Δημήτρης Πατώκος
Το λαϊκό τραγούδι κάποτε διέθετε ερμηνευτές που είχαν ο καθένας το δικό του «πρόσωπο». Τη δική του άμεσα αναγνωρίσιμη φυσιογνωμία. Είχαν πάθη, ελαττώματα, υπερβολές, ιδιοτροπίες, καημούς. Δεν ήταν προϊόντα μιας καλά οργανωμένης εικόνας, μιας αψεγάδιαστης lifestyle αισθητικής. Ήταν τραγουδιστές που κουβαλούσαν μια ιστορία, πίσω τους συνήθως βρίσκονταν βασανισμένα παιδικά χρόνια μέσα στην ανέχεια και κάπως έτσι κατακτούσαν έναν δικό τους ξεχωριστό τρόπο να λένε τα πράγματα αφήνοντας πίσω τους αποτύπωμα ανεξίτηλο.
Σήμερα διαθέτουμε πληθώρα άρτιων φωνών. Ενίοτε πανομοιότυπων, από το ίδιο βαρετό καλούπι βγαλμένων. Να εκτελούν προβλέψιμα χασάπικα, συνήθως απαράλλαχτα, με μελιστάλαχτους στίχους. Διαθέτουμε, όμως, λιγότερες προσωπικότητες. Αναγνωρίσιμα πρόσωπα, ξεχωριστά, με τη δική τους ταυτότητα. Καταναλώνουμε τραγούδια που γίνονται επιτυχίες σε λίγες μέρες και ξεχνιούνται σε λίγους μήνες. Έχουμε εικόνα, styling, social media, παραγωγές, viral. Όλα αυτά είναι μέρος του συστήματος. Αλλά κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά χάθηκε κάτι από την τιμή του λαϊκού τραγουδιού. Η ατέλεια. Η ιδιοσυγκρασία. Το «αυτός είναι».
Ο Γιώργος Μαζωνάκης είχε το θάρρος να είναι ένας από αυτούς. Τους ξεχωριστούς. Τους ιδιαίτερους. Με λόγο και χώρο ύπαρξης. Αντισυμβατικός μα και εμπορικός ταυτόχρονα. Γιατί το μπορούσε. Και αυτή ήταν η αξία του. Είχε κάτι που σήμερα σπανίζει: προσωπικότητα. Άποψη. Δεν έμοιαζε με κανέναν και, κυρίως, δεν προσπάθησε να κοπιάρει κανέναν. Διαμόρφωσε την εκκεντρική του εμφάνιση, αφέθηκε στις υπερβολές του, απενοχοποίησε το χιούμορ του, δεν απέκρυψε τις εμμονές του, επέβαλε τον τρόπο που στεκόταν στη σκηνή. Μπορούσες να τον αγαπήσεις ή να μην τον αντέχεις. Αλλά δεν μπορούσες να μην καταλάβεις ποιος είναι.
Η φωνή του Μαζωνάκη είχε αυτό το κάτι: μια ελαφριά τραχύτητα, μια ιδιαίτερη τοποθέτηση, μια αίσθηση ότι το τραγούδι δεν το εκτελεί — το κατοικεί. Γι’ αυτό και μπορούσε να κάνει ένα τραγούδι να μοιάζει απολύτως δικό του. Είτε τραγουδούσε το «Gucci φόρεμα», είτε έδινε νέα πνοή στο αγαπημένο κομμάτι των seventies «Με λένε Γιώργο» του Χατζηνάσιου είτε ερμήνευε Σταμάτη Κραουνάκη, έφερνε το τραγούδι στα μέτρα του. Και με τον τρόπο του του έδινε στίγμα. Ενίοτε το απογείωνε. Ίσως εκεί βρίσκεται και η μεγαλύτερη αξία του.
Ο Γιώργος Μαζωνάκης δεν υπήρξε απλώς ένας επιτυχημένος τραγουδιστής της πίστας. Υπήρξε ένας από εκείνους που υπενθύμισαν ότι το λαϊκό τραγούδι δεν είναι μόνο οι μεγάλες φωνές και οι μεγάλες ερμηνείες. Είναι και η προσωπικότητα. Είναι το ύφος. Είναι η σκηνική παρουσία. Που ακόμα και όταν φλέρταρε με το κιτς απαιτούσε το σεβασμό σου. Είναι το θάρρος να πει «εγώ έτσι είμαι» και να το κάνει τραγούδι. Και ίσως γι’ αυτό η απώλειά του αφήνει μια παράξενη αίσθηση κενού.
Ο Μαζωνάκης μπορούσε να τραγουδήσει την καψούρα χωρίς να ζητά συγγνώμη γι’ αυτήν. Τη μοναξιά χωρίς να την κάνει απαραίτητα ποίηση. Την υπερβολή χωρίς να την κρύβει. Είχε εξ ενστίκτου επίγνωση ότι το λαϊκό τραγούδι μπορεί να κουβαλά μέσα του και λίγο κιτς, και λίγο πόνο, και πολύ εγωισμό, και πολύ έρωτα. Δεν προσπάθησε να «εξευγενίσει» το πάθος για να γίνει αποδεκτός. Ποιοτικός που λέμε. Και αυτό ίσως είναι που θα μας λείψει περισσότερο.
Ας το ομολογήσουμε ευθαρσώς. Το ελληνικό λαϊκό τραγούδι έχασε σταδιακά την τιμή του όχι επειδή έπαψε να καταγράφει στο ενεργητικό του σουξέ, αλλά επειδή άρχισε να χάνει τις προσωπικότητές του. Τους τραγουδιστές που δεν ήταν απλώς μια ωραία φωνή πάνω σε ένα τραγούδι, αλλά ολόκληρη παρουσία. Ο Μαζωνάκης ήταν παρουσία. Είχε εκτόπισμα. Οριοθέτησε το πεδίο του. Έθεσε τους κανόνες του. Πώς να ξεχάσουμε την αφοπλιστική του cameo εμφάνιση στο έξοχο φιλμ του Παναγιωτόπουλου «Κουράστηκα να σκοτώνω τους αγαπητικούς σου»; Η ερμηνεία του στο «Ξημερώνει πάλι» του Κραουνάκη, στο κινηματογραφικό πανί, θυμάμαι, με άφησε άφωνο για μέρες. Ναι, δεν ήταν «έντεχνος». Δεν ευλογήθηκε με το ρεπερτόριο λαϊκών τραγουδιστών άλλων εποχών που άφησαν στο ενεργητικό τους την άμμο της θάλασσας. Εντούτοις,το ρεπερτόριο του το υπερασπίστηκε με μαγκιά. Κι αν κάποιοι εγείρουμε ενστάσεις σε αυτό, τα πολυπληθή ακροατήρια έχουν ήδη αποφανθεί, οπότε ποιοι είμαστε εμείς να πάμε κόντρα στο λαϊκό αίσθημα; Ναι, μπορεί να μην άρεσε σε όλους. Δεν είναι και απαραίτητο εν τέλει. Οι πραγματικοί καλλιτέχνες δεν είναι υποχρεωμένοι να αρέσουν σε όλους. Είναι υποχρεωμένοι —αν μπορούν— να αφήνουν κάτι πίσω τους. Κι εκείνος άφησε. Τραγούδια που πέρασαν στη ζωή μας, νύχτες, μαγαζιά, παρέες, έρωτες, χωρισμούς, εποχές. Και πάνω απ’ όλα άφησε έναν τρόπο να υπάρχει ως λαϊκός τραγουδιστής χωρίς να χάνει το ιδιόρρυθμο αλλά αγαπησιάρικο του στυλ. Δείτε στο Ertflix, το επεισόδιο της συμμετοχής του στην ευφάνταστη σειρά «Τα νούμερα» του Φοίβου Δεληβοριά, για να καταλάβετε τι ακριβώς εννοούμε με αυτό.
Χρειάζεται, λοιπόν, να πούμε την αλήθεια: ο Γιώργος Μαζωνάκης ήταν ένας αυθεντικός χαρακτήρας σε ένα τραγούδι που όλο και περισσότερο μοιάζει να φοβάται τους χαρακτήρες. Και γι’ αυτό η απουσία του είναι μεγαλύτερη από την απουσία ενός ακόμη τραγουδιστή. Είναι η απουσία μιας εποχής που ήξερε να δημιουργεί ανθρώπους που δεν μπορούσες να μπερδέψεις με κανέναν.
Ίσως, τελικά, αυτή να είναι η «χαμένη τιμή» του λαϊκού τραγουδιού: η αίσθηση ότι κάποτε δεν χρειαζόταν να είσαι αψεγάδιαστος για να είσαι μεγάλος. Χρειαζόταν να είσαι αναγνωρίσιμος. Να έχεις κάτι δικό σου. Να μπορείς να μπεις σε ένα βαρύ ζεϊμπέκικο με το ταλέντο σου και να το κάνεις να σε θυμάται.
Ο Γιώργος Μαζωνάκης το κατάφερε. Και τώρα, ξαφνικά, θα ακούμε τη φωνή του αλλιώς. Όχι επειδή έφυγε. Αλλά επειδή καταλάβαμε πόσο πολύ ήταν ήδη εδώ.
«Τέσσερεις πήγε…».
Ο showman δεν θα ’ρθει απόψε… Προσθέστε το anticorr.gr ως
προτεινόμενη πηγή στην Google
Ακολουθήστε το anticorr.gr στο Google News και δείτε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Διαβάστε όλες τις τελευταίες ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο anticorr.gr
,© 2018 – 2026 Anticorr- Τα μάτια της Δικαιοσύνης