Όπως σημειώνει, πρόκειται για την ίδια κυβέρνηση που έχει οδηγήσει την Ελλάδα στην τελευταία θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως προς την αγοραστική δύναμη, μαζί με τη Βουλγαρία, αλλά και στη δεύτερη χαμηλότερη θέση ως προς τον μέσο μισθό, με ετήσιες αποδοχές κάτω από 18.000 ευρώ. Παράλληλα, την κατηγορεί ότι έχει θεσμοθετήσει εξαντλητικά ωράρια, φτάνοντας ακόμη και σε 13 ώρες εργασίας, ακόμη και σε βαριές και ανθυγιεινές συνθήκες.
Ο ίδιος επισημαίνει ότι, ενώ πολλοί εργαζόμενοι αμείβονται χαμηλά, συγκαταλέγονται ταυτόχρονα στους πρώτους σε ώρες εργασίας, με την καθημερινότητα της ελληνικής κοινωνίας να επιδεινώνεται διαρκώς. Αναφέρει ενδεικτικά ότι το κόστος στέγασης έχει αυξηθεί κατά 28% την τελευταία πενταετία, ότι ένας στους τέσσερις πολίτες βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, ένας στους πέντε αδυνατεί να διατηρήσει επαρκώς ζεστό το σπίτι του τον χειμώνα, ενώ το 11,3% στερείται ένα πλήρες γεύμα με κρέας ή αντίστοιχη θρεπτική επιλογή.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, τονίζει ότι η αύξηση του κατώτατου μισθού είναι ανεπαρκής και δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες της εποχής.
Καταλήγοντας, υπογραμμίζει ότι η πολιτική αλλαγή προϋποθέτει την επαναφορά των ελεύθερων διαπραγματεύσεων με τους κοινωνικούς εταίρους και τον καθορισμό του κατώτατου μισθού μέσω της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας. Παράλληλα, σημειώνει ότι απαιτείται μια δίκαιη αναπτυξιακή πολιτική που θα συμβάλει στη μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων και θα δημιουργεί ίσες ευκαιρίες για όλους.