Η εικόνα που δίνει, όμως, ο ίδιος ο τουρκικός δημόσιος διάλογος είναι διαφορετική, καθώς παρακολουθεί σχεδόν κάθε ελληνικό εξοπλιστικό πρόγραμμα, μετρά αποστάσεις των νησιών από τις τουρκικές ακτές και εξετάζει πλέον με ιδιαίτερη προσοχή τη στρατηγική σχέση Ελλάδας και Ισραήλ.
Η ελληνοϊσραηλινή συνεργασία και κυρίως η «Ασπίδα του Αχιλλέα» φαίνεται ότι ενοχλούν την Άγκυρα και την υποχρεώνουν να προσαρμοστεί σε μια νέα άβολη πραγματικότητα.
Η συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ, που στο παρελθόν παρουσιαζόταν περίπου ως «Συμμαχία του Κακού», μετατρέπεται τώρα σε «Συμμαχία του Φόβου». Η Ελλάδα, σύμφωνα με τη νέα εκδοχή, δεν συνεργάζεται με το Ισραήλ επειδή αυτό εξυπηρετεί τα στρατηγικά συμφέροντά της, αλλά επειδή «φοβάται την Τουρκία» και αναζητεί έναν ισχυρό προστάτη.
Μετά τις τελευταίες δηλώσεις του Τούρκου προέδρου, η γραμμή που αναπτύσσεται στα φιλοκυβερνητικά μέσα είναι σαφής, και καταλήγει στο συμπέρασμα πως η Ελλάδα κάνει ένα «επικίνδυνο λάθος», το οποίο πρέπει να διορθώσει πριν να είναι αργά. Η «φιλική συμβουλή» συνοδεύεται, ωστόσο, από μια συγκαλυμμένη επίδειξη ισχύος.
Ο Coşkun Başbuğ στη Star καλεί τους Έλληνες «να ξυπνήσουν» και «να φερθούν έξυπνα», επικαλούμενος τη δημογραφική και γεωγραφική ασυμμετρία των δύο χωρών. Υποστηρίζει ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να αποτελέσει αντίπαλο της Τουρκίας και φθάνει να συμβουλεύει τον Κυριάκο Μητσοτάκη «να πάρει ως παράδειγμα τον Πασινιάν».
Ακόμη πιο ευθεία είναι η προσέγγιση του Mehmet Acet στο Haber7, ο οποίος διερωτάται ήδη από τον τίτλο του άρθρου του εάν η Ελλάδα, σε περίπτωση πολέμου με την Τουρκία, θα μπορούσε να διατηρήσει τον έλεγχο των νησιών.
Η απάντησή του είναι αρνητική. Η εγγύτητα των νησιών στις τουρκικές ακτές και ειδικά του Καστελόριζου παρουσιάζεται ως πλεονέκτημα που, κατά τον ίδιο, δεν μπορεί να ανατραπεί από τους ελληνικούς εξοπλισμούς. Η ελληνοϊσραηλινή συνεργασία αποδίδεται μάλιστα σε ελληνικούς φόβους που έχουν μετατραπεί σε «παράνοια».
Στην Türkgün, ο Bahadır Çoban συμπυκνώνει το νέο αφήγημα στον τίτλο «Το όνομα της Συμμαχίας: Φόβος για την Τουρκία». Επιστρατεύει τη Μικρασιατική Εκστρατεία και την Κύπρο για να προειδοποιήσει ότι η ελληνική στρατηγική μπορεί να προκαλέσει «νέα βάσανα και απώλειες», ενώ τα συστήματα αεράμυνας σε Αιγαίο και Κύπρο παρουσιάζονται πλέον ως κίνδυνος για τις τουρκικές ακτές.
Η ανησυχία δεν περιορίζεται στον φιλοκυβερνητικό Τύπο. Στην Cumhuriyet, ο απόστρατος ταξίαρχος Ali Er προτείνει η Άγκυρα να μεταφέρει την ελληνοϊσραηλινή συμφωνία στο ΝΑΤΟ, εξισώνοντάς την με την τουρκική αγορά των S-400. Στην ευρασιανιστική Aydınlık, από διαφορετική ιδεολογική αφετηρία, η Ελλάδα εμφανίζεται ως χώρα που παρασύρεται από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ σε αντιπαράθεση με την Τουρκία.
Η Άγκυρα παρουσιάζει την ελληνοϊσραηλινή συνεργασία ως προϊόν ελληνικού «φόβου» και ταυτόχρονα κινητοποιείται πολιτικά και επικοινωνιακά για να την απαξιώσει, φθάνοντας μέχρι τη συζήτηση για προσφυγή στο ΝΑΤΟ.
Τα ίδια τα τουρκικά δημοσιεύματα διαψεύδουν έτσι και το παλαιότερο επιχείρημα ότι μόνο η Ελλάδα ασχολείται με την Τουρκία. Αν, άλλωστε, η ελληνοϊσραηλινή συμμαχία ήταν τόσο ασήμαντη για την Άγκυρα όσο επιχειρείται να παρουσιαστεί, δεν θα χρειαζόταν τόση προσπάθεια για να πειστεί η Αθήνα ότι αποτελεί «επικίνδυνο λάθος».