Όταν δημόσιοι λειτουργοί έχουν αμετακλήτως καταδικασθεί για παράνομες πράξεις, και το ίδιο το Κράτος έχει ρητώς συνομολογήσει –σε διοικητικό και δικαστικό επίπεδο– ότι δεν υπήρξε γνώση, συμμετοχή ή συνέργεια εταιρείας στις εν λόγω παρανομίες, γεγονός που έχει πολλαπλώς διαγνωσθεί και τεκμηριωθεί, τότε ανακύπτει ένα βαθύ θεσμικό παράδοξο, να θεωρείται κάποιος αστικά υπεύθυνος, να υποχρεώνεται να καταβάλλει ποσά και να υφίσταται δημόσια διαπόμπευση για πράξεις δημοσίων λειτουργών και τρίτων, τις οποίες δεν προκάλεσε.
Πρόκειται για μια λογική αντιστροφή της έννοιας της ευθύνης, η οποία προσβάλλει ευθέως τις αρχές του κράτους δικαίου, της προσωπικής ευθύνης και της δικαιοκρατικής αναλογικότητας. Η ευθύνη αποσυνδέεται από τη συμπεριφορά και μετατρέπεται σε αντικειμενική τιμωρία του ανυπαίτιου, επειδή βρέθηκε στο πεδίο δράσης ενός παραβατικού κρατικού μηχανισμού, ο οποίος απέκλειε τον έλεγχο από τρίτους.
Οι έντιμοι ανώτατοι δικαστές
Τα παράδοξα και τις θεσμικές ασάφειες δεν τα αποδέχθηκαν έντιμοι ανώτατοι δικαστές, μεταξύ των οποίων ο αξιότιμος κ. Παναγιώτης Πικραμμένος, πρώην Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας και πρώην Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης, καθώς και ο αξιότιμος κ. Δημήτριος Σκαλτσούνης, πρώην Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας. Η στάση τους επιβεβαιώνει ότι η ανώτατη δικαστική κρίση, όταν λειτουργεί με θεσμική αυτοσυνείδηση, δεν μπορεί να νομιμοποιεί την μετακύλιση της κρατικής παρανομίας στον πολίτη.
Εκριναν το προφανές ότι σε ένα κράτος δικαίου, δεν είναι ο αμέτοχος που οφείλει να πληρώσει την ανομία της εξουσίας του δημόσιου λειτουργού , αλλά η ίδια η εξουσία που οφείλει να λογοδοτήσει.
Όταν η εύλογη πεποίθηση του πολίτη δεν είναι απλώς υποκειμενική προσδοκία, αλλά απολύτως δικαιολογημένη, διότι ταυτίζεται πλήρως με τη θέση εγκρίτων και έντιμων δικαστών του Συμβουλίου της Επικρατείας, τότε κάθε μεταγενέστερη ανατροπή της δεν συνιστά απλή ερμηνευτική διαφοροποίηση, συνιστά θεσμική ρήξη.
Ειδικότερα, όταν την ίδια αυτή πεποίθηση διατύπωσαν ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου Παναγιώτης Πικραμμένος και οι Σύμβουλοι Νικόλαος Ρόζος, Δημήτριος Σκαλτσούνης, Κωνσταντίνος Ευστρατίου, Βασίλειος Αραβαντινός, Κωνσταντίνος Κουσούλης, Κωνσταντίνος Πισπιρίγκος, καθώς και η Πάρεδρος Χρυσούλα Σιταρά, με σαφή, νηφάλια και απολύτως νομικά τεκμηριωμένη σκέψη, τότε η ασφάλεια δικαίου αποκτά συγκεκριμένο περιεχόμενο.
Η θέση τους ήταν σαφής: δικαιούχος της συμψηφιστικής ατέλειας είναι ο πρατηριούχος που υπέστη πραγματική οικονομική ζημία λόγω της ατελούς διάθεσης αποθεμάτων, και η προβλεπόμενη από τον νόμο διαδικασία αποκατάστασης διεκπεραιώνεται, χάριν απλούστευσης, από την εκάστοτε συνεργαζόμενη προμηθεύτρια εταιρεία, ακόμη και αν αυτή δεν είναι η αρχική προμηθεύτρια ή ακόμη και αν η τελευταία δεν υφίσταται πλέον.”
Ουδείς θα μπορούσε, υπό αυτές τις συνθήκες, να αναμένει ότι μεταγενέστερα κάποιοι «στοχαστές» της νομικής θα επινοούσαν κατασκευές “εν σπερματί” ή “οιωνεί” κυριότητας, χωρίς σαφές νομοθετικό έρεισμα, προκειμένου να αποτραπεί –όχι η αδικία– αλλά η οικονομική κατάρρευση συγκεκριμένων ισχυρών παραγόντων της αγοράς;
Ουδείς θα μπορούσε να προβλέψει τέτοια αυθαίρετη και εμμονική ερμηνευτική μετατόπιση, η οποία δεν λειτουργεί ως εφαρμογή του δικαίου αλλά ως εργαλείο εξιλέωσης του Κράτους από τις παρανομίες των δημοσίων λειτουργών του ;
Όταν όμως η δικαστική ερμηνεία αποσπάται από το γράμμα και τον σκοπό του νόμου τότε δεν μιλάμε πλέον για νομικό στοχασμό. Μιλάμε για παραγωγή θεσμικής αυθαιρεσίας, η οποία εκκαθαρίζει την αγορά όχι μέσω ανταγωνισμού, αλλά μέσω δικαστικών κατασκευών.
Και τότε το ερώτημα δεν είναι νομικό. Είναι βαθύτατα θεσμικό και πολιτικό:
ποιοι ωφελούνται από ένα δίκαιο τόσο ασταθές, που εξοντώνει τους αδύναμους και δίνει έδαφος στους ισχυρούς;
Παρόλα αυτά βραβεύονται εκείνοι που αυτοπαρουσιάζονται ως «βαθυστόχαστοι» και «ντελικάτοι» δικαστές, όταν το αποτέλεσμα της δικαστικής τους κρίσης δεν είναι η προστασία της ασφάλειας δικαίου αλλά η κατασκευή αδιεξόδων σε βάρος πολιτών.
Όταν ο λεγόμενος νομικός στοχασμός δεν λειτουργεί ως μέθοδος ελέγχου της εξουσίας, αλλά ως τεχνική εξωραϊσμού της κρατικής παρανομίας, τότε υπάρχει, αναμφίβολα, ένα κρίσιμο σημείο στο οποίο η δημόσια ρητορική περί «υψηλού δικαστικού ήθους» και «γερού νομικού στοχασμού» παύει να αποτελεί απλώς υπερβολή ή φιλοφρόνηση και καθίσταται θεσμικά προσβλητική για το κράτος δικαίου. Διότι το δικαστικό ήθος δεν αποτιμάται με αισθητικά ή φιλολογικά κριτήρια, ούτε με την επιτηδευμένη λεπτότητα των διατυπώσεων, αλλά με την ικανότητα της δικαστικής κρίσης να θέτει όρια στην αυθαιρεσία της εξουσίας.
Όταν η ερμηνεία αποκόπτεται από το σαφές νομοθετικό έρεισμα, όταν εισάγονται κατασκευές «οιωνεί ευθύνης», «εν σπερματί παραβάσεων» ή δυνητικών καταλογισμών χωρίς πραγματική συμπεριφορά καταλογιστέα στον πολίτη, τότε δεν πρόκειται για υψηλό νομικό στοχασμό. Πρόκειται για μεταμφίεση της αυθαιρεσίας σε θεωρητική λεπτότητα.
Σε αυτό το σημείο, η επιβράβευση τέτοιων πρακτικών δεν συνιστά απλώς ατυχή αξιολογική κρίση. Συνιστά αντιστροφή των αξιακών πυλώνων της δικαιοσύνης: η δικαστική εξουσία παύει να λειτουργεί ως θεσμικό ανάχωμα και μετατρέπεται σε παραγωγό κρατικής ανασφάλειας δικαίου.
Διότι το κράτος δικαίου δεν κινδυνεύει μόνο από την ωμή αυθαιρεσία. Κινδυνεύει εξίσου –και ίσως περισσότερο– από την αυθαιρεσία που παρουσιάζεται ως στοχασμός.
Υπάρχει λοιπόν ένα σημείο στο οποίο η δημόσια ρητορική περί «υψηλού δικαστικού ήθους» και «γερού νομικού στοχασμού» παύει να είναι απλώς υπερβολική και καθίσταται θεσμικά προσβλητική για το κράτος δικαίου.
Όταν δικαστικές κρίσεις αποσιωπούν κρίσιμα πραγματικά δεδομένα,παρακάμπτουν δεσμευτικούς κανόνες, και οδηγούν συστηματικά σε απαλλαγή του κράτους από τις ίδιες του τις ευθύνες, τότε η επίκληση του «δικαστικού ήθους» δεν λειτουργεί ως τιμή. Λειτουργεί ως θεσμικό άλλοθι.
Η Δικαιοσύνη δεν κρίνεται από τον τρόπο που περιγράφει τον εαυτό της ή από τις τιμητικές διακρίσεις που απονέμονται εντός κλειστών κύκλων. Κρίνεται αποκλειστικά από το αποτέλεσμα της δικανικής της λειτουργίας. Αν δηλαδή περιορίζει την εξουσία ή αν τη σταθεροποιεί εις βάρος των ατομικών εγγυήσεων.
Όταν η νομολογία σιωπά εκεί όπου όφειλε να αιτιολογήσει, και μετατοπίζει την ευθύνη από το κράτος σε τρίτους, τότε δεν πρόκειται για απλή ερμηνευτική επιλογή. Πρόκειται για δομική εκτροπή της δικαστικής λειτουργίας.
Η ακαδημαϊκή και θεσμική αποδοχή τέτοιων πρακτικών — μέσω επαίνων, βραβεύσεων ή αβασάνιστων χαρακτηρισμών περί «νομικής αρτιότητας» — δημιουργεί ένα εξαιρετικά επικίνδυνο προηγούμενο. Την κανονικοποίηση της αδικίας ως έντιμης δικανικής στάσης, αρκεί να είναι τεχνικά καμουφλαρισμένη.
Το πρόβλημα δεν είναι η ύπαρξη σκληρής νομολογίας. Το πρόβλημα είναι η απουσία αυτοκριτικής.
Σε συνθήκες τέτοιας δικαιοκρατικής διχογνωμίας, η Πολιτεία οφείλει να θεσμοθετήσει με σαφήνεια, να αποκαταστήσει την ασφάλεια δικαίου .
Δεν πρόκειται για ουδέτερη επιλογή. Πρόκειται για πολιτική και θεσμική στάση, η οποία αφήνει τον ανυπαίτιο πολίτη εκτεθειμένο στην αρένα, χωρίς κανόνες ισότητας, χωρίς πραγματική δυνατότητα άμυνας, χωρίς προστασία από την αυθαιρεσία.
Θα πρέπει να αναδειχθεί το πραγματικό περιεχόμενο του κράτους δικαίου στο οποίο ζούμε: αν πρόκειται για ένα κράτος που θεσπίζει κανόνες για όλους ή για ένα κράτος που ζητεί από τους αδύναμους να πληρώνουν το τίμημα της ισχύος των άλλων.
Σε ένα κράτος δικαίου, όταν διαπιστώνεται ασάφεια, σύγχυση ή αντιφατικότητα όχι μόνο στη διοικητική πρακτική αλλά ακόμη και στη νομολογία πρωτοβάθμιων, δευτεροβάθμιων και του ανώτατου ακυρωτικού δικαστηρίου, η Πολιτεία δεν έχει διακριτική ευχέρεια, έχει θεσμική υποχρέωση να δράσει, παρεμβαίνοντας νομοθετικά και αίροντας ρητώς την ασάφεια, με κανόνες σαφείς, προβλέψιμους και σύμφωνους με το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Η Βουλή δεν πρέπει να λειτουργεί μόνο για τους ισχυρούς αλλά για όλη την κοινωνία.
Όταν η ερμηνεία του δικαίου παράγει αντιφατικά αποτελέσματα, αυτό αποτελεί ένδειξη νομοθετικού ελλείμματος, όχι αφορμή για περαιτέρω δικαστική «δημιουργικότητα». Η αμφιβολία δεν επιτρέπεται να λειτουργεί εις βάρος του διοικούμενου. Η ασφάλεια δικαίου δεν είναι αφηρημένη έννοια. Είναι προϋπόθεση κοινωνικής ειρήνης και οικονομικής λειτουργίας.
Όταν ακόμη και τα ανώτατα δικαστήρια παράγουν αντικρουόμενα μηνύματα, η Πολιτεία οφείλει να αποκαταστήσει την προβλεψιμότητα με κανόνες γενικής και αφηρημένης εφαρμογή.
Η νομοθετική παρέμβαση δεν συνιστά παρέμβαση στη δικαιοσύνη. Αντιθέτως, συνιστά θεσμική αποκατάσταση της διάκρισης των λειτουργιών, όταν η δικαστική ερμηνεία έχει εξαντλήσει τα όριά της.
Η Πολιτεία δεν δικαιούται να μετατρέπει τη δικαστική αβεβαιότητα σε εργαλείο ισχύος.
Η ευθύνη για τη σαφήνεια του δικαίου είναι πρωτίστως νομοθετική και πολιτική, όχι δικαστική.
Οτιδήποτε λιγότερο δεν είναι απλώς θεσμική αδράνεια. Είναι παραίτηση από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου
Σε ένα ώριμο κράτος δικαίου, το δικαστικό ήθος δεν ταυτίζεται με την προστασία του κράτους από τις αποτυχίες του. Ταυτίζεται με το θάρρος της σύγκρουσης με την κρατική αυθαιρεσία, ακόμη κι όταν αυτή είναι δημοσιονομικά ή πολιτικά «άβολη».
Όταν, αντιθέτως, επιβραβεύεται μια δικαστική πρακτική που παράγει αδικία, συντηρεί νομική ομηρία, και αδρανοποιεί θεμελιώδεις εγγυήσεις, τότε η συζήτηση δεν αφορά πρόσωπα. Αφορά την ποιότητα του θεσμικού μας πολιτισμού.
Και το ερώτημα που τίθεται προς την ακαδημαϊκή και δικαστική κοινότητα δεν είναι αν οι κρίσεις αυτές είναι «καλοδουλεμένες». Είναι αν είναι θεσμικά ανεκτές. Διότι η δικαστική αδικία που επαναλαμβάνεται, παύει να είναι σφάλμα.
Γίνεται μέθοδος.
Όταν το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣΤΕ) αντί να ελέγχει το Kράτος το εξιλεώνει.
Ιωάννης Γράβαρης στο “NB Daily”: «Η Δικαιοσύνη είναι εξ ορισμού στοχαστική»