Πρώτον, η ίδια άσκησε δριμεία κριτική στην απόφαση αναβολής της συζήτησης στη Βουλή για το Κράτος Δικαίου, αποδίδοντάς την σε πολιτική επιλογή της κυβέρνησης. Όπως σημείωσε, «το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας ευλόγως υποθέτει» τους λόγους για τους οποίους, όπως υποστήριξε, καταστρατηγήθηκε ο Κανονισμός της Βουλής, τονίζοντας ότι η κυβερνητική πλειοψηφία δεν προχώρησε σε καμία αιτιολόγηση της απόφασης αυτής, την οποία χαρακτήρισε αυθαίρετη και παράνομη.
Δεύτερον, αναφερόμενη στις εξελίξεις γύρω από τον ΟΠΕΚΕΠΕ, υποστήριξε ότι αυτές αποδομούν το αφήγημα περί διαχρονικών ευθυνών και χρόνιων παθογενειών. Σύμφωνα με την κ. Αποστολάκη, η κυβέρνηση επιχείρησε να συμψηφίσει υπαρκτά προβλήματα του οργανισμού, όπως συμβαίνει και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, με μια, όπως είπε, «πρωτόγνωρη κατάσταση», η οποία, σύμφωνα με δικογραφία της Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, περιγράφεται ως δράση εγκληματικού δικτύου εντός του οργανισμού. Όπως ανέφερε, ο ΟΠΕΚΕΠΕ φέρεται να μετατράπηκε από φορέας διαχείρισης ευρωπαϊκών πόρων σε μηχανισμό εξυπηρέτησης παράνομων πρακτικών.
Τρίτον, η βουλευτής εστίασε στο ευρύτερο πολιτικό και θεσμικό ζήτημα, επισημαίνοντας ότι το μείζον δεν είναι η κατηγοριοποίηση επιμέρους περιπτώσεων, αλλά το συνολικό «υπόδειγμα διακυβέρνησης». Μίλησε για σοβαρό έλλειμμα σε ζητήματα ήθους, διαφάνειας, αξιοπιστίας και λογοδοσίας, που, όπως τονίζει, προκύπτει από τις σχετικές δικογραφίες.
Παράλληλα, κατηγόρησε την κυβέρνηση και τον πρωθυπουργό ότι χειρίστηκαν την υπόθεση με τρόπο που, όπως είπε, οδήγησε σε «αμνήστευση» των Λευτέρη Αυγενάκη και Μάκη Βορίδη, μέσω της χρήσης της επιστολικής ψήφου, αποτρέποντας τη διερεύνηση ενδεχόμενων ποινικών ευθυνών. Εκτίμησε δε ότι αυτή η επιλογή έγινε επειδή υπήρχε ο κίνδυνος διαφοροποιήσεων εντός της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.
Αναφερόμενη στη στάση του ΠΑΣΟΚ, υπογράμμισε ότι το κόμμα ζήτησε τη διερεύνηση πιθανών ποινικών ευθυνών, επισημαίνοντας ότι η Βουλή δεν αποδίδει ποινές αλλά οφείλει να διευκολύνει τη δικαστική διερεύνηση. Κατηγόρησε, ωστόσο, την κυβερνητική πλειοψηφία για «οργανωμένη και μεθοδευμένη συγκάλυψη», τόσο ως προς τη διαχείριση του αιτήματος όσο και ως προς τη λειτουργία της εξεταστικής επιτροπής τονίζοντας χαρακτηριστικά: ««Οδήγησαν σε αυτή την εκτροπή, γιατί γνώριζαν ότι πολλά μέλη της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας θα υπερψηφίσουν την πρότασή μας. Το ΠΑΣΟΚ ζήτησε διερεύνηση των ενδεχόμενων ποινικών ευθυνών. Η Βουλή δεν είναι ούτε δικαστήριο, δεν δικάζει και πολύ περισσότερο δεν καταδικάζει. Ο τρόπος με τον οποίο χειρίστηκε η κυβερνητική πλειοψηφία, πρώτον, το αίτημά μας αλλά και δεύτερον, την εξεταστική επιτροπή, είναι ενδεικτικός αυτής της οργανωμένης και μεθοδευμένης συγκάλυψης για την οποία εδώ και καιρό μιλάμε».
Σε ό,τι αφορά τη νέα δικογραφία, η κ. Αποστολάκη ξεκαθάρισε ότι το ΠΑΣΟΚ θα την αντιμετωπίσει με θεσμική σοβαρότητα και τεκμηρίωση, επιδιώκοντας να ανταποκριθεί στο κοινωνικό αίτημα για αλήθεια και δικαιοσύνη. Προειδοποίησε, μάλιστα, ότι οι κυβερνητικοί χειρισμοί εντείνουν το έλλειμμα εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς, κάτι που, όπως τόνισε, μπορεί να αποβεί επικίνδυνο για τη συνοχή της κοινωνίας και τη λειτουργία του πολιτεύματος.
Ερωτηθείσα για το ενδεχόμενο κατάθεσης πρότασης μομφής, παρέπεμψε στις , αποφεύγοντας να προδικάσει τις επόμενες κινήσεις.
Ο τρόπος εκλογής των βουλευτών
Σχετικά με τη συζήτηση που έχει ανοίξει για αλλαγές στον τρόπο εκλογής των βουλευτών, προκειμένου να περιοριστούν φαινόμενα «εξυπηρετήσεων», τόνισε ότι προτεραιότητα πρέπει να παραμείνει η διαφάνεια, η λογοδοσία και η τιμωρία των υπευθύνων. Συνέδεσε δε την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ με άλλα μεγάλα ζητήματα, όπως το σκάνδαλο των παρακολουθήσεων με το Predator και την τραγωδία στα Τέμπη, κάνοντας λόγο για υποθέσεις που έχουν διαβρώσει την εμπιστοσύνη των πολιτών στο πολιτικό σύστημα.
Αναφορικά με πληροφορίες περί αιτημάτων άρσης ασυλίας για έντεκα βουλευτές, σημείωσε ότι δεν έχει λάβει γνώση της δικογραφίας και απέφυγε να σχολιάσει συγκεκριμένα περιστατικά. Υπογράμμισε, ωστόσο, ότι πρόκειται για υπόθεση που έχει ήδη υποβληθεί σε ποινική αξιολόγηση και έχει φτάσει στον Άρειος Πάγος.
Τέλος, απέρριψε τη λογική του συμψηφισμού, επισημαίνοντας ότι άλλο πράγμα είναι η θεμιτή εξυπηρέτηση πολιτών σε διοικητικά ζητήματα και άλλο η προτροπή ή συμμετοχή σε παράνομες πράξεις, όπως η απιστία ή η απάτη. «Τη λογική ότι όλοι είναι ίδιοι δεν θα την επιτρέψουμε», κατέληξε, τονίζοντας ότι το ΠΑΣΟΚ θα κινηθεί θεσμικά και μελετημένα μετά την πλήρη εξέταση των στοιχείων.