμαΐδα 5 και σε ορίζοντα έως το 2049.
Ο υφυπουργός θέτει το ερώτημα κατά πόσον θα είχε νόημα η υποχρεωτική διατήρηση λιγνιτικής παραγωγής, εφόσον στο μεταξύ υπάρξει εγχώρια παραγωγή φυσικού αερίου, αυξηθεί η συμμετοχή των ΑΠΕ και της αποθήκευσης και το κόστος των δικαιωμάτων εκπομπής ρύπων καταστήσει τη λειτουργία των λιγνιτικών μονάδων ζημιογόνα.
Ιδιαίτερη κριτική ασκεί και στην πρόβλεψη της τροπολογίας, όπως την περιγράφει, σύμφωνα με την οποία αποφάσεις που αποσκοπούν στην πρόωρη παύση των συγκεκριμένων μονάδων θα μπορούσαν να συνδέονται με το αδίκημα της απιστίας. Κατά τον κ. Τσάφο, μια τέτοια ρύθμιση θα μπορούσε να περιορίσει τη δυνατότητα μιας επιχείρησης να αποφασίζει για τη διακοπή λειτουργίας ζημιογόνων μονάδων ακόμη και σε ένα διαφορετικό ενεργειακό περιβάλλον.
Αναφερόμενος στο κόστος παραγωγής, ο υφυπουργός σημειώνει ότι, με τα σημερινά δεδομένα για το κόστος των δικαιωμάτων εκπομπής ρύπων, το κόστος παραγωγής στον Άγιο Δημήτριο διαμορφώνεται, όπως αναφέρει, περίπου στα 200 ευρώ ανά μεγαβατώρα και στην Πτολεμαΐδα 5 περίπου στα 130 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Θέτει, μάλιστα, το ερώτημα ποιος θα επιβαρυνθεί με το πρόσθετο κόστος, εφόσον ο λιγνίτης αποσυνδεθεί από τους μηχανισμούς της αγοράς και αποζημιώνεται με βάση το κόστος παραγωγής.
Ο κ. Τσάφος αναγνωρίζει ότι υπάρχουν συγκυρίες κατά τις οποίες η Πτολεμαΐδα 5 μπορεί να είναι ανταγωνιστική έναντι του φυσικού αερίου. Ωστόσο, υποστηρίζει ότι η ύπαρξη τέτοιων συγκυριακών συνθηκών δεν δικαιολογεί, κατά την άποψή του, τη νομοθετική δέσμευση για τη λειτουργία της μονάδας έως το 2049.
Κλείνοντας την ανάρτησή του, ο υφυπουργός επαναλαμβάνει ότι η ενεργειακή πολιτική και η επιδίωξη χαμηλότερων τιμών δεν μπορούν να βασίζονται, όπως αναφέρει, σε νομοθετικές ρυθμίσεις που αγνοούν ή υποτιμούν το πραγματικό κόστος των διαφορετικών τεχνολογιών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.
«Η φθηνή ενέργεια δεν είναι κάτι που νομοθετείς με μια τροπολογία», σημειώνει, καταλήγοντας ότι η συγκεκριμένη πρόταση, κατά την εκτίμησή του, «αποκρύπτει την αλήθεια για το πραγματικό κόστος του λιγνίτη».