Ξεκινώντας την τοποθέτησή του, ο κ. Χριστοδουλάκης εξέφρασε τη βαθιά θλίψη και την οδύνη του για την άδικη απώλεια των τριών πυροσβεστών που έχασαν τη ζωή τους στο καθήκον, μεταφέροντας τα θερμά του συλλυπητήρια στις οικογένειές τους.
Στη συνέχεια, άσκησε δριμεία κριτική στην κυβέρνηση για εσπευσμένη νομοθέτηση, επισημαίνοντας ότι το νομοσχέδιο κατατέθηκε ενώ βρισκόταν ακόμη σε εξέλιξη η δημόσια διαβούλευση για την Εθνική Στρατηγική για τα Ύδατα, γεγονός που αποδεικνύει, όπως είπε, ότι η διαδικασία ήταν απολύτως προσχηματική και υποκριτική. Παράλληλα, κατήγγειλε τον αποκλεισμό κρίσιμων θεσμικών φορέων, όπως η ΚΕΔΕ, η ΕΔΕΥΑ, εκπρόσωποι των εργαζομένων και δήμαρχοι, από τις συνεδριάσεις της Επιτροπής, κάνοντας λόγο για μια διαδικασία fast track που στόχευε αποκλειστικά στον έλεγχο του δημόσιου διαλόγου.
Αναφερόμενος στην κατάσταση των δικτύων, ο κ. Χριστοδουλάκης παραδέχθηκε ότι το σημερινό σύστημα έχει σοβαρές ελλείψεις, απώλειες νερού και οικονομικά προβλήματα, υπογραμμίζοντας όμως ότι οι κυβερνητικές ρυθμίσεις δεν εκσυγχρονίζουν το πλαίσιο, αλλά το αποδομούν προς όφελος ενός ακραίου υπερσυγκεντρωτισμού.
Ο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ τόνισε ότι η κυβέρνηση άφησε εσκεμμένα τα χρέη των ΔΕΥΑ να συσσωρευτούν κατά την πρόσφατη ενεργειακή κρίση, αρνούμενη να εφαρμόσει ένα πρόγραμμα στήριξης, και σήμερα χρησιμοποιεί αυτήν ακριβώς την οικονομική ασφυξία ως πρόσχημα για να ισχυριστεί ότι το υφιστάμενο μοντέλο απέτυχε. Στο πλαίσιο αυτό, εξέφρασε την έντονη διαφωνία του με την υπαγωγή του νερού στη ΡΑΑΕΥ, εξηγώντας ότι μια αρχή που σχεδιάστηκε για την πλήρως εμπορευματοποιημένη αγορά ηλεκτρικής ενέργειας δεν μπορεί να διαχειρίζεται ένα κοινωνικό αγαθό. Κατήγγειλε, μάλιστα, ότι με τις νέες διατάξεις η ΡΑΑΕΥ αποκτά κυρίαρχο ρόλο στην τιμολόγηση, αφαιρώντας την κοινωνική πολιτική από τους δήμους και επιβάλλοντας αυστηρά ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια αγοράς, μια λογική που, όπως ανέφερε, επισφραγίστηκε με την Κοινή Υπουργική Απόφαση του 2024.
Απαντώντας στο κυβερνητικό επιχείρημα ότι το κατακερματισμένο μοντέλο ευθύνεται για τη λειψυδρία, ο κ. Χριστοδουλάκης υποστήριξε ότι το νερό χάνεται από υποδομές που δεν έγιναν ποτέ και από έργα τηλεμετρίας, αφαλάτωσης και ύδρευσης που η ίδια η κυβέρνηση απένταξε από το Ταμείο Ανάκαμψης. Ο βουλευτής Ανατολικής Αττικής καυτηρίασε τη θεσμοθέτηση ενός εξαιρετικού καθεστώτος fast track ανάθεσης έργων εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ, το οποίο περιορίζει τον ανοικτό ανταγωνισμό και τη διαφάνεια, επιτρέποντας διαδικασίες διαπραγμάτευσης με μόλις τρεις εργοληπτικές επιχειρήσεις.
Ανέδειξε επίσης την οργανωτική δομή του νομοσχεδίου ως μια βίαιη εταιρική απορρόφηση των τοπικών ΔΕΥΑ, επικρίνοντας διατάξεις που προβλέπουν ακόμη και την αναγκαστική απαλλοτρίωση δημοτικών υποδομών σε περίπτωση διαφωνίας για το αντάλλαγμα μεταβίβασης, ή την αυτόματη απώλεια της κυριότητας κάθε νέας επέκτασης δικτύου υπέρ της ή της ΕΥΑΘ.
Παράλληλα, ο κ. Χριστοδουλάκης στάθηκε στην έλλειψη σχεδίου στελέχωσης που οδηγεί σε εξάρτηση από εργολάβους, ενώ κάλεσε την κυβέρνηση να δώσει άμεση λύση στην ομηρία των 650 εργολαβικών εργαζομένων της που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στον αγροτικό τομέα, προειδοποιώντας ότι η κατάργηση ή απορρόφηση των ΓΟΕΒ και ΤΟΕΒ αφαιρεί τον συμμετοχικό χαρακτήρα διαχείρισης από τους ίδιους τους παραγωγούς, ενώ η ενσωμάτωση της λογικής ανάκτησης κόστους εγκυμονεί τον κίνδυνο κατακόρυφης αύξησης των αρδευτικών τελών.
Στον αντίποδα, ο κ. Χριστοδουλάκης παρουσίασε την ολοκληρωμένη πρόταση του ΠΑΣΟΚ, η οποία διαρθρώνεται σε πέντε άξονες και προβλέπει τη διαχείριση στα γεωγραφικά όρια των υδατικών διαμερισμάτων μέσω δημόσιων διαδημοτικών φορέων και εθελοντικών συνεργασιών των δήμων και των αγροτών. Πρότεινε, επίσης, τη μόνιμη αντιμετώπιση του ενεργειακού κόστους με ειδικό τιμολόγιο και εγγυημένο ηλεκτρικό χώρο, την προηγούμενη οικονομική εξυγίανση των ΔΕΥΑ και των ΟΕΒ με οριζόντια κάλυψη του 75% των χρεών τους χωρίς προϋποθέσεις συγχώνευσης, ένα πολυετές πρόγραμμα χρηματοδότησης για τον εκσυγχρονισμό των δικτύων και, τέλος, τη διασφάλιση του δημόσιου χαρακτήρα του νερού με διαφάνεια και λογοδοσία.
Περνώντας στο δεύτερο μέρος του νομοσχεδίου, ο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι αντιμετωπίζει τον χωρικό και πολεοδομικό σχεδιασμό με τη λογική του real estate και με δύο μέτρα και δύο σταθμά. Όπως εξήγησε, την ίδια ώρα που περιορίζονται δραστικά τα δικαιώματα των μικρών ιδιοκτητών γης με το πρόσφατο Προεδρικό Διάταγμα για τους οικισμούς κάτω των 2.000 κατοίκων, η κυβέρνηση εισάγει επικίνδυνες ρυθμίσεις που επιτρέπουν την τουριστική και οικιστική ανάπτυξη σε όμορες εκτάσεις εγκαταλελειμμένων οικισμών έως και 200 στρεμμάτων.
Κλείνοντας την ομιλία του, ο κ. Χριστοδουλάκης ανακοίνωσε την κατάθεση ένστασης αντισυνταγματικότητας βάσει του άρθρου 102 του Συντάγματος, καθώς και αιτήματος ονομαστικής ψηφοφορίας, ώστε κάθε βουλευτής να αναλάβει την ατομική του ευθύνη.
Δεσμεύτηκε, δε, εκ μέρους του ΠΑΣΟΚ ότι η επόμενη κυβέρνηση του κινήματος θα καταργήσει αυτόν τον νόμο απορρύθμισης, θα επαναφέρει τον έλεγχο του νερού στην κοινωνία και τους παραγωγούς, και θα το κατοχυρώσει οριστικά ως δημόσιο αγαθό μέσω της επικείμενης Συνταγματικής Αναθεώρησης του άρθρου 24.
Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της ομιλίας
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Ξεκινώντας την ομιλία μου, θέλω να εκφράσω τη θλίψη και την οδύνη μας για τους τρεις πυροσβέστες που έχασαν χθες τόσο άδικα τη ζωή τους στη μάχη με θυσία και αυταπάρνηση για να σώσουν ζωές, περιουσίες και τον φυσικό πλούτο της χώρας μας. Θερμά συλλυπητήρια στις οικογένειες και στους οικείους τους.
Συζητάμε σήμερα ένα νομοσχέδιο που αφορά δύο ζητήματα εξαιρετικής σημασίας για τη χώρα: τη διαχείριση των υδάτων και τον χωρικό σχεδιασμό.
Πρόκειται για δύο πεδία που συνδέονται άμεσα με την ποιότητα ζωής των πολιτών, την προστασία του περιβάλλοντος, την αγροτική παραγωγή, την τοπική ανάπτυξη και, τελικά, με το ίδιο το δημόσιο συμφέρον.
Η κυβέρνηση επέλεξε να νομοθετήσει εσπευσμένα, γεγονός που αποδεικνύεται από τη χρονική σύμπτωση των διαδικασιών. Την ώρα ακριβώς που βρισκόταν ακόμη σε εξέλιξη η δημόσια διαβούλευση για την Εθνική Στρατηγική για τα Ύδατα, είχε ήδη κατατεθεί το παρόν νομοσχέδιο. Η επιλογή αυτή δείχνει ότι η διαβούλευση για την εθνική στρατηγική ήταν απολύτως προσχηματική και υποκριτική.
Αυτή η σπουδή συνεχίστηκε και κατά τη διαδικασία της Επιτροπής, όπου η κυβερνητική πλειοψηφία επέλεξε να αποκλείσει πολλούς από τους φορείς που πλήττονται άμεσα από τις διατάξεις του νομοσχεδίου.
Απέφυγε να καλέσει την ΚΕΔΕ, την ΕΔΕΥΑ, εκπροσώπους των εργαζομένων και δημάρχους των περιοχών που επηρεάζονται, προτιμώντας μια διαδικασία fast track με σκοπό τον έλεγχο του δημόσιου διαλόγου.
Ξεκινάω από μια παραδοχή: το σημερινό σύστημα έχει ελλείψεις.
Υπάρχουν ΔΕΥΑ με σοβαρά οικονομικά προβλήματα, μεγάλες απώλειες νερού στα δίκτυα, καθυστερήσεις σε έργα και σημαντικές ελλείψεις προσωπικού. Οι αλλαγές είναι απαραίτητες.
Όμως, οι ρυθμίσεις που φέρνει η κυβέρνηση, αντί να εκσυγχρονίζουν στην πράξη το υφιστάμενο καθεστώς, το αποδομούν, κάνοντας ένα ακόμα βήμα προς τον υπερσυγκεντρωτισμό αρμοδιοτήτων, την αφαίρεση πόρων και την αποδυνάμωση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, κορυφώνοντας μια πολιτική που εφαρμόζεται σταδιακά τα τελευταία χρόνια και μεταβάλλει συνολικά το μοντέλο διαχείρισης του νερού στη χώρα.
Η βάση αυτής της απαξίωσης τέθηκε κατά την πρόσφατη ενεργειακή κρίση, όταν οι ΔΕΥΑ βρέθηκαν αντιμέτωπες με τεράστια αύξηση του λειτουργικού τους κόστους. Παρά τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις της ΚΕΔΕ και της ΕΔΕΥΑ, η κυβέρνηση επέλεξε να μην εφαρμόσει ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα στήριξης, αφήνοντας τα χρέη να συσσωρευθούν.
Σήμερα, χρησιμοποιεί αυτήν ακριβώς την οικονομική ασφυξία ως επιχείρημα για να ισχυριστεί ότι το υφιστάμενο μοντέλο απέτυχε και να δικαιολογήσει τη βίαιη αναδιάρθρωση που επιχειρεί.
Στο πλαίσιο αυτού του σχεδιασμού, η κυβέρνηση προχώρησε αρχικά στην υπαγωγή του νερού στη ΡΑΑΕΥ.
Το ΠΑΣΟΚ στηρίζει την ανάγκη ύπαρξης μιας ανεξάρτητης αρχής ελέγχου, παρακολούθησης και διαφάνειας για τα ύδατα.
Διαφωνήσαμε όμως από την πρώτη στιγμή, με την υπαγωγή του νερού στη ΡΑΑΕΥ, η οποία σχεδιάστηκε και συγκροτήθηκε αποκλειστικά για την απελευθερωμένη και πλήρως εμπορευματοποιημένη αγορά ηλεκτρικής ενέργειας.
Δεν γίνεται η ίδια αρχή να διαχειρίζεται ταυτόχρονα ένα δημόσιο και κοινωνικό αγαθό, και ένα εμπόρευμα.
Με τις νέες διατάξεις που εισάγετε στο σημερινό νομοσχέδιο, η ΡΑΑΕΥ αποκτά πλέον έναν αποφασιστικό, παρεμβατικό και κυρίαρχο ρόλο στην τιμολόγηση του νερού σε όλη την επικράτεια. Έχει το δικαίωμα να εγκρίνει, να απορρίπτει ή ακόμη και να τροποποιεί εκ των υστέρων τα τιμολόγια των ΔΕΥΑ, επιβάλλοντας τη δική της ατζέντα.
Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι η τιμολογιακή πολιτική απομακρύνεται οριστικά από τους δήμους και τα εκλεγμένα όργανά τους, απογυμνώνεται η Τοπική Αυτοδιοίκηση από ένα βασικό, παραδοσιακό εργαλείο άσκησης κοινωνικής πολιτικής και στήριξης των ευάλωτων νοικοκυριών, και η τιμολόγηση του νερού πραγματοποιείται πλέον με αυστηρά ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια αγοράς.
Αυτή η λογική επισφραγίστηκε με την Κοινή Υπουργική Απόφαση του 2024 για την κοστολόγηση και την τιμολόγηση.
Η πολιτική οργανώθηκε γύρω από τις αρχές της υποχρεωτικής ανάκτησης κόστους και της απόδοσης του επενδυμένου κεφαλαίου. Με τον τρόπο αυτό, αλλάζει ριζικά η φιλοσοφία διαχείρισης, καθώς το νερό αντιμετωπίζεται ως υπηρεσία που αξιολογείται πρωτίστως με οικονομικούς όρους.
Για να το κάνουμε καθαρό: αυτό είναι κάτι που εμάς μας βρίσκει ριζικά αντίθετους.
Και αυτός είναι ο λόγος, που στο πλαίσιο της επικείμενης Συνταγματικής Αναθεώρησης, εμείς ζητάμε αλλαγή του άρθρου 24 του Συντάγματος και προσθήκη ρητής πρόβλεψης ότι το νερό είναι δημόσιο αγαθό ζωτικής σημασίας.
Για να μην μπορεί ποτέ κανείς, να αμφισβητήσει ότι η πρόσβαση σε ασφαλές, καθαρό και ποιοτικό νερό αποτελεί αναφαίρετο ανθρώπινο δικαίωμα. Ότι η διαχείριση, η ιδιοκτησία των δικτύων και η διανομή των υδάτων ανήκουν αποκλειστικά στο Δημόσιο και στις τοπικές κοινωνίες.
Εάν η κυβέρνηση συμφωνεί με αυτό, έχει μόνο έναν δρόμο: να στηρίξει την πρόταση μας για την αναθεώρηση του Συντάγματος. Η άρνηση σας θα αποδείξει τις πραγματικές σας προθέσεις.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Η κυβέρνηση επικαλείται τη λειψυδρία.
Και μας λέει ότι η αιτία των μεγάλων απωλειών νερού και της σπατάλης, είναι το κατακερματισμένο μοντέλο διαχείρισης.
Ότι το νερό χάνεται επειδή υπάρχουν πολλοί πάροχοι, και άρα η λύση είναι η συγκέντρωση των υπηρεσιών σε μεγαλύτερους φορείς.
Είναι ο καλύτερος τρόπος για να αποκρύψουν ότι επί χρόνια δεν έγιναν οι αναγκαίες επενδύσεις στα δίκτυα, δεν αντικαταστάθηκαν αγωγοί δεκαετιών, δεν ενισχύθηκαν οι φορείς με το απαραίτητο προσωπικό, δεν αξιοποιήθηκαν έγκαιρα οι διαθέσιμοι πόροι.
Το νερό δεν χάνεται επειδή ένας πάροχος είναι δημοτικός. Χάνεται από έργα που δεν έγιναν ποτέ. Έργα που, όχι θα μπορούσαν, αλλά θα έπρεπε σήμερα να βρίσκονται σε εξέλιξη, αν δεν τα είχατε απεντάξει από το Ταμείο Ανάκαμψης.
Μεγάλα έργα ύδρευσης, άρδευσης, αφαλατώσεων και συστημάτων τηλεμετρίας.
Και εσείς αντί να επενδύσετε στις υποδομές, επιλέγετε να αλλάξετε το διοικητικό μοντέλο, χωρίς να αποδεικνύετε ότι αυτό θα εξοικονομήσει ούτε ένα κυβικό μέτρο νερού.
Αντί, λοιπόν, για ώριμες επενδύσεις, εισάγονται τώρα, στα άρθρα 36 & 39, διαδικασίες fast track για την ανάθεση έργων εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ.
Θεσπίζετε ένα εξαιρετικό καθεστώς ανάθεσης έργων για την αντιμετώπιση της λειψυδρίας.
Παρότι προστέθηκαν ορισμένες ασφαλιστικές δικλίδες υπό το βάρος της δημόσιας κατακραυγής και των εύλογων αντιδράσεων, εξακολουθεί να επιτρέπει τη δημοπράτηση έργων με περιορισμένες προπαρασκευαστικές μελέτες και με διαδικασία διαπραγμάτευσης, όπου προσκαλούνται μόλις τρεις εργοληπτικές επιχειρήσεις.
Έτσι, η εξαίρεση του άρθρου 32 του ν. 4412/2016 τείνει να μετατραπεί σε κανόνα, περιορίζοντας τον ανοικτό ανταγωνισμό και τη διαφάνεια στις δημόσιες συμβάσεις.
Και υπάρχει ακόμη μία χαρακτηριστική αντίφαση. Ενώ επικαλείστε την ανάγκη για ενιαία διαχείριση του νερού, αφήνετε άλυτα υπαρκτά προβλήματα πολιτών που εξακολουθούν να βρίσκονται εκτός του δημόσιου δικτύου.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Δήμος Αχαρνών, όπου χιλιάδες νοικοκυριά εξακολουθούν να υδροδοτούνται μέσω παλαιών ιδιωτικών δικτύων και να πληρώνουν ακριβότερα το νερό.
Αν πραγματικά ο στόχος σας είναι η καθολική και ισότιμη πρόσβαση στο νερό, τότε αξιοποιήστε την «μεταρρύθμιση» σας για να δώσετε οριστική λύση σε αυτό το πρόβλημα.
Η ίδια λογική της βίαιης συγκέντρωσης κυριαρχεί και στην οργανωτική δομή του νομοσχεδίου, με τη δημιουργία δύο υπερσυγκεντρωτικών οργανισμών που απορροφούν τις τοπικές ΔΕΥΑ και τους Οργανισμούς Εγγείων Βελτιώσεων.
Με το άρθρο 3, αφαιρείτε από τις τοπικές κοινωνίες τον έλεγχο των υδάτων.
Το άρθρο 4, επιβάλλει ασφυκτικά, εξωπραγματικά χρονοδιαγράμματα λίγων μηνών για την ολοκλήρωση αυτών των πολύπλοκων συγχωνεύσεων, μετατρέποντας μια υποτιθέμενη θεσμική μεταρρύθμιση σε μια διαδικασία βίαιης εταιρικής απορρόφησης.
Στο άρθρο 5, προβλέπεται ότι σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ ενός δήμου και της εταιρείας για το αντάλλαγμα μεταβίβασης των δικτύων, μπορεί να ζητηθεί ακόμη και η αναγκαστική απαλλοτρίωση των δημοτικών υποδομών υπέρ της εταιρείας.
Το άρθρο 11 έρχεται να ολοκληρώσει αυτόν τον εκβιασμό, ορίζοντας ότι για όποιον δήμο επιλέξει να κρατήσει την κυριότητα των δικτύων του, κάθε νέα επέκταση ή αντικατάσταση υποδομής περιέρχεται αυτομάτως στην ιδιοκτησία της ή της ΕΥΑΘ. Με αυτόν τον τρόπο, η δημοτική περιουσία θα συρρικνώνεται σταδιακά μέχρι να εξαφανιστεί και να απορροφηθεί πλήρως.
Όσον αφορά δε το ανθρώπινο δυναμικό, το άρθρο 14 αυξάνει κατακόρυφα τις αρμοδιότητες χωρίς την πρόβλεψη νέων οργανικών θέσεων και χωρίς κανένα σοβαρό σχέδιο στελέχωσης, γεγονός που μαθηματικά θα οδηγήσει τις υπηρεσίες σε πλήρη εξάρτηση από εξωτερικούς ιδιώτες αναδόχους και εργολάβους. Και φυσικά, εξάρτηση με τρόπο πλήρως κεντρικοποιημένο, όπως προφανώς σας βολεύει.
Και εδώ βρίσκεται μία ακόμα μεγάλη αντίφαση του νομοσχεδίου. Μιλάτε για την επέκταση της και την ενίσχυση του δημόσιου χαρακτήρα της. Όμως, πίσω από τις εξαγγελίες υπάρχει μια πραγματικότητα που επιλέγετε να αγνοείτε. Περίπου 650 εργολαβικοί εργαζόμενοι καλύπτουν εδώ και χρόνια πάγιες και διαρκείς ανάγκες της επιχείρησης. Είναι οι άνθρωποι που κρατούν καθημερινά την σε λειτουργία και, παρ’ όλα αυτά, δεν υπάρχει καμία σαφής πρόβλεψη για το μέλλον τους.
Και ρωτάμε: Γιατί δεν υπάρχει καμία μέριμνα για ανθρώπους που έχουν ήδη αποδείξει στην πράξη την εμπειρία, την επάρκεια και την αναγκαιότητά τους;
Αν πραγματικά θέλετε να ενισχύσετε την , ξεκινήστε από αυτούς που ήδη τη στηρίζουν καθημερινά. Δώστε λύση στους ανθρώπους που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αντί να τους αντιμετωπίζετε ως εργαζόμενους μιας χρήσης.
Προχωράω στο θέμα της άρδευσης.
Ο υπερσυγκεντρωτισμός που διέπει το νομοσχέδιο αγγίζει και την παραγωγική ύπαιθρο, καθώς αναθέτετε σε αυτούς τους δύο αστικούς οργανισμούς την ευθύνη και του αρδευτικού νερού.
Η και η ΕΥΑΘ είναι εταιρίες με διαφορετική αποστολή. Και δεν έχει παρουσιαστεί ούτε μια μελέτη που να τεκμηριώνει την οργανωτική και τεχνική τους επάρκεια για μια τόσο μεγάλη επέκταση αρμοδιοτήτων.
Με το άρθρο 16 η κυβέρνηση καταργεί ή απορροφά τους ΓΟΕΒ και ΤΟΕΒ, και μεταφέρει κρίσιμες αρμοδιότητες, απομακρύνοντας τη λήψη αποφάσεων από τους ίδιους τους παραγωγούς και τις τοπικές κοινωνίες.
Οι ΟΕΒ, παρά τα προβλήματα που σε ορισμένες περιπτώσεις αντιμετωπίζουν, αποτελούν συλλογικούς φορείς αυτοδιαχείρισης των αγροτών. Μέσω των αιρετών οργάνων τους, αποφασίζουν για τις ανάγκες των δικτύων, τα έργα συντήρησης και τις εισφορές των μελών τους. Η επιλογή της κυβέρνησης είναι η κατάργηση του συμμετοχικού χαρακτήρα της διαχείρισης του αρδευτικού νερού.
Ανησυχία μας προκαλεί και η πρόβλεψη για τιμολόγηση του αρδευτικού νερού.
Η ενσωμάτωση της λογικής ανάκτησης κόστους και εδώ, δημιουργεί τον κίνδυνο αύξησης των αρδευτικών τελών, επιβαρύνοντας περαιτέρω το κόστος παραγωγής και τους αγρότες.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Εμείς προσερχόμαστε στη σημερινή συζήτηση, καταθέτοντας τη δική μας οπτική για μια ολοκληρωμένη, ρεαλιστική και επιστημονικά τεκμηριωμένη πρόταση για τη διαχείριση των υδάτων, σε 5 άξονες:
1. Εμείς θεωρούμε ότι η διαχείριση πρέπει να οργανώνεται στα γεωγραφικά όρια των υδατικών διαμερισμάτων, ακριβώς όπως προβλέπει και η Οδηγία-Πλαίσιο της ΕΕ για ύδατα. Μέσα από δημόσιους διαδημοτικούς φορείς, οι οποίοι θα αναλαμβάνουν ενιαία την ύδρευση, την αποχέτευση, την άρδευση, την επαναχρησιμοποίηση των επεξεργασμένων υδάτων, τα έργα αποθήκευσης και τον σχεδιασμό προσαρμογής κάθε περιοχής στη λειψυδρία.
Οι φορείς αυτοί πρέπει να συγκροτούνται κατά προτεραιότητα μέσα από εθελοντικές συνεργασίες των δήμων και των συνεργατικών σχημάτων αγροτών-χρηστών, με ουσιαστικά οικονομικά και θεσμικά κίνητρα από την Πολιτεία και με αντικειμενικά επιστημονικά και υδρολογικά κριτήρια.
Ειδική εξαίρεση αποτελούν τα μητροπολιτικά συγκροτήματα της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, όπου προτείνεται διακριτή διαχείριση της ύδρευσης και της άρδευσης.
2. Εμείς θεωρούμε αναγκαία τη μόνιμη αντιμετώπιση του ενεργειακού κόστους: ειδικό τιμολόγιο ηλεκτρικής ενέργειας για τους φορείς διαχείρισης υδάτων και θεσμοθέτηση εγγυημένου ενεργειακού χώρου, ώστε οι φορείς να αναπτύσσουν δικές τους ενεργειακές κοινότητες.
3. Πριν από οποιαδήποτε αναδιάρθρωση, απαιτείται η οικονομική εξυγίανση των ΔΕΥΑ και των ΟΕΒ που επιβαρύνθηκαν δυσανάλογα από την ενεργειακή κρίση.
Πολύ απλά, οριζόντια εφαρμογή του μέτρου του άρθρου 7 του νομοσχεδίου για την κάλυψη κατά 75% των χρεών του ενεργειακού κόστους, για όλες τις ΔΕΥΑ, τις δημοτικές υπηρεσίες ύδρευσης και τους ΟΕΒ, χωρίς την προϋπόθεση της ενσωμάτωσης τους σε οποιονδήποτε τρίτο φορέα.
4. Προτείνουμε επίσης ένα πολυετές πρόγραμμα χρηματοδότησης για τον εκσυγχρονισμό των δικτύων ύδρευσης και άρδευσης, με στόχο τη δραστική μείωση των διαρροών, την εξοικονόμηση υδατικών πόρων και τη βελτίωση της αποδοτικότητας των υποδομών.
5. Η μεταρρύθμιση πρέπει να διασφαλίζει τον δημόσιο χαρακτήρα του νερού, να στηρίζεται στην επιστημονική γνώση, στη διαφάνεια, στη λογοδοσία και στην ουσιαστική συμμετοχή της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Αυτή η τάση αντιμετώπισης των δημόσιων αγαθών με χρηματοοικονομικά κριτήρια γίνεται ακόμη πιο εμφανής στο δεύτερο μέρος του νομοσχεδίου.
Εδώ είναι ξεκάθαρο ότι αντιμετωπίζετε τον χωρικό και πολεοδομικό σχεδιασμό με τη λογική μιας κυβέρνησης real estate.
Λίγες μόλις εβδομάδες μετά την κωδικοποίηση της πολεοδομικής νομοθεσίας, επανέρχεστε με εκτεταμένες αλλαγές που εφαρμόζουν δύο μέτρα και δύο σταθμά.
Από τη μία πλευρά, με το πρόσφατο ΠΔ 129/2025 για τους οικισμούς κάτω των 2.000 κατοίκων περιορίζετε δραστικά τα δικαιώματα των μικρών ιδιοκτητών γης, απαξιώνοντας την περιουσία του απλού πολίτη.
Από την άλλη πλευρά, δημιουργείτε ειδικά εργαλεία οργανωμένης ιδιωτικής πολεοδόμησης για μεγάλες εκτάσεις και μεγάλους επενδυτές.
Για όλους αυτούς τους λόγους, το ΠΑΣΟΚ καταψηφίζει το νομοσχέδιο.
Ευτυχώς για τον τόπο και τις τοπικές κοινωνίες, δεν θα προλάβετε να κάνετε πράξη αυτό το νομοθέτημα. Οι πολίτες αντιλαμβάνονται την πολιτική της εμπορευματοποίησης των πάντων και σύντομα θα σας στείλουν τον λογαριασμό.
Εμείς δεσμευόμαστε από το βήμα της Βουλής, ότι η επόμενη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ θα καταργήσει αυτόν τον νόμο της απορρύθμισης.
Θα επαναφέρουμε τον έλεγχο του νερού εκεί που ανήκει: στην κοινωνία, στους δήμους και στους παραγωγούς, κατοχυρώνοντας το οριστικά στο Σύνταγμα της χώρας.
Και κλείνω με μια επέτειο.
Σήμερα είναι 30 Ιουλίου 2026. Στις 30 Ιουλίου 2025, ήταν εκείνη η θλιβερή ημέρα για το Κοινοβούλιο, που οι βουλευτές της κυβερνητικής πλειοψηφίας πήγαν πολύ νωρίς για ύπνο, ψηφίζοντας με επιστολικές ψήφους για να συγκαλύψουν τυχόν ποινικές ευθύνες δύο υπουργών της κυβέρνησης για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Επειδή εμείς πιστεύουμε στην ατομική ευθύνη των βουλευτώ, καταθέτουμε αίτημα ονομαστικής ψηφοφορίας για να είναι υποχρεωμένος ο καθένας από εμάς να πάρει την ευθύνη για την κρίσιμη απόφαση που συνδέεται με το μέλλον της διαχείρισης των υδάτων. Και καταθέτουμε επίσης ένσταση αντισυνταγματικότητας στη βάση του άρθρου 102 του Συντάγματος.