Απαντώντας στην της Ευρωπαίας Γενικής Εισαγγελέως Λάουρα Κοβέσι προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, πηγές του Υπουργείου Δικαιοσύνης επιχειρούν να αναδείξουν ότι η ελληνική πλευρά είχε ενημερώσει εγκαίρως και σε βάθος την EPPO για τις αλλαγές που προωθούσε.
Όπως τονίζουν, η κ. Κοβέσι όχι μόνο γνώριζε την επίμαχη τροπολογία, αλλά είχε εκφραστεί θετικά για τη στόχευσή της, τόσο κατά τη συνάντησή της με την ηγεσία του υπουργείου όσο και δημοσίως στο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών στις 23 Απριλίου 2026.
Χαρακτηριστική είναι η δήλωσή της:
«Κατάλαβα ότι θέλουν να κάνουν κάτι για να επιταχυνθεί η διαδικασία. Το καλωσορίζω πραγματικά. Και συμφωνώ ότι πρέπει να κάνουμε κάτι».
Με βάση αυτή την τοποθέτηση, κυβερνητικές πηγές υποστηρίζουν ότι «δεν υπήρξε κανένας αιφνιδιασμός» και ότι η ίδια η Ευρωπαία Εισαγγελέας είχε αναγνωρίσει δημόσια την ύπαρξη ουσιαστικής επικοινωνίας και συνεννόησης για τις σχεδιαζόμενες παρεμβάσεις.
Η θέση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας
Από την πλευρά της, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία εμφανίζεται σαφώς πιο επιφυλακτική. Στην επιστολή της προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η κ. Κοβέσι εκφράζει ανησυχίες ότι οι πρόσφατες εξελίξεις στην Ελλάδα ενδέχεται να επηρεάσουν αρνητικά την ανεξάρτητη και αποτελεσματική λειτουργία της EPPO.
Στο επίκεντρο των ενστάσεων βρίσκονται:
- Η τροποποίηση του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, που εισάγει ειδική διαδικασία για κακουργήματα τα οποία αφορούν μέλη του Κοινοβουλίου. Σύμφωνα με την EPPO, η ρύθμιση αυτή μπορεί να περιορίσει τη δυνατότητά της να διερευνά και να ασκεί διώξεις σε υποθέσεις αρμοδιότητάς της.
- Η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου να μην αναγνωρίσει πλήρως την πενταετή ανανέωση της θητείας τριών Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων, όπως είχε αποφασιστεί από το Κολέγιο της EPPO τον Νοέμβριο του 2025.
Κατά την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, οι εξελίξεις αυτές δημιουργούν «σοβαρές αμφιβολίες» ως προς την τήρηση της αρχής της ειλικρινούς συνεργασίας από τις ελληνικές αρχές, όπως προβλέπεται από το άρθρο 4(3) της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η επιστολή, μάλιστα, εντάσσεται στο πλαίσιο του Κανονισμού (ΕΕ) 2020/2092, που αφορά την προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης, στοιχείο που προσδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στις επισημάνσεις της EPPO.
Δύο διαφορετικές αναγνώσεις της ίδιας διαδικασίας
Η ελληνική πλευρά επιμένει ότι οι παρεμβάσεις στοχεύουν αποκλειστικά στην επιτάχυνση της Δικαιοσύνης, χωρίς να θίγονται οι αρμοδιότητες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, υπογραμμίζοντας ότι έχουν ήδη γίνει νομοτεχνικές βελτιώσεις προς αποφυγή παρερμηνειών.
Αντίθετα, η EPPO εκτιμά ότι ο τρόπος με τον οποίο διαμορφώθηκε το νέο πλαίσιο ενδέχεται να έχει πρακτικές συνέπειες στη δυνατότητά της να λειτουργεί ανεξάρτητα στην Ελλάδα.
Η ουσία της διαφωνίας φαίνεται να εστιάζει όχι στην πρόθεση των αλλαγών, αλλά στις επιπτώσεις τους: η Αθήνα μιλά για μεταρρύθμιση που επιταχύνει διαδικασίες, ενώ η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία βλέπει πιθανό περιορισμό της θεσμικής της αυτονομίας.