Η βενζίνη έχει ξεπεράσει τα 2 ευρώ το λίτρο, ενώ σε ορισμένες περιοχές της Ελλάδας έχει σκαρφαλώσει ακόμη υψηλότερα, με αποτέλεσμα να επιβαρύνονται μεταφορές, επιχειρήσεις και νοικοκυριά. Η εικόνα, δε, είναι εξίσου αρνητική και στο πετρέλαιο θέρμανσης, η διανομή του οποίου αρχίζει στις 15 Οκτωβρίου.
Οι τιμές, δε, είναι ιδιαιτέρως υψηλές, αφού εάν το πετρέλαιο διετίθετο από σήμερα θα κυκλοφορούσε στην τιμή του 1,8 ευρώ το λίτρο, τη στιγμή που την ίδια εποχή πριν από έναν χρόνο ήταν κάτω από 1,10 δολάρια/λίτρο.
Εν τω μεταξύ, με το ράλι του φυσικού αερίου να συνεχίζεται, η επιβάρυνση εκτιμάται ότι θα ξεπεράσει το 40% σε σχέση με πέρυσι.
Η αύξηση του κόστους του φυσικού αερίου έχει ήδη αρχίσει να αποτυπώνεται και στη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας σε ολόκληρη την Ευρώπη. Στην Ελλάδα, η μέση τιμή της μεγαβατώρας ξεπέρασε τα 182 ευρώ κατά τη διάρκεια του τελευταίου διημέρου, ενώ στις πρώτες ημέρες του Σεπτεμβρίου ο μέσος όρος διαμορφώνεται στα 158,76 ευρώ ανά μεγαβατώρα, έναντι 133,4 ευρώ που ήταν τον Αύγουστο.
Η συγκεκριμένη αύξηση προμηνύει σημαντική επιβάρυνση για τα νοικοκυριά, ιδιαίτερα στην περίπτωση που οι διεθνείς τιμές εξακολουθήσουν να κινούνται στα σημερινά επίπεδα μέχρι να ξεκινήσει η χειμερινή περίοδος. Παράλληλα, οι υψηλές τιμές του πετρελαίου μεταδίδονται σταδιακά σε ολόκληρη την οικονομία, αυξάνοντας το κόστος των μετακινήσεων και των εμπορευματικών μεταφορών και ασκώντας πιέσεις στις τελικές τιμές των αγαθών.
Μιλώντας στον ΣΚΑΪ, ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου προειδοποίησε ότι η κυβέρνηση θα εξετάσει παρεμβάσεις εφόσον δεν υπάρξει αποκλιμάκωση των πιέσεων. «Αν δεν υπάρχει μία αποκλιμάκωση, τότε θα πρέπει να περιμένουμε από την κυβέρνηση συνολικά να πάρει κάποια συγκεκριμένα μέτρα», δήλωσε, αναφερόμενος στην τιμή του πετρελαίου θέρμανσης.
Ο υπουργός δεν έδωσε περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να εφαρμοστεί μια ενδεχόμενη στήριξη, ξεκαθάρισε όμως ότι η πολιτεία δεν θα αγνοήσει τις επιβαρύνσεις που υφίστανται οι καταναλωτές. «Θα πρέπει να ξέρουν όλοι ότι, όπως έχουμε κάνει και μέχρι σήμερα, δεν είμαστε προφανώς αδιάφοροι. Υποχρέωση της κυβέρνησης είναι να λαμβάνει υπόψη όλα τα μέρη της κοινωνίας και ιδιαίτερα τα πιο ευάλωτα», ανέφερε.
Ανάλογη τοποθέτηση έκανε και για το κόστος των καυσίμων κίνησης. «Τα μέτρα που ίσχυαν τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο θα εξεταστούν και πρέπει και εκεί να περιμένουμε κάποιες εξελίξεις», σημείωσε. Εξηγώντας τη φιλοσοφία πίσω από πιθανές κυβερνητικές παρεμβάσεις, ο κ. Παπασταύρου επισήμανε ότι η Ελλάδα δεν έχει τη δυνατότητα να επηρεάσει τις γεωπολιτικές εξελίξεις που καθορίζουν τις διεθνείς τιμές του πετρελαίου. Μπορεί, ωστόσο, να δημιουργήσει ένα «ανάχωμα», περιορίζοντας τις επιπτώσεις που προκαλούν οι εξελίξεις αυτές στους πολίτες.
Παράλληλα, ο υπουργός αναφέρθηκε και στους περιορισμούς που υπάρχουν ως προς την κρατική στήριξη. Όπως τόνισε, οι παρεμβάσεις θα πρέπει να πραγματοποιούνται με μέτρο και να παραμένουν εντός των δημοσιονομικών δυνατοτήτων της χώρας. Στόχος είναι η στήριξη νοικοκυριών και επιχειρήσεων να μην οδηγήσει σε προβλήματα που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη δημοσιονομική σταθερότητα.
Ο οδικός χάρτης για τη μείωση του ενεργειακού κόστους κατά 30%
Η αντιμετώπιση των σημερινών ανατιμήσεων αποτελεί, σύμφωνα με τον υπουργό, μέρος ενός ευρύτερου κυβερνητικού σχεδιασμού που προβλέπει μείωση του ενεργειακού κόστους κατά 30% κατά την τριετία 2027-2029. Ο κ. Παπασταύρου παραδέχθηκε ότι ο συγκεκριμένος σχεδιασμός δεν μπορεί από μόνος του να δώσει άμεση λύση στις πιέσεις που ενδέχεται να αντιμετωπίσουν οι καταναλωτές τον φετινό χειμώνα. Υπογράμμισε, ωστόσο, ότι η χώρα πρέπει ταυτόχρονα να διαχειριστεί τις άμεσες ανάγκες και να αντιμετωπίσει τις διαρθρωτικές αιτίες που διατηρούν υψηλό το ενεργειακό κόστος.
Στις βασικές παρεμβάσεις του σχεδιασμού περιλαμβάνονται η ενίσχυση της παρουσίας των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας στο ενεργειακό μείγμα, η ταχύτερη ανάπτυξη υποδομών αποθήκευσης ενέργειας, η ολοκλήρωση των ηλεκτρικών διασυνδέσεων των νησιών, η βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας και η αντιμετώπιση των ρευματοκλοπών μέσω της εγκατάστασης έξυπνων μετρητών.
Ο κ. Παπασταύρου επανέλαβε ακόμη ότι τις ημέρες κατά τις οποίες οι ΑΠΕ συμμετέχουν με ποσοστό άνω του 75%-80% στο ενεργειακό μείγμα, η μέση τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας περιορίζεται στα 72 ευρώ ανά μεγαβατώρα, ενώ η συνολική μέση τιμή ανέρχεται στα 101 ευρώ. Το ζητούμενο είναι να αυξηθεί ο αριθμός αυτών των ημερών, κάτι που μπορεί να επιτευχθεί μέσω της επιτάχυνσης της αποθήκευσης ενέργειας. Με αυτόν τον τρόπο, η πλεονάζουσα παραγωγή από πράσινες πηγές θα μπορεί να αποθηκεύεται και να χρησιμοποιείται κατά τις ώρες υψηλής ζήτησης.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν και οι ηλεκτρικές διασυνδέσεις των νησιών. Όπως ανέφερε ο υπουργός, το κόστος της σημερινής κατάστασης για τους καταναλωτές ανέρχεται περίπου στο 1 δισ. ευρώ κάθε χρόνο. Μέχρι, όμως, να ολοκληρωθούν και να αρχίσουν να αποδίδουν οι συγκεκριμένες υποδομές, η κυβέρνηση θα πρέπει να αντιμετωπίσει τις άμεσες συνέπειες που προκαλεί η άνοδος του πετρελαίου στο κόστος θέρμανσης, στις μετακινήσεις και στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος.