Ο επικεφαλής της ελληνικής διπλωματίας τοποθετήθηκε για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, τις εξελίξεις μετά τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ, το ζήτημα του casus belli, τα εξοπλιστικά προγράμματα, την κριτική της αντιπολίτευσης στην εξωτερική πολιτική, αλλά και τις πολιτικές εξελίξεις στο εσωτερικό.
«Η Ελλάδα έχει αναβαθμίσει τον διεθνή της ρόλο»
Αναφερόμενος στις αναλύσεις που εκφράζουν ανησυχία για ενδεχόμενη ενίσχυση των σχέσεων της Τουρκίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες και για τις εξελίξεις στα τουρκικά εξοπλιστικά προγράμματα, ο κ. Γεραπετρίτης υποστήριξε ότι η ελληνική εξωτερική πολιτική δεν βασίζεται σε εκτιμήσεις ή σενάρια, αλλά σε συγκεκριμένα δεδομένα.
Όπως σημείωσε, η Ελλάδα αποτελεί σήμερα έναν ιδιαίτερα αξιόπιστο σύμμαχο τόσο στο ΝΑΤΟ όσο και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ επισήμανε ότι μεγάλο μέρος των δημοσιευμάτων που κυκλοφόρησαν τις τελευταίες ημέρες δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
Ο υπουργός τόνισε ότι δεν υπάρχει καμία συγκεκριμένη δέσμευση ή απόφαση που να δικαιολογεί τα σενάρια περί αναβάθμισης της Τουρκίας, υπογραμμίζοντας ότι όλα τα υπόλοιπα αποτελούν εικασίες.
Παράλληλα, ανέδειξε τη συμμετοχή της Ελλάδας σε κρίσιμα εξοπλιστικά προγράμματα, όπως η απόκτηση των μαχητικών F-35 και η αναβάθμιση των F-16 στην έκδοση Viper, επισημαίνοντας ότι η χώρα όχι μόνο δεν παρακολουθεί τις εξελίξεις από απόσταση, αλλά συμμετέχει ενεργά στη διαμόρφωσή τους.
Συγκρίνοντας τη σημερινή εικόνα με εκείνη του 2019, υποστήριξε ότι τότε η Ελλάδα δεν συμμετείχε στο πρόγραμμα των F-35, ενώ σήμερα έχει ενισχύσει ουσιαστικά τόσο τις αμυντικές της δυνατότητες όσο και τη γεωπολιτική της επιρροή.
{https://exchange.glomex.com/video/v-djwcd9ws8b6x?integrationId=eexbs1jkg0kofln}
Casus belli: «Δεν μπορεί να υπάρχει απειλή πολέμου μεταξύ συμμάχων»
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο υπουργός Εξωτερικών στο διαχρονικό casus belli της Τουρκίας, το οποίο χαρακτήρισε σοβαρό εμπόδιο στις ελληνοτουρκικές σχέσεις αλλά και στην ευρωπαϊκή πορεία της Άγκυρας.
Όπως υπογράμμισε, δεν είναι δυνατόν μια χώρα να διατηρεί επίσημη απειλή πολέμου απέναντι σε ένα γειτονικό κράτος επειδή αυτό ασκεί νόμιμα δικαιώματα που απορρέουν από το Διεθνές Δίκαιο.
Ο κ. Γεραπετρίτης εκτίμησε ότι η άρση του casus belli από την τουρκική πλευρά δεν θα ήταν μόνο μια θετική εξέλιξη, αλλά και μια αναγκαία κίνηση, εφόσον η Τουρκία επιδιώκει να συμμετέχει ενεργά στη δυτική αρχιτεκτονική ασφάλειας.
«Ο διάλογος με την Τουρκία είναι μονόδρομος»
Απαντώντας στην κριτική που ασκείται στην κυβέρνηση για τη συνέχιση των επαφών με την Άγκυρα, ο υπουργός υποστήριξε ότι όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις της μεταπολίτευσης διατήρησαν ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας με την Τουρκία.
Όπως ανέφερε, η επιλογή της πλήρους διακοπής του διαλόγου θα αποτελούσε πολιτική αδιέξοδη και επιζήμια για τα ελληνικά συμφέροντα.
Στο πλαίσιο αυτό υπενθύμισε ότι ακόμη και επί πρωθυπουργίας Αντώνη Σαμαρά πραγματοποιήθηκαν συναντήσεις με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και συνεχίστηκαν οι διερευνητικές επαφές, επισημαίνοντας ότι το ζητούμενο δεν είναι αν υπάρχει διάλογος, αλλά αν αυτός αποφέρει οφέλη για την Ελλάδα.
Κατά την εκτίμησή του, η ελληνική πλευρά έχει αποκομίσει σημαντικά οφέλη από τη διαδικασία που βρίσκεται σε εξέλιξη τα τελευταία τρία χρόνια.
«Δεν υπάρχει μυστική διπλωματία»
Ο υπουργός απέρριψε τις αιτιάσεις περί ύπαρξης μυστικών διαπραγματεύσεων με την Τουρκία, κάνοντας λόγο για ισχυρισμούς που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.
Όπως ανέφερε, υπάρχει συνεχής ενημέρωση της Βουλής, του Εθνικού Συμβουλίου Εξωτερικής Πολιτικής, της αρμόδιας κοινοβουλευτικής επιτροπής και των πολιτικών αρχηγών, υπογραμμίζοντας ότι δεν υφίσταται κανένα παρασκηνιακό πλαίσιο διαπραγμάτευσης.
Η απάντηση στον Αλέξη Τσίπρα για τα F-35
Ο Γιώργος Γεραπετρίτης απάντησε και στις επικρίσεις του πρώην πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα σχετικά με τα F-35, απορρίπτοντας τον χαρακτηρισμό περί «εθνικής ήττας».
Όπως είπε, κατά την περίοδο διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ η Τουρκία συμμετείχε κανονικά ως συμπαραγωγός χώρα στο πρόγραμμα των F-35 και αποβλήθηκε από αυτό στα τέλη του 2019, μετά την αγορά των ρωσικών πυραύλων S-400.
Αντίθετα, υποστήριξε ότι επί της σημερινής κυβέρνησης η Ελλάδα εξασφάλισε τη συμμετοχή της στο πρόγραμμα, γεγονός που, σύμφωνα με τον ίδιο, ενισχύει σημαντικά την αποτρεπτική της ισχύ.
Οι κινήσεις που ενίσχυσαν τη θέση της Ελλάδας
Ο υπουργός απαρίθμησε μια σειρά πρωτοβουλιών που, όπως υποστήριξε, αναβάθμισαν τη γεωπολιτική θέση της χώρας.
Μεταξύ αυτών ανέφερε τις συμφωνίες οριοθέτησης θαλάσσιων ζωνών με την Ιταλία και την Αίγυπτο, την επέκταση των χωρικών υδάτων, τον θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό, την ενίσχυση της αμυντικής θωράκισης των νησιών, τις έρευνες για υδρογονάνθρακες και τη συνολική ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων.
Όπως υποστήριξε, οι πρωτοβουλίες αυτές υλοποιήθηκαν σε μια περίοδο ιδιαίτερα αυξημένων γεωπολιτικών προκλήσεων, με πολέμους και διεθνείς κρίσεις που επηρεάζουν την ευρύτερη περιοχή.
Η ανάγκη ενίσχυσης της αμυντικής βιομηχανίας
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην ανάπτυξη της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας, αναγνωρίζοντας ότι η Τουρκία επένδυσε συστηματικά επί δεκαετίες στον συγκεκριμένο τομέα, αποκτώντας σημαντικό πλεονέκτημα.
Ο ίδιος χαρακτήρισε στρατηγικό λάθος την υποχώρηση της ελληνικής αμυντικής παραγωγής τις προηγούμενες δεκαετίες και υποστήριξε ότι πλέον καταβάλλεται οργανωμένη προσπάθεια ώστε η Ελλάδα να ανακτήσει χαμένο έδαφος και να αποκτήσει ισχυρότερη παρουσία στον τομέα.
Παράλληλα, σημείωσε ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία ανέδειξε πως αλλάζει ραγδαία η φύση των σύγχρονων συγκρούσεων, γεγονός που καθιστά αναγκαίο τον εκσυγχρονισμό των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων.
Η αναφορά στην Κύπρο
Ο υπουργός στάθηκε και στην πρόσφατη αποστολή δύο ελληνικών φρεγατών και τεσσάρων μαχητικών F-16 Viper στην Κύπρο κατά την περίοδο έντασης στη Μέση Ανατολή, χαρακτηρίζοντας την κίνηση αυτή έμπρακτη απόδειξη της επιχειρησιακής δυνατότητας της χώρας και της έμπρακτης στήριξης προς την Κυπριακή Δημοκρατία.
Εκλογές, οικονομία και πολιτική σταθερότητα
Σε ό,τι αφορά τις πολιτικές εξελίξεις, ο κ. Γεραπετρίτης επανέλαβε ότι οι εθνικές εκλογές θα πραγματοποιηθούν στο τέλος της συνταγματικής θητείας της κυβέρνησης, αποκλείοντας κάθε ενδεχόμενο πρόωρης προσφυγής στις κάλπες.
Για την ακρίβεια αναγνώρισε ότι αποτελεί το σημαντικότερο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν σήμερα τα ελληνικά νοικοκυριά, σημειώνοντας ότι οι πολίτες εξακολουθούν να υφίστανται μεγάλη οικονομική πίεση, παρά τις κυβερνητικές παρεμβάσεις για την ενίσχυση των εισοδημάτων.
Τέλος, αναφερόμενος στις δημοσκοπήσεις και στο ενδεχόμενο συνεργασιών μετά τις εκλογές, υποστήριξε ότι η Νέα Δημοκρατία θα επιδιώξει εκ νέου την εμπιστοσύνη των πολιτών με βάση το κυβερνητικό της έργο, ενώ, εφόσον δεν επιτευχθεί αυτοδυναμία, θα εξετάσει τις αναγκαίες συγκλίσεις, υπό την προϋπόθεση ότι θα υπάρχει κοινό πλαίσιο αρχών και πολιτικών στόχων με τις υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις.