Τα Δικαστικά Μέγαρα οφείλουν να αποτελούν τον πυρήνα του κράτους δικαίου. Εκεί κρίνεται η ευθύνη, εκεί αποκαθίσταται η έννομη τάξη.
Τι συμβαίνει όμως όταν, σε συγκεκριμένο δικαστικό μέγαρο, διαδοχικές υποθέσεις γεννούν εύλογο προβληματισμό ως προς τη μετατόπιση από την ουσία στην τεχνική υπαγωγή;
Θεσμικός προβληματισμός για συγκεκριμένες δικαστικές κρίσεις
Από την κλοπή στην τεχνικότητα: Τρεις αποφάσεις που δοκιμάζουν την εμπιστοσύνη
Υπόθεση 1: Κλοπή χρηματοκιβωτίου

Η αιτιολογία στηρίχθηκε σε τεχνικές παραμέτρους υπαγωγής και στον νομικό χαρακτηρισμό της πράξης, χωρίς ουσιαστική ανατροπή του πραγματικού σκέλους.
Πρόκειται για ερμηνευτική ελευθερία στο πλαίσιο της αρχής της νομιμότητας;
Ή για μετατόπιση του βάρους από το γεγονός στον χαρακτηρισμό του;
Όταν μάλιστα αστικές και ποινικές πτυχές της ίδιας υπόθεσης καταλήγουν στο ίδιο δικαιοδοτικό πρόσωπο, το ερώτημα περί θεσμικής ισορροπίας τίθεται με μεγαλύτερη ένταση.
Υπόθεση 2: Τιμολόγια οπλισμού και εργασία σε εργοτάξιο

Η πραγματική διάσταση της υπόθεσης παρέπεμπε σε οικονομική αφαίμαξη μέσω λογιστικής κατασκευής.
Ωστόσο, η τελική νομική υπαγωγή οδήγησε σε αποδυνάμωση της ευθύνης, με μετατόπιση από το πραγματικό γεγονός στην επιλεκτική ερμηνευτική προσέγγιση των συμβατικών και τεχνικών στοιχείων
Το ερώτημα δεν αφορά το αποτέλεσμα καθαυτό. Αφορά τη διαδρομή:
Πώς ένα υλικό περιστατικό μετασχηματίζεται σε τεχνικό ζήτημα ερμηνείας και ευκαριας σε αυτόν που προξένησε με αδικοπραξίες ζημία ;
Και όταν παρατηρείται επανάληψη παρόμοιας μεθοδολογίας, που συντονίζεται από κοινή ομάδα συλλειτουργών τίθενται ζητήματα συνέπειας και θεσμικού ελέγχου
Υπόθεση 3: Υπεξαίρεση ταμείου εμπορικής επιχείρησης

Η έννοια της αοριστίας, όταν ερευνάται αυτεπαγγέλτως στον δεύτερο βαθμό, μπορεί να λειτουργήσει ως καταλυτικός μηχανισμός ακύρωσης της ουσιαστικής κρίσης. Όταν στοιχεία που είχαν τεθεί σαφώς, αποδειχθεί και δεν είχαν ουσιαστικά αμφισβητηθεί, μετατρέπονται αιφνιδίως σε δικονομικά ελλείμματα, δημιουργείται προβληματισμός.
Όταν η υπαγωγή μετατρέπεται σε εργαλείο μετατόπισης από το αποδεδειγμένο γεγονός προς τεχνικές ερμηνευτικές διαδρομές, η ουσία της πράξης παύει να αποτελεί τον κεντρικό άξονα της κρίσης.
Τα ερωτήματα που παραμένουν
Η δημοσιογραφική διερεύνηση δεν προδικάζει. Θέτει ερωτήματα.
Πυρήνας κράτους δικαίου ή ερμηνευτικό καταφύγιο;
Δικαστικό Μέγαρο ή χώρος απορρόφησης ευθυνών;
Ερμηνευτική κατεύθυνση ή κλειστό σύστημα με επιλεκτική στοχοποίηση;
Ανεξάρτητες κρίσεις ή επαναλαμβανόμενη μεθοδολογία;
Η απάντηση δεν βρίσκεται στη ρητορική. Βρίσκεται στη διαφάνεια. Και όταν τα ερωτήματα επαναλαμβάνονται, ο προβληματισμός είναι θεσμικός και η διερεύνηση καθίσταται υποχρέωση.